9η ΜΑΗ Αφιέρωμα στα 75 χρόνια από την Μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών

 

Στις 12 τα μεσάνυχτα της 8ης προς 9η Μάη 1945 στην αίθουσα της Στρατιωτικής Σχολής Μηχανικού στο προάστιο Κάρλσχορστ του  Βερολίνου μπαίνουν οι πληρεξούσιοι της Ανωτάτης Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης με εξουσιοδότηση της κυβέρνησης του ναύαρχου Ντένιτς να υπογράψουν την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας στην Ανωτάτη Διοίκηση του Κόκκινου Στρατού και τη διοίκηση των συμμαχικών εκστρατευτικών σωμάτων.

Τη Σοβιετική Ένωση εκπροσωπούσε ο στρατάρχης Γ. Κ. Ζούκοφ, την Αγγλία ο στρατάρχης της Αεροπορίας Α. Τέντερ, τις ΗΠΑ ο στρατηγός Κ. Σπάατς και τη Γαλλία ο στρατηγός Ντε Λατρ ντε Τασινί.

 

Οι ναζί πληρεξούσιοι ήταν ο στρατάρχης Β. Κάιτελ, δεξί χέρι του Α. Χίτλερ και αρχηγός του γερμανικού Γενικού Επιτελείου, ο στρατηγός Στούμπφ, ο ναύαρχος Φον Φρίντεμπουργκ και αξιωματικοί που τους συνόδευαν.

Στις 12.42, τη νύχτα της 9ης Μάη, ο Β. Κάιτελ, με χέρι που έτρεμε υπέγραψε πέντε αντίτυπα της Πράξης για την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας. Στη συνέχεια υπέγραψαν οι Στουμπφ και Φρίντεμπουργκ.

Ο B’ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη είχε λήξει ενώ «χάλασαν» και τα σχέδια παράδοσης της Γερμανίας από την κυβέρνηση Ντένιτς, που δημιουργήθηκε μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, στο αγγλικό και το αμερικανικό εκστρατευτικό σώμα με στόχο να μην τιμωρηθούν για τα εγκλήματα που διέπραξαν και με απώτερο στόχο την από κοινού συνέχιση του πολέμου ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.

Οι σχετικές συνεννοήσεις έγιναν ανάμεσα σε ηγετικά στελέχη του ναζισμού, όπως ο Χ. Χίμλερ, επικεφαλής των SS και τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Αγγλίας.

Η Σοβιετική Ένωση «σήκωσε» το κύριο βάρος του πολέμου

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος κάλυψε εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα εδάφους στα οποία πολέμησαν περίπου 110.000.000 στρατιώτες από 61 χώρες. Σχεδόν 50.000.000 ψυχές χάθηκαν, ενώ 35.000.000 τραυματίστηκαν.

Στην τελική έκβαση του πολέμου συνέβαλαν οι δυνάμεις που συμμετείχαν στον αντιχιτλερικό συνασπισμό, όμως δεν θα μπορούσε να γίνει ούτε λόγος για νίκη χωρίς τη συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης η οποία σήκωσε στους ώμους της το κύριο βάρος της επιθετικότητας του γερμανικού ιμπεριαλισμού και των συμμάχων του.

Σε αυτόν τον αγώνα έδωσαν τη ζωή τους ή τραυματίστηκαν σχεδόν 30.000.000 Σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες.

Οι απώλειες της Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ μαζί έφτασαν στα 1.300.000 ανθρώπινες ψυχές, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν «έσπασε ούτε κεραμίδι».

Όταν έγινε η απόβαση στη Νορμανδία (6 Ιούνη 1944) οι «συμμαχικές δυνάμεις» βρέθηκαν αντιμέτωπες στο Δυτικό Μέτωπο με 75 συνολικά γερμανικές μεραρχίες, ενώ 12 υπερασπίζονταν την Νορμανδία, (όσες αντιμετώπιζε ο ΕΛΑΣ στην Ελλάδα). Την ίδια περίοδο ο Κόκκινος Στρατός είχε καθηλώσει 200 γερμανικές μεραρχίες.

Οι φασίστες επιδρομείς κατέστρεψαν ολοσχερώς 1.710 σοβιετικές πόλεις. Από τον χάρτη σβήστηκαν σχεδόν 70.000 χωριά. Καταστράφηκαν επίσης 32.000 βιομηχανίες και 65.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικού δικτύου.

Κάηκαν ή λεηλατήθηκαν εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργειών, χιλιάδες νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες και μνημεία.

Η ολοκληρωτική καταστροφή του σπιτιού που έμενε ο Ρώσος συνθέτης Π. Ι. Τσαικόφσκι μαζί με τις ανεκτίμητες παρτιτούρες των έργων του ή η λεηλασία του σπιτιού του Λ. Τολστόι στην Γιάσναγια Πολιάνα, το οποίο μετέτρεψαν σε στάβλο, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα της λαίλαπας που ξέσπασε πάνω στον ρωσικό πολιτισμό.

Οι υλικές ζημιές που υπέστη η Σοβιετική Ένωση έφτασαν τα 1.900.000.000.000 προπολεμικά ρούβλια, ενώ οι Γερμανοί άρπαξαν ή κατέστρεψαν υλικά αγαθά ύψους 679.000.000.000 ρουβλίων.

Η Γερμανική Ανωτάτη Διοίκηση αρχικά παρέταξε στο λεγόμενο Ανατολικό Μέτωπο  190 πλήρεις μεραρχίες εκ των οποίων οι 153 ήταν γερμανικές. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου πήραν μέρος εκατοντάδες μεραρχίες.

Μεραρχίες στάλθηκαν από την Ιταλία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, την Ισπανία, η λεγόμενη Γαλάζια Στρατιά.

Στις γραμμές τους οι Γερμανοί είχαν χιλιάδες φασίστες από  την Κροατία και τη Γαλλία, τις λεγόμενες Λεγεώνες των Γάλλων Εθελοντών.

Η Ιαπωνία συγκέντρωσε πολυπληθείς στρατιωτικές δυνάμεις στις παραμεθόριες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης, καθηλώνοντας 40 σοβιετικές μεραρχίες που θα μπορούσαν να βρίσκονται στο γερμανοσοβιετικό μέτωπο.

Στα Waffen SS είχαν ενταχθεί εθελοντές από τη Νορβηγία, τη Δανία, την Ολλανδία την Πολωνία κ.α. Στο πλευρό των Γερμανών πολεμούσαν φασίστες από την Ουκρανία και τις Βαλτικές Χώρες οι οποίοι διέπραξαν πρωτοφανή εγκλήματα κατά του σοβιετικού λαού.

Αυτές οι δυνάμεις, σχεδόν 6.500.000, είχαν υποστήριξη από 4.300 τανκς και άλλου είδους άρματα, από 5.000 περίπου πολεμικά αεροπλάνα και από 47.000 πυροβόλα και άλλα βαριά όπλα.

Ενάντια στη Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιήθηκε το σύνολο της πολεμικής βιομηχανίας των κατεχόμενων κρατών.

Η εύκολη κατάκτηση της Τσεχοσλοβακίας πρόσθεσε στο γερμανικό οπλοστάσιο το σύνολο των υλικών του Τσέχικου Στρατού και μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες όπλων της Ευρώπης, τη «Σκόντα» , σε πλήρη παραγωγική λειτουργία.

Ακολούθησε η πρόσθεση στο γερμανικό οπλοστάσιο του πολεμικού εξοπλισμού της Πολωνίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και της Γαλλίας που ήταν σχεδόν άθικτος, αφού αυτές οι χώρες κατέρρευσαν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και αξιοποιήθηκαν τεράστια συγκροτήματα πολεμικής βιομηχανίας.

Η Πορτογαλία αύξησε τις εξαγωγές στη Γερμανία υλικών απαραίτητων για τη λειτουργία των μηχανοκίνητων μονάδων.

Η Σουηδία επέτρεψε τη διάβαση γερμανικών μονάδων από τα εδάφη της, διέθεσε τα νοσοκομεία της και εφοδίαζε τη Βέρμαχτ με σιδηρομεταλλεύματα και ξυλεία.

Η Βουλγαρία παραχώρησε τα λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα.

Οι φασιστικές στρατιές συνετρίβησαν αμείλικτα από τον Κόκκινο Στρατό, ενώ δεκάδες μεραρχίες εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά.

Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός ενδεχομένως να έπινε το ποτήρι της ήττας από τον πρώτο χρόνο του πολέμου αν δεν είχε σε απόσταση αναπνοής τα κέντρα ανεφοδιασμού (Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία κ.ά.).

Συγκεκριμένα από τις 22 Ιούνη 1941, οπότε και ξεκίνησε η εισβολή («Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα») μέχρι τον Απρίλη του 1942 οι δυνάμεις του γερμανικού πεζικού έχασαν 1.600.000 στρατιώτες και είχαν καταστραφεί 4.000 τεθωρακισμένα και περίπου 7.000 αεροπλάνα.

Ο χαρακτήρας του πολέμου

Όπως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έτσι και ο Β’ γεννήθηκε από τη μεγάλη όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.

Ο χαρακτήρας του ήταν ιμπεριαλιστικός αφού καθορίστηκε από το γεγονός ότι τον διεξήγαν οι αστικές τάξεις.

Η μοιρασιά εδαφών, πλουτοπαραγωγικών πηγών και αγορών, που διευθετήθηκε με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιούνη 1919) ανάμεσα στις νικήτριες δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε την ηττημένη Γερμανία και τους συμμάχους της σε δραματικά υποδεέστερη θέση απέναντι στη Βρετανία και τη Γαλλία.

Η Γερμανία υποχρεώθηκε να πληρώσει αποζημιώσεις 226 δισεκατομμυρίων χρυσών μάρκων για τις καταστροφές που προκάλεσε στη διάρκεια του πολέμου, να μειώσει το στρατό της σε 100.000 άνδρες και το στόλο της σε δυναμικό 108.000 τόνων.

Επιπλέον υποχρεώθηκε και σε μεγάλες εδαφικές παραχωρήσεις: Έχασε περίπου 75.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους, με πληθυσμό 7.000.000 κατοίκων. Το μεγαλύτερο μέρος τους παραχωρήθηκε στην Πολωνία και στη Γαλλία.

Έχασε επίσης όλες τις αποικίες της, με την Αγγλία να παίρνει τη μερίδα του λέοντος, το 73% των εδαφών και το 47% των πληθυσμών.

Μια σειρά άλλες συνθήκες υποχρέωσαν σε ανάλογες παραχωρήσεις τους υπόλοιπους ηττημένους, την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Τουρκία.

Η γερμανική και η ιταλική αστική τάξη, η οποία θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί από τη διανομή της λείας ανάμεσα στους νικητές, από την επόμενη κιόλας μέρα της υπογραφής της συνθήκης επεξεργάζονταν σχέδια απεμπλοκής. Στην Ιταλία η εξουσία παραδίνεται στους φασίστες του Μ. Μουσολίνι με τις ευλογίες του Βατικανού. Ο Μουσολίνι εξυμνεί τον πόλεμο και υπόσχεται την αναβίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το 1925 στη Διάσκεψη του Λοκάρνο, στην Ελβετία, η Γερμανία δεν αρνήθηκε να εγκαταλείψει τις, προς ανατολάς, αξιώσεις της για την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις από τις νικητήριες δυνάμεις οι οποίες προόριζαν ήδη τη Γερμανία ως αντεπαναστατική αιχμή ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα (μπ.) της Σοβιετικής Ένωσης προειδοποιεί ότι η Συνθήκη που υπογράφηκε στο Λοκάρνο «εγκυμονεί ένα νέο πόλεμο στην Ευρώπη», ενώ ο Ι. Στάλιν επισημαίνει πως όποιος πίστευε ότι η Γερμανία θα συμβιβαζόταν με αυτή την κατάσταση «σημαίνει ότι υπολογίζει στα θαύματα».

Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν άλλαξε με την είσοδο της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτόν η οποία ήταν και η μόνη δύναμη που διεξήγαγε ένα δίκαιο πόλεμο αφού, έχοντας καταργήσει την καπιταλιστική εκμετάλλευση, δεν είχε κανένα λόγο να συμμετάσχει σε μια σύρραξη που στόχο θα είχε το ξαναμοίρασμα των αγορών ανάμεσα σε καπιταλιστές.

Η ιμπεριαλιστική «ειρήνη»

Το πλέον σημαντικό γεγονός της περιόδου ήταν η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση και η γέννηση της Σοβιετικής Ρωσίας το 1917. Γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, καθώς έσπασε την αλυσίδα του ιμπεριαλισμού και εγκαινίασε μια νέα εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Σοσιαλδημοκράτες και οπορτουνιστές διακήρυτταν ανοικτά και ξεδιάντροπα ότι «ο μπολσεβικισμός έπρεπε να βγει από τη μέση», ενώ δούλευαν δραστήρια για τη συγκρότηση αντεπαναστατικού μετώπου με στόχο τη στρατιωτική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.

Ο Κ. Κάουτσκι, επιφανής Γερμανός σοσιαλδημοκράτης, έφτασε στο σημείο να θεωρεί τον «μπολσεβικισμό» ως την κύρια αιτία της κρίσης.

Παράλληλα οξύνονται και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ενώ πολλαπλασιάζονται οι στρατιωτικές δυνάμεις των καπιταλιστικών κρατών και διογκώνονται οι πολεμικοί προϋπολογισμοί.

Το 1927 το ΚΚ (μπ.) της Σοβιετικής Ένωσης εκτίμησε ότι η μοιρασιά των εδαφών που έγινε ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ήδη παλιώσει, ότι οι προσπάθειες για ειρηνικό διακανονισμό δεν έφεραν αποτέλεσμα και προειδοποιεί ότι από τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού θα γεννηθεί νέα κρίση.

Την ίδια περίοδο μεγάλωσε η οικονομική ισχύς των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, αλλά και της Γερμανίας, με την αμέριστη αμερικανική βοήθεια και συγκεκριμένα με τα σχέδια Ντοζ (1924) και Γιανγκ (1929), τα οποία εμπνεύστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή οι εκπρόσωποι του αμερικανικού, του αγγλικού και του γαλλικού κεφαλαίου.

Με βάση τα δύο σχέδια μειώθηκαν τα ποσά των γερμανικών επανορθώσεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και άρχισε η αναζωογόνηση της οικονομίας. Από την άλλη αμερικανικά μονοπώλια («Στάνταρντ Οϊλ», «Τζένεραλ Ελέκτρικ», «Τζένεραλ Μότορς», «Ιντερνάσιοναλ Τέλεγκραφ εντ Τέλεφον Κόμπανι», «Φορντ», «Ανακόντα» κ.ά.) διείσδυσαν στην Ευρώπη μέσα από τις απευθείας επενδύσεις στη γερμανική βιομηχανία.

Η δεκαετία 1920-1930 ήταν στην ουσία μια δεκαετία ιμπεριαλιστικής ειρήνης. Επρόκειτο για ιμπεριαλιστική ειρήνη στη διάρκεια της οποίας προετοιμαζόταν ο νέος πόλεμος.

Οι προετοιμασίες επιταχύνθηκαν από το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης του 1929-1932.

Η καπιταλιστική κρίση 1929-1932

Τον Οκτώβρη του 1929 ξεσπά, στον καπιταλιστικό κόσμο, μια σφοδρή κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, η οποία διαλύει μονομιάς τις αυταπάτες της συνεχούς ανάπτυξης και ευδαιμονίας και φανερώνοντας τον ξεπερασμένο ιστορικά χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος.

Η κρίση εκδηλώνεται κατ’ αρχάς στη Γουόλ Στριτ και την αμερικανική οικονομία και γρήγορα εξαπλώνεται, στον έναν ή άλλο βαθμό, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και όλους τους τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας, τη βιομηχανία, την αγροτική οικονομία, το πιστωτικό – χρηματιστικό σύστημα, το εμπόριο και τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

Η βιομηχανική παραγωγή του καπιταλιστικού κόσμου μειώθηκε μέσα σε τρία χρόνια κατά 38% και η αγροτική παραγωγή κατά 1/3.

Οι άνεργοι έφτασαν τα 35.000.000.

Δεκάδες εκατομμύρια αγρότες ξεκληρίστηκαν.

Μόνο στις ΗΠΑ, 70.000.000 άνθρωποι κατρακύλησαν στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης.

Η κρίση όξυνε στο έπακρο τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και την πάλη των ιμπεριαλιστών για τον έλεγχο των αγορών και των σφαιρών επιρροής. Δυνάμωσε τις αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη.

Την ίδια περίοδο, τα χρόνια 1929-1932, ο σοβιετικός λαός εκπλήρωνε με επιτυχία το πρώτο πεντάχρονο σχέδιο ανάπτυξης και, μάλιστα, σε τέσσερα μόνο χρόνια.

Η Σοβιετική Ένωση έκανε ένα μεγάλο βήμα στο δρόμο της εκβιομηχάνισης.

Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας, με το διπλασιασμό της βιομηχανικής παραγωγής, την επιτάχυνση των ρυθμών συγκρότησης αγροτικών συνεταιρισμών και αύξησης της αγροτικής παραγωγής, την πλήρη εξάλειψη της ανεργίας, την αποφασιστική καταπολέμηση του αναλφαβητισμού και η συνεχής άνοδος του βιοτικού επιπέδου των λαών της Σοβιετικής Ρωσίας αποκάλυψαν την τεράστια διαφορά των δύο δρόμων ανάπτυξης, των δύο διαμετρικά αντίθετων κοινωνικοοικονομικών συστημάτων.

Μέσα στη κρίση γεννήθηκαν οι θεωρίες του αστού Βρετανού οικονομολόγου Μπέρναρντ Κέυνς.

Ο Κέυνς υποστήριζε ότι η κρίση μπορούσε να ξεπεραστεί με την ενίσχυση της ζήτησης μέσα από την αύξηση των δημόσιων δαπανών και την επίτευξη ταξικής ειρήνης.

Τα μέτρα που πάρθηκαν σε αυτή την κατεύθυνση, κυρίως στις ΗΠΑ και σε μικρότερη έκταση στη Γερμανία, αναζωογόνησαν κάπως την καπιταλιστική οικονομία όμως δεν ακολούθησε άνοδος.

Αντίθετα.

Το 1937 επανέκαμψε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση.

Η ανεργία ξεπέρασε και τα επίπεδα του 1933, ενώ οι μισθοί εξανεμίστηκαν.

Αυξήθηκαν τότε οι πολεμικές παραγγελίες και μαζί τους ο μιλιταρισμός.

Η αύξηση των πολεμικών παραγγελιών όξυνε τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η όξυνση αυτή με τη σειρά της εντατικοποιούσε ακόμα περισσότερο τους πολεμικούς εξοπλισμούς.

Η αύξηση των όπλων απέκλειε το ένα μετά το άλλο τα άλλα μέσα για την έξοδο από την κρίση μέχρι που απέμεινε μόνο ο πόλεμος που θα έφερνε μια τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων που ήταν και η μόνη λύση.

Ωστόσο ο πόλεμος είχε ήδη ρίξει τη βαριά σκιά του από τις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία και αντεπαναστατικός πυρετός

Η καπιταλιστική κρίση, πέραν όλων των άλλων, έφερε στην ημερήσια διάταξη την καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης και τη βάναυση καταστολή του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Στις 30 Γενάρη 1933 οι εθνικοσοσιαλιστές κέρδισαν στις γερμανικές εκλογές και πήραν την εξουσία, σηματοδοτώντας τη στροφή της γερμανικής μεγαλοαστικής τάξης προς τον πόλεμο. Εξάλλου ο Χίτλερ τροφοδοτήθηκε από την Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών που έβλεπε την αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας να υλοποιήσει τα σχέδιά τους.

Οι εθνικοσοσιαλιστές ήταν και παρέμειναν σε ολόκληρη τη διάρκεια της ύπαρξής τους ο πιο τέλειος εκφραστής των συμφερόντων των Γερμανών καπιταλιστών.

Τα κέρδη τους ήταν μυθικά και εξηγούν ως ένα βαθμό και τη γρήγορη ανάκαμψη της Γερμανίας μετά τον πόλεμο.

Το 1933 καταγράφηκαν επίσημα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων ύψους 6.600.000.000 μάρκων, ενώ το 1939 το ποσό αυτό σχεδόν τριπλασιάστηκε αγγίζοντας τα 15.000.000.000 μάρκα.

Αυτές οι επιχειρήσεις «τσέπωσαν» τα κολοσσιαία κέρδη της στρατιωτικοποίησης και της δουλικής εκμετάλλευσης των ξένων, ιδιαιτέρα «Ανατολικών εργατών», αλλά και της λεηλασίας όλης της Ευρώπης.

Οι ναζιστές πέτυχαν την απρόσκοπτη κερδοφορία των αφεντικών τους με τη συντριβή κάθε οργάνωσης των εργαζομένων.

Στην κούνια του ναζισμού και του πολέμου παραστάθηκαν και οι αστικές «δημοκρατίες» σαν στοργικές μάγισσες.

Σχέσεις με τους ναζί εγκληματίες είχαν αναπτύξει ο πρόεδρος της «Στάνταρτ Όιλ», Ουίλιαμ Τίγκλ και ο Βρετανός πρόεδρος της «Σελ» σερ Χέντρι Ντίντερτιγκ.

Με την άδεια της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αμερικανικές εταιρείες πωλούσαν στους ναζί εφευρέσεις όπως συνθετικό καουτσούκ, βενζίνη, νέες εκρηκτικές ουσίες και αλουμίνιο. Υλικά που ήταν απαραίτητα για την ανάπτυξη πολεμικής βιομηχανίας.

Οι οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές των καπιταλιστικών κρατών με τη Γερμανία συνεχίστηκαν ακόμη και στη διάρκεια του πολέμου.

Επίσης το Βατικανό αναγνώρισε αμέσως το Γ΄ Ράιχ. Στο πρόσωπο της Γερμανίας έβλεπε τη δύναμη που θα συντρίψει τη Σοβιετική Ένωση. Γι’ αυτό, όταν η Γερμανία κατέλαβε την καθολική Πολωνία, το Βατικανό δεν αντέδρασε. Το ίδιο έκανε και για το ολοκαύτωμα των Εβραίων.

Αποχαλινωμένος ο γερμανικός ιμπεριαλισμός από τη στήριξη που του παρείχαν  οι καπιταλιστές της Δύσης  ξεκίνησε  τον «χορό του πολέμου» στην Ευρώπη. Τον Οκτώβρη του 1933 η Γερμανία εγκατέλειψε τη Διάσκεψη της Γενεύης για τον αφοπλισμό και κατέθεσε δήλωση αποχώρησης από την Κοινωνία των Εθνών.

Στις 16 Μάρτη 1935, ο Χίτλερ κήρυξε στη χώρα γενική επιστράτευση.

Είχε ήδη προσαρτήσει το Σάαρ, σημαντικό μεταλλουργικό κέντρο -το οποίο με βάση τη Συνθήκη των Βερσαλιών ήταν αποστρατιωτικοποιημένο – και  τη Ρηνανία.

Το 1935 η Ιταλία εισέβαλε στην Αιθιοπία και το Νοέμβρη του 1936 Γερμανία και Ιαπωνία υπέγραψαν  σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας, γνωστό και ως «Αντικομιντέρν Σύμφωνο». Λίγο μετά, στο «Σύμφωνο κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς» προσχώρησε η Ιταλία. Στη συνέχεια προσχώρησαν η Ουγγαρία, η Ισπανία, η Δανία, η Φινλανδία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Κροατία, η Βουλγαρία, η Τουρκία, το Ελ Σαλβαδόρ κ.ά. Συνολικά στο Αντικομμουνιστικό Σύμφωνο προσχώρησαν 15 κράτη.

Το 1936 Γερμανία και Ιταλία επεμβαίνουν στον ισπανικό εμφύλιο στο πλευρό του φασίστα στρατηγού Φράνκο.

Οι ΗΠΑ – Γαλλία – Βρετανία ανέχτηκαν την προσάρτηση της Αυστρίας τον  Μάρτη του 1938, γεγονός που εξέπληξε και τον ίδιο τον Χίτλερ ο οποίος γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να αντιδράσει επαρκώς αν δεχόταν επίθεση.

Η Αυστρία είχε το μεγαλύτερο πολεμικό βιομηχανικό οπλοστάσιο σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Τα γερμανικά μονοπώλια πήραν στα χέρια τους και τα πυριτιδοποιεία του Μπλουμάου και άλλα εργοστάσια της αυστριακής πολεμικής βιομηχανίας, όπως το εργοστάσιο κατασκευής όπλων στο Χίρτεμπεργκ.

H πρώτη χώρα που αναγνώρισε την προσάρτηση ήταν η Μεγάλη Βρετανία και η μόνη χώρα που αντέδρασε η Σοβιετική Ένωση.

Υπέρ της προσάρτησης στάθηκε από την πρώτη στιγμή και η Καθολική Εκκλησία.

Όλη τη δεκαετία του 1930 οι ιμπεριαλιστές της Δύσης έπαιζαν ένα περίπλοκο διπλωματικό παιχνίδι το οποίο ονομάστηκε «πολιτική του κατευνασμού» και είχε στόχο να στρέψει τις φασιστικές δυνάμεις ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, υπολογίζοντας ότι μια πολεμική σύγκρουση της Γερμανίας με την ΕΣΣΔ θα οδηγούσε στην εξασθένηση και των δύο, ώστε στο τέλος να υπερισχύσουν εκείνες.

Τον στόχο της πολιτικής του «κατευνασμού» διατύπωσε ανάγλυφα ο μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν: «Οι δύο τίγρεις θα παλέψουν μεταξύ τους και θα ματώσουν.

Όταν πια θα κείτονται σχεδόν άπνοες και χωρίς αίμα, θα έρθει η σειρά μας να επιβληθούμε».

Κορυφαία στιγμή αυτού του «βρώμικου παιχνιδιού» ήταν και το Σύμφωνο του Μονάχου, το οποίο υπογράφηκε τον Σεπτέμβρη του 1938 ανάμεσα στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Το Σύμφωνο είχε και το «πράσινο φως» των ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο εκπρόσωποι της Γερμανίας διαπραγματεύονταν με αμερικανικά μονοπώλια την πλήρη υποστήριξή τους στη «διεύρυνση προς Ανατολάς».

Το Σύμφωνο του Μονάχου

Στις 29 Σεπτέμβρη 1938 στο Μόναχο συναντήθηκαν από τη Γερμανία ο Χίτλερ, από την Αγγλία ο πρωθυπουργός Τσάμπερλεν, από τη Γαλλία ο πρωθυπουργός Νταλαντιέ και από την Ιταλία ο Μουσολίνι για να συζητήσουν το λεγόμενο τσεχοσλοβακικό ζήτημα.

Ο Χίτλερ, επικαλούμενος τα δικαιώματα μιας ξεχασμένης γερμανικής μειονότητας στην περιοχή της Σουδητίας, αξίωνε την προσάρτησή της.

Ο αρχηγός του γερμανοφασιστικού κόμματος στη Σουδητία Χενλάιν ζητούσε επίμονα ολοκληρωτική αυτονομία για όλους τους Γερμανούς που ζούσαν στην Τσεχοσλοβακία ενώ επεδίωκε ένα επεισόδιο που θα χρησίμευε ως άλλοθι για εισβολή της Βέρμαχτ.

 

 

 

Η τακτική αυτή οδήγησε στη Διάσκεψη του Μονάχου, στην οποία έγιναν δεκτές οι ναζιστικές αξιώσεις.

Με βάση τη συμφωνία που υπογράφτηκε, η Τσεχοσλοβακία ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στη Γερμανία μέσα σε δέκα μέρες τη Σουδητία.

Στα χέρια των χιτλερικών έπεσαν βιομηχανικές περιοχές με σπουδαία μεταλλουργικά και χημικά εργοστάσια, μεθοριακά οχυρά και μια σημαντική ποσότητα οπλισμού.

Τον Μάρτη του 1939 ο Χίτλερ, απειλώντας με ισοπέδωση την Πράγα, καταλαμβάνει και την υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία.

Στις 23 Μάρτη του 1939 γερμανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν σε εδάφη της Λιθουανίας.

Τον Απρίλη – Μάη του 1939 η Γερμανία κατήγγειλε την αγγλοαμερικανική ναυτική συμφωνία του 1935, ακύρωσε το σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία που υπογράφτηκε το 1934 και έκλεισε με την Ιταλία το λεγόμενο Χαλύβδινο Σύμφωνο, με βάση το οποίο η ιταλική κυβέρνηση υποχρεωνόταν να βοηθήσει τη Γερμανία αν αυτή εμπλακεί σε πόλεμο με τις δυτικές δυνάμεις.

Στις 7 Απρίλη 1939 ιταλικός στρατός αποβιβάστηκε στην Αλβανία και την κατέλαβε, ενώ στην Ισπανία είχαν επικρατήσει οι φασίστες του Φράνκο.

Η γερμανική πολεμική μηχανή ήταν σε πλήρη ανάπτυξη και η κατεύθυνσή της ήταν προς τη Σοβιετική Ένωση με τη συναίνεση και τη βοήθεια των αστικών «δημοκρατιών» της Δύσης. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους είχαν υιοθετήσει την «αρχή της ουδετερότητας», εξισώνοντας θύτες και θύματα.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα η αμερικανική «Στάνταρντ Όιλ» διοχέτευε καύσιμα τη γερμανική πολεμική μηχανή μέσω της ουδέτερης Ελβετίας.

Η «Φορντ» κατασκεύαζε στρατιωτικά φορτηγά για λογαριασμό του γερμανικού στρατού.

Η ΙΤΤ πρόσφερε τεχνογνωσία για τη βελτίωση των γερμανικών τηλεκατευθυνόμενων πυραύλων.

Δεκάδες εκατομμύρια βλήματα κατασκευάζονταν από την ίδια εταιρεία.

Επίσης συνάπτονταν δάνεια ανάμεσα στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ γίνονταν μεγάλες βρετανικές και γαλλικές επενδύσεις στον τομέα των καυσίμων.

Μεγάλες ήταν και οι γαλλικές εξαγωγές σιδηρομεταλλεύματος στη χιτλερική Γερμανία.

Το Σύμφωνο Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ

Έχοντας ξεκάθαρο  η Σοβιετική Ένωση ότι η επίθεση εναντίον της ήταν πια θέμα χρόνου έκανε επίμονες προσπάθειες να συναφθεί αντιφασιστική συμμαχία. Οι ΗΠΑ – Βρετανία – Γαλλία κρατούσαν αρνητική στάση. Ταυτόχρονα, συνέχιζαν την πολιτική της υπονόμευσης και επίθεσης εναντίον της.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στη σύγκρουση ΕΣΣΔ – Φινλανδίας (30 Νοέμβρη 1939 – 12 Μάρτη 1940) οι Αγγλογάλλοι σχεδίαζαν την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στο πλευρό των Φινλανδών, ενώ έστειλαν βοήθεια αποτελούμενη από τουλάχιστον 250 αεροπλάνα. Τον φινλανδικό στρατό επιθεωρούσαν αξιωματούχοι της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Η σοβιετική κυβέρνηση είχε προτείνει στη Φινλανδία σύμφωνο αλληλοβοήθειας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης, το οποίο απορρίφθηκε, όπως απορρίφθηκε και η πρόταση για εκμίσθωση του λιμανιού Χάνκο με αντάλλαγμα έκταση της Καρελίας, νησιά της Βαλτικής και ένα τμήμα του ισθμού της Καρελίας. Σημειώνεται ότι το λιμάνι Χάνκο απέχει από το Λένινγκραντ μόλις 350 χλμ. και μόλις 35 χιλιόμετρα από τα φινλανδοσοβιετικά σύνορα.

Μετά την απόρριψη των προτάσεων της Σοβιετικής Ένωσης, η αντιδραστική κυβέρνηση της Φινλανδίας, υποκινούμενη από τους ιμπεριαλιστές, ξεκίνησε συνοριακά επεισόδια που κατέληξαν στο ξέσπασμα του σοβιετοφινλανδικού πολέμου στις 30 Νοέμβρη 1939 ο οποίος έληξε με ήττα της Φινλανδίας και την υπογραφή συνθήκης.

Στις 29 Ιούλη 1939, η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Βρετανίας να οργανωθεί στη Μόσχα σύσκεψη για να ξεπεραστούν οι πολιτικές δυσκολίες συνεννόησης. Όμως και αυτές οι συζητήσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο.

Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η στάση τους και όταν πρότειναν στη Σοβιετική Ένωση σχέδια συνθηκών κατά του «Άξονα», προκειμένου να κρατούν τα προσχήματα. Με τις προτάσεις αυτές επιχειρούσαν να αναλάβει η Σοβιετική Ένωση ολόκληρο το βάρος του πολέμου και εκείνες να μείνουν μακριά, ώστε να αποκτήσουν τη δυνατότητα να υπαγορεύσουν τους όρους τους στους εμπόλεμους την κατάλληλη στιγμή.

Στις 23 Αυγούστου 1939 υπογράφτηκε το γερμανοσοβιετικό «Σύμφωνο μη επίθεσης», 10χρονης διάρκειας, το γνωστό ως «Σύμφωνο Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ», από τα ονόματα των δύο ομολόγων υπουργών Εξωτερικών. Πολύ αργότερα (13 Απρίλη 1941) υπογράφτηκε και το σοβιετοϊαπωνικό «Σύμφωνο ουδετερότητας».

Το «Σύμφωνο Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ»  έχει δεχτεί πυρά από ολόκληρο το αστικό «φάσμα», αποκρύπτοντας ωστόσο το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα καπιταλιστικά κράτη, τόσο αυτά με αστικά δημοκρατικά πολιτεύματα, όσο και τα άλλα με φασιστικά, ενεργούσαν έχοντας στόχο την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας.

Το «Σύμφωνο Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ» εξυπηρετούσε τη Σοβιετική Ένωση η οποία απέτρεψε την άμεση επίθεση της Γερμανίας και εξασφάλισε χρόνο για να προετοιμαστεί καλύτερα στρατιωτικά και οικονομικά.

Το Σύμφωνο ήταν απαραίτητο και στη Γερμανία, επειδή δεν μπορούσε να εξαπολύσει πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση δίχως να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει την απαραίτητη οικονομική δύναμη.  Διαφορετικά, έστω κι αν νικούσε, θα αποδυναμωνόταν κατά πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει προβληματική έως αδύνατη η αντιμετώπιση από την πλευρά της των άλλων ανταγωνιστικών της καπιταλιστικών δυνάμεων με αξιώσεις νίκης.

Αξίζει να σημειωθούν οι λυσσαλέες αντιδράσεις των Αμερικανών και των Άγγλων για το Σύμφωνο. Στις 7 Οκτώβρη 1939 η αμερικανική εφημερίδα «Νew York Herald Tribune» έγραφε ότι ο Χίτλερ «δεν κράτησε την υπόσχεσή του να είναι λιοντάρι προς Ανατολάς και αρνάκι προς Δυσμάς». Παρόμοιες κατηγορίες εκτοξεύονταν και από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία. Μάλιστα, ο Τσόρτσιλ κατηγορούσε τους ναζί ότι «πρόδωσαν το Αντικομιντέρν Σύμφωνο και τις αντιμπολσεβίκικες συμφωνίες».

Το σοβιετογερμανικό «σύμφωνο μη επίθεσης» διήρκεσε μέχρι την 22α Ιούνη 1941, οπότε η Γερμανία το παραβίασε και επιτέθηκε κατά της ΕΣΣΔ.

Ξεκινά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Την 1η Σεπτέμβρη του 1939 η Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία μετά από μια προβοκάτσια που έστησαν το προηγούμενο βράδυ τα επιτελεία των Ες-Ες με επίθεση δήθεν Πολωνών στη μεθοριακή γερμανική πόλη Γκλάιβιτς και την κατάληψη του ραδιοφωνικού σταθμού.

Ο πολωνικός στρατός αντιστέκεται ηρωικά, όμως τελικά υπέκυψε μπροστά στην υπέρτερη γερμανική πολεμική μηχανή. Η εισβολή στην Πολωνία ήταν η επίσημη αυλαία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αγγλία και Γαλλία είχαν υπογράψει με την Πολωνία σύμφωνα αμοιβαίας βοήθειας τα οποία καταπάτησαν, αφήνοντάς την να πολεμήσει μόνη και τελικά να ηττηθεί. Σύμφωνα μάλιστα με γαλλικές πηγές, η Γαλλία θα μπορούσε να αντιπαρατάξει μέχρι και 90 μεραρχίες απέναντι στις 43 γερμανικές μεραρχίες. Όμως τόσο το Λονδίνο όσο και το Παρίσι αρνήθηκαν στην Πολωνία έστω τον εφοδιασμό της με όπλα.

Έτσι η κήρυξη πολέμου από τη Βρετανία και τη Γαλλία κατά της Γερμανίας είχε προσχηματικό χαρακτήρα, ωστόσο φανέρωνε την ανησυχία τους ότι η δύναμη που δημιούργησαν ήταν άπληστη και αργά ή γρήγορα θα στρεφόταν εναντίον τους.

Στις 16 Σεπτέμβρη η κυβέρνηση της Πολωνίας εγκατέλειψε τον πολωνικό λαό στην τύχη του και φεύγει για τη Ρουμανία και στη συνέχεια για τη Βρετανία.

Αφού η Πολωνία έχει οριστικά ηττηθεί και γνωρίζοντας ότι θα χρησιμοποιηθεί ως προγεφύρωμα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ο Κόκκινος Στρατός προωθείται στα ανατολικά εδάφη της Πολωνίας στις 17 Σεπτέμβρη.

Τα εδάφη αυτά ήταν εδάφη της Δυτικής Λευκορωσίας και της Δυτικής Ουκρανίας που είχαν ληστέψει οι αστοί και οι τσιφλικάδες της Πολωνίας το 1920 κατά τη διάρκεια της αντεπαναστατικής εκστρατείας της Αντάντ.

Έτσι δημιουργήθηκε ένας φραγμός στη φασιστική επιδρομή, που εξασφάλισε ευνοϊκότερους στρατηγικούς όρους, για την απόκρουση της οποίας οι Σοβιετικοί περίμεναν από τη δεκαετία του 1920, παρακολουθώντας την ιμπεριαλιστική τακτική για την ενδυνάμωση της Γερμανίας.

Μετά την κήρυξη του πολέμου δεν αναλήφθηκε  καμιά πολεμική δράση μέχρι τον Απρίλη του 1940, οπότε η Γερμανία κατέλαβε τη Δανία. Αυτή η κατάσταση ονομάστηκε «παράξενος πόλεμος».

Μετά τη Δανία η Γερμανία κατέλαβε τη Νορβηγία και τη Σουηδία και στράφηκε δυτικά καταλαμβάνοντας την Ολλανδία και το Βέλγιο.

Στις 10 Μάη  ξεκίνησε η εισβολή στη Γαλλία και ο γερμανικός στρατός μπήκε στο Παρίσι στις 14 Ιούνη. Στην ουσία η γαλλική αστική τάξη παρέδωσε τη χώρα της. Ένα τμήμα της, υπό τον στρατηγό Πετέν δημιούργησε κατοχική κυβέρνηση η οποία συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, ενώ άλλο τμήμα της υπό τον στρατηγό Ντε Γκωλ διέφυγε στο Λονδίνο. Με την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, στις 7 Δεκέμβρη 1941, αυτός γίνεται Παγκόσμιος.

Η Γερμανία εισβάλλει στη Σοβιετική Ένωση

Από το 1923 στο βιβλίο «Ο Αγών μου» ο Α. Χίτλερ είχε ξεκαθαρίσει:

«Βασικός στόχος της Γερμανίας θα έπρεπε να είναι η εξαφάνιση του μπολσεβικισμού …όταν μιλάμε για νέα εδάφη στην Ευρώπη μπορούμε να σκεφτόμαστε πριν από όλα τη Ρωσία και τα γειτονικά της κράτη… το απέραντο κράτος της Ανατολής ωρίμασε και πρέπει να καταστραφεί και να εποικιστεί από Άριους κυρίους που θα έχουν στη διάθεσή τους εκατομμύρια Σλάβους υπανθρώπους».

Από τις διακηρύξεις πέρασε στην πράξη.

Στις 3.15 τα ξημερώματα της 22ας Ιουνίου 1941 το γερμανικό πυροβολικό εξαπέλυσε έναν σφοδρό βομβαρδισμό εναντίον των σοβιετικών συνοριακών στρατιωτικών τμημάτων.

Ταυτόχρονα εκατοντάδες σιδερόφραχτες γερμανικές μεραρχίες άρχισαν να προσβάλλουν τα προκεχωρημένα φυλάκια και να εισβάλλουν στη Σοβιετική Ένωση από όλο τη μήκος των συνόρων της που εκτείνονταν από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.

Με το πρώτο φως της ημέρας ξεκίνησαν  και οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί.

Ήταν η έναρξη μιας από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιχειρήσεις που είχε δει μέχρι τότε η ανθρωπότητα: Η «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα», που σύμφωνα με τους εθνικοσοσιαλιστές ιμπεριαλιστές ήταν το σημαντικότερο στάδιο στον αγώνα τους για την παγκόσμια κυριαρχία.

Με την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση υλοποιούταν ο διακαής πόθος όλων των ιμπεριαλιστών που ήταν η καταστροφή του πρώτου κράτους των εργατών και αγροτών το οποίο  εγκυμονούσε τεράστιους κινδύνους για την παγκόσμια κυριαρχία τους.

Όπως έλεγε ο Άγγλος αστός πολιτικός Λόιντ Τζορτζ:

«Η νίκη του κομμουνισμού θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από ό,τι η νίκη του φασισμού».

Παράλληλα η εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση διαπραγματευόταν με τη Μεγάλη Βρετανία υπογραφή ειρήνης που θα έλυνε τα χέρια του ναζιστικού επιτελείου στο μέτωπο της Δυτικής Ευρώπης ώστε απρόσκοπτα και χωρίς πιέσεις να έριχνε στο Ανατολικό Μέτωπο το σύνολο του γερμανικού στρατού.

Όταν αυτές οι διαβουλεύσεις αποκαλύφθηκαν και προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στο λαό της Μεγάλης Βρετανίας, η πρόταση της Γερμανίας απορρίφθηκε.

Μιλώντας στις 20 Μάρτη 1941 στους διοικητές των στρατιών που θα συμμετείχαν στην εισβολή ο Χίτλερ είχε επισημάνει επιτακτικά:

«Ο πόλεμος στη Ρωσία δεν μπορεί να διεξαχθεί σύμφωνα με τους νόμους της τιμής.

Είναι αγώνας ιδεολογικός που απαιτεί βαθμό σκληρότητας χωρίς προηγούμενο.

Εννοώ ότι οι πολιτικοί επίτροποι του Ερυθρού Στρατού δεν πρέπει να θεωρούνται μαχόμενοι στρατιωτικοί και όταν αιχμαλωτίζονται να εκτελούνται αμέσως ως φορείς της εχθρικότερης απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό ιδεολογίας.

Η εκκαθάριση των μπολσεβίκων πρέπει να είναι αμείλικτη και οριστική».

Στις 23 Ιούνη  1941 ο υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς δήλωνε, μιλώντας σε ένα ακροατήριο βιομηχάνων, τραπεζιτών και εμπόρων:

«Δεν γίνεται αυτός ο πόλεμος για βωμούς και εστίες.

Γίνεται για σιτάρι και ψωμί, για άφθονο γεύμα και δείπνο, για πρώτες ύλες και καουτσούκ, για σίδηρο και μέταλλο».

Όταν οι Γερμανοί βιομήχανοι και τραπεζίτες εξέφρασαν ανησυχίες ότι τελικά το κράτος θα ιδιοποιούνταν την πλούσια λεία του σοβιετικού πλούτου, ο Χίτλερ προσωπικά έσπευσε να τους καθησυχάσει:

«Δεν σκοπεύω καθόλου να διατηρώ μόνιμα το ρωσικό οικονομικό σύμπλεγμα σαν κρατική κτήση, αλλά αμέσως μετά το τέλος του πολέμου θα ικανοποιήσω τα συμφέροντα των ατομικών ιδιοκτητών που τόσο συνεισφέρουν στην παγκόσμια επικράτηση του Ράιχ».

Ο Χίτλερ, προκειμένου να εξαπολύσει την αντεπαναστατική λαίλαπα, επικαλέστηκε προληπτικούς λόγους, υποστηρίζοντας ότι ο μπολσεβικισμός είχε γίνει απειλή πολέμου κατά της Ευρώπης.

Από την πλευρά της η Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση διαβεβαίωνε τον Χίτλερ ότι το πολύ σε τρεις μήνες το κράτος των μπολσεβίκων θα είχε ηττηθεί, ενώ ανάλογες ήταν και οι εκτιμήσεις στη Δύση.

Στις 23 Ιούνη 1941 το αμερικανικό πρακτορείο ειδήσεων «Ασοσιέιτεντ Πρες» ανέφερε:

«Καλά πληροφορημένοι κύκλοι δηλώνουν ότι η Γερμανία θα συντρίψει τον Κόκκινο Στρατό μέσα σε τρεις μήνες.

Οι κύκλοι αυτοί δεν αποκλείουν η Γερμανία να πετύχει τη νίκη σε ένα μήνα…».

Μία μέρα πριν την επίθεση ο ίδιος ο Χίτλερ έστειλε προσωπικά διαταγή στους επικεφαλής των γερμανικών μονάδων που ανάμεσα σε άλλα ανέφερε:

«Οι Γερμανοί στρατιώτες που θα ευθύνονται για την παραβίαση των διεθνών κανόνων πολέμου δεν θα διώκονται από καμία στρατιωτική αρχή και δεν θα υποβληθούν σε πειθαρχικές ή ποινικές διώξεις».

Ο διοικητής της Ανωτάτης Διοίκησης, στρατάρχης Β. Κάιτελ, εξειδίκευσε την αποτρόπαια διάσταση της διαταγής ως εξής:

«Να χρησιμοποιηθούν οποιαδήποτε μέτρα ακόμα και κατά των γυναικών και των παιδιών.

Να ξεμπερδέψουμε γρήγορα με τους πληθυσμούς για να μη τους τρέφουμε τον χειμώνα».

Ο αγώνας που θα διεξήγαγε από την 22α Ιουνίου 1941 και για σχεδόν 4 χρόνια ο σοβιετικός λαός, με την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος, θα ήταν πλέον ένας αγώνας ζωής και θανάτου με έναν αντίπαλο που δεν δίσταζε μπροστά και στο πιο φρικτό και αποτρόπαιο έγκλημα.

Αιφνιδιασμός της σοβιετικής ηγεσίας δεν μπορούσε να υπάρξει, αφού η προώθηση της γιγαντιαίας ναζιστικής πολεμικής μηχανής στα σοβιετικά σύνορα δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και ήταν γνωστή στη σοβιετική Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών από τον Φλεβάρη του 1941.

Άμεσα ξεκίνησε η εντατική ενίσχυση των υπαρχόντων και η δημιουργία καινούργιων οχυρωματικών έργων, επιστρατεύθηκαν 800.000 και στάλθηκαν σε ενίσχυση των συνοριακών φρουρών, ενώ μετακινήθηκαν πολλές μεραρχίες από τα βαθιά μετόπισθεν κοντά στα σύνορα.

Στις 30 Ιούνη συγκροτήθηκε η Κρατική Επιτροπή Άμυνας, ενώ με ταχείς ρυθμούς η οικονομία μετατράπηκε  σε πολεμική.

Αδιαμφισβήτητο στοιχείο της συστηματικής πολεμικής προετοιμασίας του σοβιετικού κράτους και μια από τις κορυφαίες στιγμές του αντιφασιστικού αγώνα που διεξαγόταν δεν μπορεί παρά να είναι η μεταφορά, από την πρώτη στιγμή της γερμανικής εισβολής, της βιομηχανίας στα ανατολικά και η μετατροπή της σε πολεμική.

Στους τρεις πρώτους μήνες του πολέμου αποσυναρμολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Ουράλια, στην Ανατολική Σιβηρία και στη Μέση Ασία, 1.360 κολοσσιαίες βιομηχανίες.

Όπως γράφει σε σχετικό άρθρο του ο πανεπιστημιακός καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης: «Ποτέ πριν, πουθενά, δεν είχε γίνει κάτι ανάλογο σε παρόμοια κλίμακα.

Από τα δισεκατομμύρια εξαρτήματα που μεταφέρθηκαν με αυτή τη μέθοδο, θα αρκούσε η απώλεια ή η “παραπλάνηση” ενός ποσοστού πέντε ίσως στα εκατό, ώστε να ακυρωθεί η όλη προσπάθεια, να μην μπορούν δηλαδή να συναρμολογηθούν και να λειτουργήσουν οι μονάδες αυτές.

Ως εκ τούτου, μία τυχόν “δυσπραγία” ή “δυσαρέσκεια” ή “αδεξιότητα” των ανθρώπων που βρίσκονταν πίσω από αυτές τις τιτάνιες επιχειρήσεις, μία δυσλειτουργία των σχεδίων και της οργάνωσης του εγχειρήματος θα ήταν καταστροφική, θα κατέστρεφε κυριολεκτικά την παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Η διαδικασία ήταν εξαιρετικά ευαίσθητη και προαπαιτούσε, εκτός από βαθύτατη τεχνική παιδεία και εξαιρετικές δεξιότητες εκ μέρους των χιλιάδων εμπλεκομένων, την πολιτική τους συναίνεση. Την πίστη σε αυτό που έκαναν».

«Προχωράει ο πόλεμος ο λαϊκός, ο πόλεμος ο ιερός…»

Πρώτοι στη μάχη μπήκαν οι συνοριακοί φρουροί του Κόκκινου Στρατού.

Τα ναζιστικά σχέδια προέβλεπαν την πτώση των συνοριακών φυλακίων σε μισή ώρα από την έναρξη της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα», ωστόσο στο πεδίο της μάχης ανατράπηκαν.

Αυτό επιβεβαιώνεται από πλήθος αναφορών του γερμανικού επιτελείου με τη συνεχή και μονότονη επισήμανση «Ο Ερυθρός Στρατός μάχεται παντού ως τον τελευταίο».

Ο στρατάρχης της Βέρμαχτ Φον Κλάιστ έλεγε:

«Ο Ερυθρός Στρατός αποτελείται από πρώτης τάξεως μαχητές που μάχονται με εξαιρετική επιμονή και επιδεικνύει αφάνταστη αντοχή».

Ο άμεσος στρατηγικός στόχος του σχεδίου «Μπαρμπαρόσα» να συντριβούν τα σοβιετικά στρατεύματα στη συνοριακή γραμμή δεν επιτεύχθηκε. Ωστόσο, οι γερμανικές μεραρχίες διασπούν το μέτωπο,  φτάνουν στο Λένινγκραντ το οποίο πολιόρκησαν και στις αρχές του Σεπτέμβρη βρέθηκαν μια ανάσα από τη Μόσχα.

Στη Μόσχα ο γερμανικός στρατός υπέστη την πρώτη του ήττα μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενώ βρέθηκε αντιμέτωπος με την ανωτερότητα του Κόκκινου Στρατού.

Όπως γράφει ο στρατάρχης Ζούκοφ:

«Τo Κρατικό Συμβούλιο Άμυνας και το Ανώτατο Στρατηγείο έβλεπε μακρύτερα και καλύτερα από τη γερμανική στρατηγική ηγεσία.

Κατανοούσε καλύτερα από τον εχθρό τη συγκεκριμένη κατάσταση που καθόριζε την πορεία των γεγονότων.

Προέβλεπε τις πιθανές ενέργειες του εχθρού και έπαιρνε μέτρα να ανατρέψει τους σκοπούς του και να επιτύχει τους δικούς του στόχους».

Μετά την ήττα στη Μόσχα ο χιτλερικός στρατός κατατροπώνεται στο Στάλινγκραντ, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πάνω από 800.000 νεκρούς και εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίες, αγνοούμενους και αιχμάλωτος. Ανάμεσά τους και ο επικεφαλής της αποδεκατισμένης στρατιάς,  στρατάρχης Φον Πάουλους.

Οι λαοί αφουγκράζονταν με κομμένη την ανάσα τη μάχη που γινόταν από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι, ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο.

Για την κατάληψη της Ολλανδίας και του Βελγίου ο γερμανικός στρατός διέθεσε 19 μέρες. Η Γαλλία κυριεύθηκε σε 44 μέρες. Για να κυριεύσουν ένα σπίτι στο Στάλινγκραντ, που έμεινε γνωστό σαν «το σπίτι του Παβλόφ», διέθεσαν 58 μέρες. Και τελικά δεν μπόρεσαν να συντρίψουν την αντίσταση της φρουράς του. Στις εφόδους προς το «σπίτι του Παβλόφ» εξοντώθηκαν περισσότεροι Γερμανοί στρατιώτες από όσους έχασε η Βέρμαχτ στις μάχες για την κατάληψη ορισμένων μεγάλων πόλεων της Ευρώπης.

Η τρομερή μάχη λήγει στις 2 Φλεβάρη 1943.

Τα κανόνια του Στάλινγκραντ έβαλαν για πρώτη φορά σε εκείνο τον πόλεμο στην ημερησία διάταξη τη γρήγορη πτώση του χιτλερισμού, αφού η σοβιετική νίκη εκεί σήμανε την αρχή του τέλους της ναζιστικής Γερμανίας και του φασισμού. Ο Κόκκινος Στρατός περνάει στην αντεπίθεση. Στη Μάχη του Κουρσκ (5 Ιούλη – 23 Αυγούστου 1943), τη μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων που έχει γίνει ποτέ, η γερμανική ήττα γίνεται ανεπίστρεπτη.

Στο Λένινγκραντ λαός και στρατός μένουν πολιορκημένοι για 872 μέρες και η σπονδή αίματος ήταν τεράστια. Πάνω από 1.000.000 χάθηκαν, ενώ ο γερμανικός στρατός έριξε στην πόλη εκατομμύρια βλήματα όλων των τύπων και όλων των διαμετρημάτων. Το πρώτο ρήγμα στην πολιορκία έγινε τον Γενάρη του 1943, ενώ η πολιορκία λύθηκε τον Γενάρη του 1944.

Ο Κόκκινος Στρατός είχε περάσει πλέον στην αντεπίθεση, ενώ ο γερμανικός στρατός εξαναγκάζεται σε υποχώρηση από τα σοβιετικά εδάφη, έχοντας ωστόσο διαπράξει αποτρόπαια εγκλήματα κατά των Σοβιετικών πολιτών.

Προελαύνοντας ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Τα αντιστασιακά κινήματα, πρωτεργάτης των οποίων ήταν τα κομμουνιστικά κόμματα, ενισχύθηκαν.

Την ίδια στιγμή και παρά τις εκκλήσεις της Σοβιετικής Ένωσης,  η οποία αντιμετώπιζε μόνη της το σύνολο σχεδόν της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής,  τα κράτη της αντιχιτλερικής συμμαχίας δεν άνοιγαν δεύτερο μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη για να ελαφρυνθεί η πίεση στο Ανατολικό Μέτωπο.

Μόλις στις 6 Ιούνη 1944 αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία.

Και το έκαναν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός καταδίωκε πλέον τους ναζί και απελευθέρωνε τους λαούς της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, κάνοντας σαφές πως θα συνέτριβε τον χιτλερισμό μέσα στο κέντρο της επιθετικότητάς του. Αυτό το ίδιο το Βερολίνο, το οποίο δέχτηκε δυτικά το πρώτο απευθείας χτύπημα από τον Κόκκινο Στρατό στις 16 Απρίλη 1945 στις 5 το πρωί.

Στις 30 Απρίλη  τα στρατεύματα της 3ης Σοβιετικής Στρατιάς υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κουζνετσόφ καταλαμβάνουν το βασικό τμήμα του Ράιχσταγκ, της γερμανικής βουλής, που ήταν ένα από τα σύμβολα της 12ετούς ναζιστικής κυριαρχίας.

H κατάληψη του κτιρίου έγινε μέσα σε σφοδρές μάχες όροφο τον όροφο μέχρι τις 10 παρά 10 που ο επιλοχίας Γιεγκόροφ και ο λοχίας Καντάρια ύψωσαν τη σημαία με το σφυροδρέπανο πάνω στον κεντρικό τρούλο του Ράιχσταγκ.

Μέχρι το απόγευμα της 3ης Μάη 1945 είχε σταματήσει κάθε γερμανική αντίσταση.

Στις 2 Σεπτέμβρη 1945 η Ιαπωνία συνθηκολόγησε μετά τη νίκη των σοβιετικών στρατευμάτων επί της στρατιάς της στη Ματζουρία.

Στις 6 και 9 Αυγούστου 1945 οι ΗΠΑ, χωρίς να υπάρχει στρατιωτική αναγκαιότητα αφού η Ιαπωνία είχε ηττηθεί, διέπραξαν ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού κατά της ανθρωπότητας στον 20ό αιώνα.

Με ατομικές βόμβες έσβησαν από τον χάρτη, εξοντώνοντας δεκάδες χιλιάδες αμάχους στις ιαπωνικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι, στέλνοντας μήνυμα ισχύος στη Σοβιετική Ένωση και τα λαϊκά κινήματα.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει ανοίγοντας μια νέα εποχή όπου ο ιμπεριαλισμός έδειχνε τα δόντια του στους λαούς, ενώ σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Ασίας ξεκινούσε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η Αντιφασιστική Νίκη γράφτηκε με κόκκινα γράμματα

Σήμερα οι αστοί πολιτικοί, στρατιωτικοί, ιστορικοί και δημοσιογράφοι, συντονισμένοι από τα ίδια κέντρα παραχάραξης της Ιστορίας, θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν την αλήθεια που κουβαλάει η μέρα.

Να την αποσιωπήσουν. Να τη διαστρεβλώσουν.

Γι’ αυτό την ονόμασαν «Ημέρα της Ευρώπης».

Στην επιχείρηση παραχάραξης πρωτοστατεί η ΕΕ.

Με διάφορα προγράμματα προωθεί τον αντικομμουνισμό, την αντιεπιστημονική «θεωρία των άκρων», την ταύτιση του κομμουνισμού με τον φασισμό.

Ονομάζουν την αντίσταση στους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους «τρομοκρατία».

Εμφανίζουν ως σφαγές αμάχων την παραδειγματική τιμωρία των «δοσίλογων».

Προβάλλουν ως βασική αιτία της δημιουργίας οργανώσεων τύπου Ταγμάτων Ασφαλείας και της συνεργασίας με τους κατακτητές την ανάγκη «αθώων να προστατευθούν από το αιματηρό όργιο που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι κομμουνιστές».

Σε μια σειρά χώρες απαγορεύονται τα ΚΚ, τα κομμουνιστικά σύμβολα, διώκονται αγωνιστές και αποκαθίστανται οι ναζιστές, τα Ες-Ες. Την ίδια ώρα, η ΕΕ στηρίζει τις αντιδραστικές – ναζιστικές δυνάμεις που συμμετέχουν στην πραξικοπηματική κυβέρνηση της Ουκρανίας.

Η εκδίωξη των γερμανικών στρατευμάτων από τον Κόκκινο Στρατό και η απελευθέρωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης ονομάζεται «κατοχή»!

Στη Γερμανία και στην Αυστρία, οι λιποτάκτες του γερμανικού στρατού, που αυτομόλησαν στους αντιπάλους, κυρίως στο Σοβιετικό Στρατό, ουσιαστικά θεωρούνται «εθνική ντροπή»!

Αποδεικνύεται, μια ακόμη φορά, πως ο ναζισμός – φασισμός είναι γέννημα – θρέμμα από τα σπλάχνα του καπιταλιστικού συστήματος.

Άλλωστε και ο Χίτλερ αναρριχήθηκε στην εξουσία με τη στήριξη των γερμανικών και άλλων μονοπωλίων.

Θέλουν να κρύψουν πως στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ύψωσαν νικηφόρα τη σημαία με το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ, μέσα στο Βερολίνο όπου εξυφάνθηκαν τα πιο βάρβαρα μέτρα εξόντωσης της επανάστασης.

Θέλουν να σβηστεί από τη μνήμη των νεότερων γενιών πως για να καταλάβουν οι Γερμανοί ένα σπίτι στο Στάλινγκραντ χρειάστηκαν περισσότερες μέρες από όσες χρειάστηκαν για να καταλάβουν τη Γαλλία ολόκληρη.

Να ξεχαστεί πως η Γερμανία γεύτηκε για πρώτη φορά το πικρό ποτήρι της ήττας στη Μόσχα. Πως συνετρίβη στο Στάλινγκραντ, στο Κουρσκ, πως εκδιώχτηκε από την Ανατολική Ευρώπη έχοντας την τύχη του λυσσασμένου σκύλου.

Να ξεχαστεί πως η πόλη που είχε το όνομα του Λένιν, το Λένινγκραντ, πολιορκήθηκε από εκατομμύρια στρατιώτες, τανκ, πυροβόλα αεροπλάνα για εννιακόσιες μέρες, όμως δεν παραδόθηκε.

Να ξεχαστεί ότι στην αντίσταση και τον πόλεμο που διεξήγαγαν οι λαοί ενάντια στο ναζισμό μπροστάρηδες ήταν οι κομμουνιστές σε κάθε χώρα. Να ξεχαστεί ότι σε αντίθεση με αστικές δυνάμεις, οι κομμουνιστές διεξάγουν διαρκή, ανειρήνευτο και αταλάντευτο αγώνα ενάντια στο ναζισμό και στο σύστημα που τον θρέφει, τον καπιταλισμό. Ότι μόνο ο κομμουνισμός στρέφεται ενάντια στο σύστημα που γεννά, θρέφει και αξιοποιεί το ναζισμό.

Η ιστορία γράφτηκε με κόκκινα γράμματα και δεν σβήνει από τη μνήμη των λαών. Οι νικηφόρες μάχες του Κόκκινου Στρατού απέδειξαν την ανωτερότητα του σοσιαλιστικού συστήματος, της εργατικής εξουσίας, τα πλεονεκτήματα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας.

Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τον καπιταλισμό να βρίσκεται ξανά μπροστά στο χάος της κρίσης, χωρίς να μπορεί να αντιμετωπίσει την πανδημία που πλήττει τους λαούς, με τα σύννεφα του πολέμου να συγκεντρώνονται απειλητικά, στην Ασία, στην Αρκτική, στην Αφρική, στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο, με την αντεργατική επίθεση να κλιμακώνεται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, τα διδάγματα ενισχύουν τη θεωρητική θέση ότι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ο σοσιαλισμός – κομμουνισμός αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση.