ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : «Συνταγματική» και η περικοπή του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων

Άλλη μια επιβεβαίωση ότι διατηρείται άθικτο όλο το αντεργατικό μνημονιακό οπλοστάσιο…

«Συνταγματικό» έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) άλλο ένα εμβληματικό μνημονιακό αντεργατικό μέτρο που υλοποιήθηκε από προηγούμενες κυβερνήσεις και διατηρήθηκε στο ακέραιο από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Συγκεκριμένα, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε «συνταγματικές» τις περικοπές των Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος θερινής άδειας (13ος και 14ος μισθός) των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων, υπαλλήλων ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ, κ.λπ.

Λιγότερο από ένα μήνα μετά την απόφαση του ΣτΕ που έκρινε «συνταγματικό» και «νόμιμο» το πετσόκομμα της λίστας Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, η νέα απόφαση έρχεται να επιβεβαιώσει ξανά ότι όλο το αντεργατικό μνημονιακό οπλοστάσιο διατηρείται άθικτο και στη… «μεταμνημονιακή» περίοδο, ακριβώς γιατί αυτό απαιτούν η κερδοφορία και η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ολομέλεια του ΣτΕ έλαβε τη νέα αρνητική απόφαση κατά πλειοψηφία, αναστρέφοντας και τις περσινές αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ που είχαν κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές των τριών επιδομάτων – Δώρων, που έγιναν με το νόμο 4093/2012. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι υπέρ της αντισυνταγματικότητας των περικοπών τάχθηκε και η εισηγήτρια στην Ολομέλεια του ΣτΕ, ωστόσο η πλειοψηφία των συμβούλων αποφάσισαν υπέρ της συνταγματικότητας του αντεργατικού μέτρου.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ το 2015 με την υπ’ αριθμ. 2287/2015 απόφασή της είχε κρίνει αντισυνταγματικό το νόμο 4093/2012 με αφορμή τις περικοπές των συντάξεων που είχαν γίνει, ωστόσο η νέα απόφαση του ΣτΕ κλείνει από δικαστικής πλευράς το ζήτημα της αναδρομικής καταβολής των Δώρων στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, στους ΟΤΑ, κ.λπ. Επιβεβαιώνεται στην πραγματικότητα ότι η ανάκτηση των τεράστιων απωλειών των εργαζομένων από την επίθεση της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων είναι ζήτημα που θα κριθεί στους δρόμους, στην ενίσχυση της πάλης απέναντι στην πολιτική στήριξης του κεφαλαίου, απέναντι στην απατηλή λογική του «μικρότερου κακού» και της «αναποτελεσματικότητας των αγώνων».