Ένα αποκαλυπτικό πανόραμα των βασικών αντεργατικών ανατροπών από το 2010 μέχρι σήμερα

Η ομιλία του Γ. Μελισσάρη, δικηγόρου του ΕΚΑ, στην εκδήλωση που οργάνωσαν το Τμήμα της ΚΕ για την Εργατική – Συνδικαλιστική Δουλειά και η ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των ομιλιών από την εκδήλωση που οργάνωσαν στις 6 Φλεβάρη το Τμήμα της ΚΕ για την Εργατική – Συνδικαλιστική Δουλειά και η Κομματική Οργάνωση Αττικής του ΚΚΕ, με θέμα «Δυναμώνουμε τον αγώνα ενάντια στην εργασιακή ζούγκλα, για σύγχρονα δικαιώματα», ο «Ριζοσπάστης» ο “Ριζοσπάστης” δημοσιεύει σήμερα  (Πέμπτη 21 Φλεβάρη 2019) την ομιλία του Γιώργου Μελισσάρη, δικηγόρου του Εργατικού Κέντρου Αθήνας.

Κατά την περίοδο των μνημονίων, οπότε και το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα μπήκε στο ψυγείο, υπήρξαν τρία μνημόνια τα οποία συνοδεύονταν από τους εφαρμοστικούς τους νόμους. Στο σύνολό τους οι εκτελεστικοί νόμοι των διαδοχικών μνημονίων διέπονται από τη λογική ότι το πρόβλημα της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, όπως μάλιστα τούτο έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια, θα αντιμετωπιστεί μέσω της επονομαζόμενης «εσωτερικής υποτίμησης», της μείωσης δηλαδή του εργατικού κόστους, κυρίως με την περικοπή των μισθών των εργαζομένων στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, αλλά και με τον στραγγαλισμό των εργατικών δικαιωμάτων. Περιττό να σημειωθεί ότι η λογική αυτή προϋποθέτει την τελείως αβάσιμη παραδοχή ότι το επίπεδο των μισθών και των εργασιακών όρων συνιστούν τον καθοριστικό παράγοντα της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Επομένως, κατά την ίδια αυτή λογική, τόσο η ισχύουσα εργατική νομοθεσία όσο και το σύστημα των εργασιακών σχέσεων, που υφίσταται σε μια χαμηλής ανταγωνιστικότητας οικονομία, πρέπει το δίχως άλλο να αναμορφωθούν, προκειμένου να πάψουν να αποτελούν εμπόδιο.

Στη βάση της λογικής της «εσωτερικής υποτίμησης», τα μέτρα που έλαβαν και συνεχίζουν να λαμβάνουν οι κυβερνήσεις διαχρονικά από το 2010 μέχρι και σήμερα, αποδομούν μια σειρά κοινωνικών κατακτήσεων, με στόχο την περαιτέρω συμπίεση του εργασιακού κόστους και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (διευκόλυνση απολύσεων, επιβολή εκ περιτροπής εργασίας και «ενοικίασης» εργαζομένων, μείωση αμοιβής υπερωριακής εργασίας και υπερεργασίας, προσλήψεις νέων με μισθούς κατώτερους από αυτούς της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας κ.λπ.). Στο πλαίσιο αυτό, οι πολιτικές του μνημονίου επιχειρούν χωρίς τη συναίνεση του λαού μια ριζική ανατροπή του Συντάγματος προς μια νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, αντίθετη με βασικές θεμελιώδεις διατάξεις του. Διότι, σε επίπεδο συνταγματικής τάξης, η αρχή του κοινωνικού κράτους αποτυπώθηκε στο συνταγματικό κείμενο, ακριβώς για να δεσμεύσει τη δημόσια εξουσία, κυρίως τη νομοθετική, αλλά και τη δικαστική και την εκτελεστική, προς την κατεύθυνση της πραγμάτωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος.

Είναι αναμφισβήτητο ότι στις σημερινές συνθήκες επικρατεί ακραίος ταξικός πόλεμος, τον οποίο βιώνουν πρωτίστως οι εργαζόμενοι αλλά και γενικά όλοι οι πολίτες της χώρας αυτής, πόλεμο τον οποίο εμείς, οι οποίοι προσπαθούμε ακόμα να διακονήσουμε το Εργατικό Δίκαιο ή να παλέψουμε το «εργοδοτικό δίκαιο», όπως έχει ουσιαστικά μετατραπεί το πλέγμα των άλλοτε προστατευτικών για τους εργαζόμενους διατάξεων, βλέπουμε να μαίνεται καθημερινά σε όλα τα πεδία.

Από το 2010 και μετά υπήρξαν τόσο μεγάλες και σαρωτικές αλλαγές στην εργατική νομοθεσία, οι οποίες αλλοιώνουν τη βασική αρχή της εύνοιας υπέρ του εργαζόμενου και καθιστούν ανενεργό οποιονδήποτε προστατευτικό χαρακτήρα του Εργατικού Δικαίου, ώστε σήμερα να έχουμε οδηγηθεί στην πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι όλες οι αλλαγές – «μεταρρυθμίσεις», όπως ωραιοποιημένα ονομάστηκαν – έγιναν με χειρουργική ακρίβεια, υπό την έννοια ότι υπήρξε ένας προφανής σχεδιασμός για τη σταδιακή φαλκίδευση όλων των εργασιακών δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα το σημερινό ζοφερό τοπίο.

Θα γέμιζε κανείς δεκάδες σελίδες αν ήθελε να απαριθμήσει μία προς μία τις μεταβολές αυτές, τόσο στον τομέα των ατομικών σχέσεων εργασίας (ατομικές συμβάσεις, όροι παροχής της εργασίας κ.λπ.), όσο και στον τομέα των συλλογικών εργασιακών σχέσεων (Συλλογικές Συμβάσεις, μεσολάβηση/διαιτησία, δίκαιο απεργίας κ.λπ.).

Προκειμένου να πάρουμε μία σύντομη ιδέα για τα εμπόδια που ορθώθηκαν στη διάρκεια των εννέα αυτών ετών και για την πλήρη ανατροπή των εργασιακών κατακτήσεων την ίδια περίοδο, θα κάνουμε μία πολύ συνοπτική αναφορά στις πολύ βασικές αλλαγές – «μεταρρυθμίσεις», θα επικεντρωθούμε δε σε μία εξ αυτών, που, κατά τη γνώμη μου, διαμορφώνει χαρακτηριστικά το ρημαγμένο τοπίο στα εργασιακά δικαιώματα.

Μέτρα πριν από το πρώτο μνημόνιο (Μάρτης 2010)

α) Ν.3833/2010

— Απαγόρευση και κατάργηση των ΣΣΕ και ατομικών συμβάσεων στον δημόσιο τομέα, που ανατρέπουν την εισοδηματική πολιτική (αρ. 3, παρ. 1).

— Κατίσχυση των διατάξεων για τη μείωση των αποδοχών στον δημόσιο τομέα έναντι των ισχυουσών ΣΣΕ (αρ. 1, παρ. 5).

— Μείωση κατά 30% του 13ου και 14ου μισθού στο σύνολο του δημόσιου τομέα (αρ. 1, παρ. 2).

— Μείωση κατά 12% του συνόλου των επιδομάτων στο σύνολο του δημόσιου τομέα (αρ. 1, παρ. 2).

— Μείωση των αποδοχών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά 7% (αρ. 1, παρ. 7).

— Μείωση κατά 30% του ανώτατου ορίου των υπερωριών στον δημόσιο τομέα (αρ. 6).

Νομοθεσία στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου (2010 – ’11)

α) Ν.3845/2010

— Περαιτέρω μείωση των αποδοχών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά 3% (αρ 3, παρ. 4).

— Καθορισμός του 13ου και του 14ου μισθού σε 500 ευρώ αντίστοιχα για το σύνολο των εργαζομένων του δημόσιου τομέα που αμείβονται με μηνιαίες αποδοχές κάτω από τα 3.000 ευρώ (αρ. 3, παρ. 6).

— Περαιτέρω μείωση των επιδομάτων κατά 8% στο σύνολο του δημόσιου τομέα (αρ. 3, παρ. 1).

— Αρση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης υπέρ των μισθωτών σε περίπτωση συρροής στις ΣΣΕ με δυνατότητα αρνητικής απόκλισης των ειδικότερων ΣΣΕ έναντι των γενικών, ακόμη και έναντι της ΕΓΣΣΕ (αρ. 2, παρ. 7).

— Καθιέρωση της δυνατότητας πρόσληψης νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας ηλικίας 18-24 ετών με αμοιβή το 84% του γενικού κατώτατου μισθού και κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών από τον ΟΑΕΔ (αρ. 74, παρ. 8).

— Μείωση κατά 20% του κόστους της υπερεργασίας και κάθε μορφής υπερωριακής απασχόλησης (αρ. 74, παρ. 10).

— Διευκόλυνση των ατομικών απολύσεων με τη μείωση μέχρι και κατά 3/4 του χρόνου προειδοποίησης (από 24 σε 6 μήνες), που συνεπάγεται χαμηλότερο κόστος απόλυσης (αρ. 74, παρ. 2).

— Διευκόλυνση των ατομικών απολύσεων με τον περιορισμό του ποσού προκαταβολής της αποζημίωσης από 6 σε 2 μισθούς, με την επέκταση των δόσεων από 3 τριμηνιαίες κατά ανώτατο όριο σε διμηνιαίες και με τη μείωση των ποσών των δόσεων από αντιστοιχία 3 μισθών σε 2 (αρ.74, παρ. 2).

β) Ν. 3871/2010

— Κατάργηση του περιεχομένου των διαιτητικών αποφάσεων που για την περίοδο 2010-’12 προβλέπουν μισθολογικές αυξήσεις πέραν των οριζόμενων από την ΕΓΣΣΕ της αντίστοιχης περιόδου (αρ. 51).

γ) Ν. 3899/2010

— Επέκταση της συνολικής ανώτατης διάρκειας δανεισμού εργαζομένων από τους 18 στους 36 μήνες (αρ. 17, παρ. 4).

— Επέκταση της ανώτατης διάρκειας της επιβαλλόμενης εκ περιτροπής εργασίας από 6 σε 9 μήνες ανά ημερολογιακό έτος (αρ. 17, παρ. 3).

— Εισαγωγή των ειδικών επιχειρησιακών ΣΣΕ με περιεχόμενο διάβρωσης του κατώτατου κλαδικού μισθού (αρ. 13).

— Αναγνώριση της ίδιας δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία και στον εργοδότη όπως και στην εργατική πλευρά (αρ. 14).

— Η διαιτησία είναι πλέον αρμόδια μόνο για τους βασικούς μισθούς, αντί για το σύνολο της συλλογικής διαφοράς (αρ. 14).

— Επισήμανση της ιδιαίτερης έμφασης των αποφάσεων στο πλαίσιο του ΟΜΕΔ στην οικονομική κατάσταση, την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα του κρινόμενου πεδίου της συλλογικής διαφοράς (αρ. 14).

δ) Ν. 3920/2011

— Κατάργηση των ισχυουσών ΣΣΕ και των κανονισμών προσωπικού στους φορείς των αστικών συγκοινωνιών (αρ. 12, παρ. 1).

ε) Ν. 3986/2011

— Παροχή της δυνατότητας συμφωνιών για ελαστική διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου στις επιχειρήσεις, όταν απουσιάζουν τα συνδικάτα και τα συμβούλια εργαζομένων, και με ενώσεις προσώπων στις οποίες συμμετέχει το 20% των εργαζομένων για τις επιχειρήσεις άνω των 20 εργαζομένων και το 15% αντίστοιχα για τις επιχειρήσεις κάτω των 20 εργαζομένων (αρ. 42, παρ. 6).

στ) Ν.4024/2011

— Εισαγωγή του ενιαίου μισθολογίου στο Δημόσιο με όρους συνολικής υποβάθμισης (αρ. 12-32).

— Κατίσχυση των επιχειρησιακών έναντι των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ σε περίπτωση συρροής και ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους με την τυπική κατάργηση αλλά την ουσιαστική διατήρηση του περιεχομένου αρνητικής απόκλισης των ειδικών επιχειρησιακών ΣΣΕ (αρ. 37, παρ. 5).

— Αναγνώριση της δυνατότητας υπογραφής επιχειρησιακών ΣΣΕ σε περίπτωση απουσίας σωματείου και από ένωση προσώπων που εκπροσωπεί τα 3/5 του προσωπικού της επιχείρησης (αρ. 37, παρ. 1).

— Αναστολή της επέκτασης εφαρμογής των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ μέχρι το τέλος του 2013 (αρ. 37, παρ. 6).

Νομοθεσία στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου (2012 – ’14)

α) Ν.4046/2012 (ΠΥΣ ως εφαρμογή του αρθρ. 1, παρ. 6)

— Μείωση του γενικού κατώτατου μισθού κατά 22% με νόμο και κατάργηση της ΕΓΣΣΕ 2010-’12 (ΠΥΣ αρ. 1, παρ. 1)

— Μείωση του γενικού κατώτατου μισθού κατά 32% με νόμο για τους νέους μέχρι 25 ετών και για τους μαθητευόμενους (ΠΥΣ αρ. 1, παρ. 2)

— Αμεση προσαρμογή στα νέα γενικά κατώτατα όρια των μισθών χωρίς τη συναίνεση του εργαζόμενου (ΠΥΣ αρ. 1, παρ. 3)

— Προσαρμογή της ΕΓΣΣΕ από τον Ιούλη του 2012 για τον κατώτατο μισθό με ευθυγράμμισή της με τα επίπεδα των συγκρίσιμων με την Ελλάδα χωρών (αρ. 1, παρ. 6 Ν.4046/12).

— Μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 15% κατά τη διάρκεια ισχύος του μνημονίου (αρ. 1, παρ. 6 Ν.4046/12).

— Μείωση του χρόνου μετενέργειας της ΣΣΕ, μετά από τη λήξη της, από 6 σε 3 μήνες, με διατήρηση πλέον μόνο του βασικού μισθού και των επιδομάτων ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας και με δυνατότητα διαπραγμάτευσής τους με ατομικές συμβάσεις και κατάργηση όλων των υπόλοιπων ρυθμίσεων της προηγούμενης ΣΣΕ χωρίς τη συναίνεση του εργαζόμενου (ΠΥΣ αρ. 2, παρ. 4).

— Κατάργηση του δικαιώματος για μονομερή προσφυγή στη διαιτησία μετά από την άρνηση της πρότασης του μεσολαβητή και καθιέρωση της από κοινού προσφυγής σε αυτήν (ΠΥΣ αρ. 3, παρ. 1).

— Περιορισμός της διαιτητικής απόφασης στον καθορισμό του βασικού μισθού και ημερομισθίου με βάση τις οικονομικές συνθήκες, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την ανάγκη μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά την περίοδο του δεύτερου μνημονίου (ΠΥΣ αρ. 3, παρ. 2, 3).

— Κατάργηση των ρητρών που διατηρούν τους κανονιστικούς όρους προηγούμενων ΣΣΕ και ΔΑ (επιδόματα, παροχές) σε περίπτωση προσφυγής στη διαιτησία (ΠΥΣ αρ. 3, παρ. 2).

— Πάγωμα των αυξήσεων σε μισθούς και ωριμάνσεις μέχρι τη μείωση του ποσοστού ανεργίας στη χώρα κάτω από το 10% (ΠΥΣ αρ. 4).

— Καθιέρωση της τριετίας ως ανώτατης διάρκειας των ΣΣΕ (ΠΥΣ αρ. 2, παρ. 1).

— Κατάργηση των νόμων, των κανονιστικών αποφάσεων, των ΣΣΕ, των κανονισμών εργασίας, των οργανισμών προσωπικού και των αποφάσεων διοίκησης που καθιερώνουν όρους ή ρήτρες μονιμότητας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΠΥΣ αρ. 5, παρ. 2).

β) Ν. 4093/2012 (αρθρ. 1)

— Κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στο σύνολο του δημόσιου τομέα (υποπαρ. Γ1, εδ. 1).

— Καθορισμός του γενικού κατώτατου μισθού με υπουργική απόφαση και κατάργηση της σχετικής αρμοδιότητας της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (υποπαρ. ΙΑ. 11, εδ. 1).

— Κατάργηση της καθολικότητας εφαρμογής της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ως προς τους μισθολογικούς όρους, οι οποίοι εφαρμόζονται μόνο στις επιχειρήσεις / μέλη των εργοδοτικών οργανώσεων που την προσυπογράφουν (υποπαρ. ΙΑ. 11, εδ. 2α).

— Δυνατότητα διάβρωσης του περιεχομένου των μισθολογικών ορίων της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης με ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις μέχρι τα όρια του γενικού κατώτατου μισθού που προσδιορίζεται με νόμο (υποπαρ. ΙΑ. 11, εδ. 2β, 2ζ).

— Περιορισμός των τριετιών κατά ανώτατο όριο σε τρεις, με ποσοστό 10% για κάθε τριετία (υποπαρ. ΙΑ. 11, εδ. 3γ).

— Αναστολή των αυξήσεων των επιδομάτων τριετίας έως ότου η ανεργία υποχωρήσει κάτω από το 10% (υποπαρ. ΙΑ. 11, εδ. στ).

— Κατάργηση των επιδομάτων για τους κατώτατους μισθούς, εκτός από τα επιδόματα τριετίας που χορηγούνται υπό προϋποθέσεις (υποπαρ. ΙΑ. 11, εδ. ε).

— Μείωση του χρόνου προειδοποίησης για τις απολύσεις στην περίπτωση των συμβάσεων αορίστου χρόνου, με ανώτατο όριο τους 4 μήνες (υποπαρ. ΙΑ.12. εδ. 1).

— Μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης σε 12 μισθούς για προϋπηρεσία 16 ετών με έναν επιπλέον μισθό, υπό προϋποθέσεις, ανά επιπλέον έτος προϋπηρεσίας, με ανώτατο μηνιαίο όριο τα 2.000 ευρώ (υποπαρ. ΙΑ. 12, εδ. 2-3).

— Κατάργηση του πενθήμερου στα καταστήματα και ρύθμιση της 5ήμερης και 6ήμερης εβδομαδιαίας εργασίας για συνολικό χρόνο 40 ωρών με συλλογικές συμβάσεις (υποπαρ. ΙΑ. 14, εδ. 1).

— Μείωση του χρόνου ημερήσιας ανάπαυσης σε 11 συνεχείς ώρες σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 ωρών (υποπαρ. ΙΑ. 14, εδ. 2).

γ) Ν. 4172/13

— Θεσμοθέτηση των όρων διαμόρφωσης του γενικού κατώτατου μισθού με υπουργική απόφαση μετά από τριμερή διαβούλευση (αρθρ. 103).

δ) Ν. 4303/2014

Νέα τροποποίηση στις ρυθμίσεις για τη μεσολάβηση και διαιτησία του ΟΜΕΔ, μετά την υπ’ αριθμ. 2307/14 ΣτΕ, στις οποίες επαναφέρεται μεν η πρόβλεψη για μονομερή προσφυγή, θεσπίζεται όμως στάδιο έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης από Δευτεροβάθμια Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας που αποτελείται από δύο ανώτατους δικαστικούς, έναν Σύμβουλο ΝΣΚ και δύο διαιτητές, ενώ ορίζεται ότι ο διαιτητής στην απόφασή του πρέπει να λάβει υπόψη του την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων της παραγωγικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά (δηλαδή παράγοντες πιθανώς ξένους με την υπό εξέταση επιχείρηση), καθώς και την πρόοδο στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας!

Νέα αντεργατικά χτυπήματα στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου

Στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου έλαβαν σάρκα και οστά σημαντικές απορρυθμιστικές διατάξεις της ατομικής και συλλογικής εργατικής νομοθεσίας:

α) «Απελευθερώνεται» πλήρως η κυριακάτικη εργασία για έξι μήνες κάθε έτος σε γεωγραφικές περιοχές, όπου, ιδίως, την τουριστική περίοδο Μάη – Οκτώβρη απασχολείται η μεγάλη πλειοψηφία των εμποροϋπαλλήλων της χώρας (Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη).

β) Διευκολύνονται οι ομαδικές απολύσεις με την κατάργηση του βέτο του υπουργείου Εργασίας και την παραπομπή του ζητήματος σε ειδικό τμήμα του ΑΣΕ με εργατική μειοψηφία στη σύνθεσή του και αρμοδιότητες ελέγχου αποκλειστικά της τυπικής διαδικασίας περί την πρότερη διαβούλευση του εργοδότη με την εργατική πλευρά στην επιχείρηση, εφόσον η εκπόνηση εναλλακτικού κοινωνικού πλάνου είναι, ταυτόχρονα, προαιρετική και αφηρημένη.

γ) Μειώνεται ο αριθμός των ημερών αμειβόμενης συνδικαλιστικής άδειας για κάποιες περιπτώσεις συνδικαλιστών σε μη αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του ιδιωτικού τομέα και επεκτείνονται οι λόγοι νόμιμης απόλυσης προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών.

δ) Νομιμοποιείται ρητά η έμμεση ανταπεργία και μάλιστα η πλέον σκληρή εκδοχή της, το μισθολογικό «λοκ άουτ», δηλαδή η δυνατότητα μη καταβολής μισθού στους μη απεργούς, μέσα από την επιτάχυνση της διαδικασίας της δικαστικής κρίσης περί την υπερημερία του εργοδότη για μη αποδοχή της εργασίας αυτών των εργαζομένων σε περίπτωση απεργίας.

ε) Δυσχεραίνεται η κήρυξη απεργίας στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, αφού απαιτείται πλέον πλειοψηφία 50% + 1 στις σχετικές Γενικές Συνελεύσεις για το σχηματισμό απαρτίας.

Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάνω όμως σε ένα μέτρο που, ύπουλα και υπόγεια, καταστρατηγεί κάθε δυνατότητα στους εργαζόμενους που διεκδικούν τα οφειλόμενα, να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους. Αυτό δεν είναι άλλο από την αλλοίωση των εργατικών προνομίων σε περίπτωση πλειστηριασμού ή πτώχευσης του εργοδότη και συγκεκριμένα ο υποβιβασμός τους σε πολύ χαμηλή σειρά ικανοποίησης.

Τη στιγμή αυτή υπάρχει ένα σύστημα «δυόμισι ταχυτήτων», με κυρίως θιγόμενους αυτούς που έχουν απαιτήσεις από πλειστηριασμούς ή πτωχεύσεις πριν από την 31/12/2015, οπότε και το υπερπρονόμιο του ΦΠΑ έχει πρακτικά εξαφανίσει κάθε ελπίδα ικανοποίησής τους.

Για τις περιπτώσεις πλειστηριασμών και πτωχεύσεων που άρχισαν μέχρι τα τέλη του 2015, το προνόμιο των εργατικών αξιώσεων έχει πλήρως αποδυναμωθεί, δεδομένου ότι με βάση το άρθρ. 31 του Ν. 4141/2013 οι απαιτήσεις του Δημοσίου για ΦΠΑ και τις προσαυξήσεις αυτού ικανοποιούνται προνομιακά και στο σύνολό τους, τόσο έναντι των εργατικών αξιώσεων όσο και των αξιώσεων των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης.

Για αναγκαστικές εκτελέσεις και πτωχεύσεις οι οποίες άρχισαν από την 1/1/2016, οι εμπράγματοι πιστωτές (δηλαδή κατ’ ουσίαν οι τράπεζες, που έχουν εγγράψει προσημείωση ή υποθήκη σε ακίνητο του εργοδότη) αποκτούν τη μερίδα του λέοντος στη διανομή. Συγκεκριμένα, όταν συντρέχουν απαιτήσεις τραπεζών που έχουν υποθήκη σε ακίνητο του οφειλέτη, τότε αυτές ικανοποιούνται κατά ποσοστό 65% από το πλειστηρίασμα ή την πτωχευτική περιουσία και από το εναπομείναν 25% ικανοποιούνται συμμετρικά οι εργατικές απαιτήσεις, οι απαιτήσεις ΕΦΚΑ και οι απαιτήσεις του Δημοσίου για ΦΠΑ και προσαυξήσεις αυτού (γίνεται εύκολα κατανοητό ότι με τον όγκο των χρεών των οφειλετών σε ΕΦΚΑ και Δημόσιο, οι εργατικές απαιτήσεις δεν θα είναι παρά ένα «φιλοδώρημα») και από το υπόλοιπο 10% ικανοποιούνται οι πιστωτές χωρίς προνόμιο.

Με νέα ρύθμιση (άρθρ. 176 παρ. 1 Ν.4512/2018 ΦΕΚ Α’ 5/17-1-2018) ορίζεται ότι μισθοί μέχρι έξι μηνών (υπολογιζόμενοι με τον νόμιμο κατώτατο μισθό υπαλλήλου άνω των 25 ετών επί 275%, περίπου 9.500 ευρώ), όταν υπάρχουν και αξιώσεις άλλων πιστωτών (π.χ. τράπεζες), ικανοποιούνται προνομιακά πριν από κάθε άλλη απαίτηση (υπερπρονόμιο) υπό την προϋπόθεση ότι: 1) Οι απαιτήσεις των τραπεζών γεννιούνται μετά την 17/1/2018 και 2) για την εξασφάλιση των οποίων έχει συσταθεί ενέχυρο ή υποθήκη επί ελεύθερου ακινήτου στις 17/1/2018. Με άλλα λόγια, η ρύθμιση αυτή θα ισχύει για τις ανεξόφλητες αποδοχές των εργαζομένων που τυχόν θα υπάρχουν στο μέλλον και θα συντρέχουν μαζί με απαιτήσεις τραπεζών οι οποίες όμως έχουν γεννηθεί (δηλαδή ο επιχειρηματίας άρχισε να οφείλει) από 17/1/2018 και παράλληλα αυτές να έχουν εγγράψει υποθήκη σε ακίνητο που κατά την ημερομηνία αυτή δεν είχε κανένα άλλο βάρος, προϋποθέσεις που είναι αυτονόητο ότι είναι μελλοντικές αλλά, τολμώ να πω, και σπάνιες! Και τούτο διότι οι νέες χρηματοδοτήσεις από τις τράπεζες, οι οποίες δικαιολογούν και την εγγραφή νέας υποθήκης και μάλιστα σε «καθαρό» ακίνητο του επιχειρηματία – εργοδότη, είναι σπανιότατο φαινόμενο, σε κάθε δε περίπτωση οι πλειστηριασμοί και οι πτωχεύσεις αυτές αναφέρονται στο απώτατο μέλλον!

Το αποτέλεσμα των ρυθμίσεων αυτών το βιώνουμε καθημερινά: Εργαζόμενοι απελπισμένοι, που σταματούν κάθε προσπάθεια διεκδίκησης αφού, πέραν του αυξανόμενου κόστους προσφυγής στη δικαιοσύνη, είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι οποιαδήποτε δικαστική ενέργειά τους θα καταλήξει στον κάλαθο των αχρήστων, μιας και οι τράπεζες είναι αυτές που παίρνουν τη μερίδα του λέοντος. Σημειωτέον ότι η τακτική των τραπεζών, σχεδόν σε κάθε πλειστηριασμό, είναι να στρέφεται εναντίον των εργαζομένων για να προσπαθήσουν να αποκομίσουν σε βάρος τους τα μέγιστα δυνατά οφέλη.

Συμπερασματικά, οι αλλαγές – «μεταρρυθμίσεις» στο Εργατικό Δίκαιο, που ζήσαμε και συνεχίζουμε να βιώνουμε, από το 2010, δεν έχουν προηγούμενο, έχουν δε οδηγήσει στη φτώχεια τόσο τους εργαζόμενους όσο και τους συνταξιούχους (για τους οποίους θα θέλαμε να μιλάμε επί ώρες για να αναλύσουμε τις περιστολές των κεκτημένων τους).

Αγώνας ενάντια στην αντεργατική επέλαση

Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το ΚΚΕ βρέθηκε από την αρχή στην πρώτη γραμμή άμυνας κατά της επέλασης στα εργασιακά δικαιώματα, γεγονός που αναγνωρίζεται και τιμάται από όλους μας. Δυστυχώς, στη μνημονιακή Ελλάδα, έχουν εφαρμοστεί όλες οι μορφές τερατώδους βίας κατά του απλού εργαζόμενου και συνταξιούχου που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Οι κοινωνικοί και συνδικαλιστικοί αγώνες, στους οποίους το ΚΚΕ με ανιδιοτέλεια πρωτοστατεί, μπορούν, πιστεύω, να μας οδηγήσουν στην αναστροφή της ζοφερής αυτής κατάστασης και να ξαναφέρουν την ελπίδα και το χαμόγελο στον άνθρωπο του μόχθου.