ΥΓΕΙΑ: Με το χέρι στην τσέπη οι ασθενείς και την πλάτη στον τοίχο οι εργαζόμενοι

Όσο κι αν οι κυβερνήσεις των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να κρυφτούν πίσω από το χρέος, τα μνημόνια, την τρόικα, τους «θεσμούς» κ.ο.κ. για την επιβολή σκληρών αντιλαϊκών και αντιεπιστημονικών μέτρων και στο χώρο της Υγείας, στην πραγματικότητα με την πολιτική τους εξειδικεύουν και υλοποιούν ευρωενωσιακές στρατηγικές κατευθύνσεις, που υπηρετούν τη στήριξη των επιχειρηματικών ομίλων, σε βάρος των λαϊκών αναγκών.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντείνεται η αποψίλωση των δημόσιων νοσοκομείων από προσωπικό και πόρους, μπαίνουν λουκέτα σε κλινικές επειδή «δεν καλύπτουν τα έξοδα», ασθενείς στερούνται τα φάρμακά τους επειδή «η αγορά τους δεν αποφέρει τα προσδοκώμενα κέρδη» στις φαρμακοβιομηχανίες, ενώ συνολικά η ζωή και η υγεία του λαού μπαίνουν στο ζύγι του «κόστους – οφέλους».

Ανάλογα μέτρα εφαρμόζονται και σε άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ, που επιβεβαιώνουν ότι η αντιλαϊκή στρατηγική εφαρμόζεται ενιαία απ’ όλες τις κυβερνήσεις και έχει ως βασικό στόχο την παραπέρα εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της Υγείας, ώστε να ανοίγουν νέα πεδία κερδοφορίας για το κεφάλαιο και ταυτόχρονα να εξοικονομούνται κρατικά κονδύλια, που θα τροφοδοτούν νέες φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις σε επιχειρηματικούς ομίλους.

Τα δημόσια νοσοκομεία ως «αυτοτελείς επιχειρηματικές μονάδες»

Αποκαλυπτικά στοιχεία για την υποχρηματοδότησή τους από όλες τις κυβερνήσεις και τη σημερινή του ΣΥΡΙΖΑ

Ενδεικτικά, στη χώρα μας από το 2013 (συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ) μέχρι και το 2019 (ΣΥΡΙΖΑ) η κρατική χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων μειώθηκε κατά 30,3%. Μόνο επί συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, ο κρατικός προϋπολογισμός έχει περικοπεί κατά 432 εκατ. ευρώ.

Ο πρώτος «μεταμνημονιακός» προϋπολογισμός για το 2019, μειώνει την κρατική χρηματοδότηση προς τα δημόσια νοσοκομεία κατά 65 εκατ. ευρώ, ενώ διατηρεί την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των συνταξιούχων για υγειονομική περίθαλψη κατά 780 εκατ. ευρώ.

Η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης πρακτικά σηματοδοτεί την επιδείνωση των τεράστιων ελλείψεων – που υπήρχαν και πριν από την κρίση – σε προσωπικό (2015 – 2018 αποχώρησαν από την Υγεία 7.097 μόνιμοι εργαζόμενοι που βέβαια δεν αντικαταστάθηκαν), εξοπλισμό, φάρμακα, αναλώσιμα. Οι ελαστικές σχέσεις απασχόλησης διευρύνονται και σήμερα κυμαίνονται περίπου στο 25% του συνόλου του προσωπικού. Τμήματα και κλινικές κλείνουν, γιατί δεν καλύπτουν το «κόστος λειτουργίας τους», ενώ ολόκληρο το 2018, δεν προκηρύχθηκε ούτε μία θέση μόνιμου προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία.

Τα παραπάνω εντάσσονται στον σχεδιασμό για λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ως «αυτοτελείς επιχειρηματικές μονάδες» που θα καλύπτουν το κόστος λειτουργίας με την «πώληση» υπηρεσιών στους ασθενείς και τα ασφαλιστικά ταμεία. Για να μπορούν να αντεπεξέλθουν τα νοσοκομεία, θα πρέπει να έχουν όσο το δυνατό λιγότερο και φθηνότερο προσωπικό, με πετσοκομμένα δικαιώματα.

Οσο για την «ανησυχία» της ΕΕ και των αστικών κομμάτων για τους ανασφάλιστους, αυτή αφορά στη συντήρηση της εργατικής δύναμης, μέσα από ένα ελάχιστο πακέτο υπηρεσιών Υγείας, ώστε να είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή προς εκμετάλλευση. Βασική προϋπόθεση που θέτουν είναι το όποιο μέτρο παρθεί να μην επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Σήμερα, στην Ελλάδα η κάλυψη των αναγκών τους γίνεται χωρίς ούτε ένα ευρώ από το κράτος, αλλά από τους υπόλοιπους εργαζόμενους και συνταξιούχους, που καταβάλλουν αυξημένες εισφορές.

«Μη βιώσιμη» για τις φαρμακοβιομηχανίες η θεραπεία «μια κι έξω»!

Σε πρόσφατη αναφορά της η Goldman Sachs θέτει το εξής κυνικό ερώτημα προς τις φαρμακοβιομηχανίες:

«Η μια και έξω θεραπεία των ασθενών αποτελεί βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο;».

Με τον τρόπο αυτό, που προκαλεί ανατριχίλα, προειδοποιεί για τον «κίνδυνο» οι νέες γονιδιακές θεραπείες να εξαντλήσουν τις «δεξαμενές» ασθενών, αφού θα τους θεραπεύουν, και τότε θα μειωθεί η «πελατεία» των φαρμακευτικών επιχειρήσεων!

Οσο ωμές κι αν ακούγονται οι διατυπώσεις, αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη βαρβαρότητα ενός συστήματος, όπου η έρευνα, η παραγωγή και η διακίνηση για το Φάρμακο – εμπόρευμα είναι στα χέρια μεγάλων πολυεθνικών ομίλων και η υγεία του λαού μπαίνει στη ζυγαριά της κερδοφορίας τους.

Ετσι, την ίδια ώρα που στην Ελλάδα τσακώνονται γύρω από το σκάνδαλο «Novartis» για το ποιος υπουργός και ποια κυβέρνηση προώθησε πιο αποφασιστικά τις μεγαλύτερες περικοπές στην κρατική φαρμακευτική δαπάνη, οι πληρωμές των ασθενών έχουν εκτιναχθεί μεσοσταθμικά από το 9% στο 30%, υπολογίζοντας μόνο τα φάρμακα της «θετικής λίστας».

Η ιδιωτική δαπάνη για το Φάρμακο το 2018 έφτασε τα 1,640 δισ. ευρώ.

Από αυτά:

  • 625 εκατ. αφορούσαν τη συμμετοχή των ασθενών (10% ή 25%).
  • 115 εκατ. τα φάρμακα που είναι στην αρνητική λίστα, 265 εκατ. τα λεγόμενα ΜΗΣΥΦΑ.
  • 255 εκατ. ευρώ ήταν οι απευθείας αγορές συνταγογραφούμενων φαρμάκων.

Μόνο το 2018, οι ασθενείς στην Ελλάδα πλήρωσαν περίπου 1,260 δισ. ευρώ για τα φάρμακά τους!

Το ποσοστό που πληρώνουν οι ασθενείς «απογειώθηκε» στο 31,36%, ενώ του ΕΟΠΥΥ μειώθηκε στο 68,64%.

Η κατάσταση αυτή αναμένεται να χειροτερέψει κι άλλο, όσο βαθαίνει η εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της Υγείας, που θεωρείται «ατομική υπόθεση» από το κεφάλαιο και το κράτος του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τις επόμενες μέρες αναμένεται να ψηφιστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η τροποποίηση του κανονισμού (αριθ. 469/2009) περί του «συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα», με στόχο να ενισχυθούν η ανταγωνιστικότητα, οι επενδύσεις και τελικά η κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων της ΕΕ από το Φάρμακο – εμπόρευμα.

Η βάση της τροπολογίας βρίσκεται στον «εμπορικό πόλεμο» ανάμεσα στις φαρμακοβιομηχανίες της ΕΕ και άλλων καπιταλιστικών κρατών, για την απόσπαση μεγαλύτερων μεριδίων της αγοράς και την εξασφάλιση όσο το δυνατόν υψηλότερης κερδοφορίας. Αυτός ο «εμπορικός πόλεμος» εξελίσσεται και εντός της ΕΕ, ανάμεσα σε ισχυρές ευρωπαϊκές φαρμακοβιομηχανίες.

Οι εργαζόμενοι εντός και εκτός Ελλάδας, εντός και εκτός ΕΕ, όχι μόνο δεν έχουν να ωφεληθούν τίποτα, αλλά θα βγουν ακόμη πιο ζημιωμένοι, καθώς θωρακίζεται επιπλέον η ανάπτυξη με κριτήριο την κερδοφορία που ενισχύει το Φάρμακο ως πανάκριβο εμπόρευμα, για το οποίο οι ασθενείς ήδη πληρώνουν πολλά και θα πληρώνουν ακόμα περισσότερα.

Και αυτή η τροπολογία της ΕΕ έρχεται να επιβεβαιώσει το διαρκές «νόμιμο σκάνδαλο», όπου το κοινωνικά παραγόμενο Φάρμακο μετατρέπεται σε ατομική ιδιοκτησία των φαρμακοβιομηχάνων και μέσο πλουτισμού, αντί να αποτελεί ένα καθολικό και δωρεάν προϊόν στην υπηρεσία της υγείας του λαού. Είναι αυτή η πολιτική που γεννάει και αναπαράγει τα σκάνδαλα τύπου «Novartis», για τα οποία όλες αυτές οι πολιτικές δυνάμεις που πίνουν νερό στο όνομα των επιχειρηματικών ομίλων και της καπιταλιστικής ανάπτυξης υποκριτικά μένουν «έκπληκτες».

  • Από τον “Ριζοσπάστη” του ΣαββατοΚύριακου 20-21/04/2019