ΠΑΜΕ: Κάτω τα χέρια από τα συνδικάτα, τη συλλογική οργάνωση και τη δράση των εργαζομένων

Συγκέντρωση έξω από το υπουργείο Εργασίας πραγματοποίησαν το πρωί σωματεία που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, εκφράζοντας την έντονη διαμαρτυρία τους στα σχέδια κυβέρνησης – εργοδοσίας για παρεμπόδιση της οργάνωσης των αγώνων, μέσω αντιδραστικών αλλαγών στο συνδικαλιστικό νόμο.

Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, με μπογιά έβαψαν τον πλαϊνό τοίχο της εισόδου του υπ. Εργασίας με το σύνθημα: «Κάτω τα χέρια από τα σωματεία και τους αγώνες. ΠΑΜΕ». Παράλληλα, στην πρόσοψη του κτιρίου του υπουργείου κόλλησαν το αυτοκόλλητο με το σύνθημα: «Κάτω τα χέρια από τα συνδικάτα, τη συλλογική οργάνωση και τη δράση των εργαζομένων».

Αντιπροσωπεία του ΠΑΜΕ, αποτελούμενη από συνδικαλιστές από τις Ομοσπονδίες ΦαρμάκουΜισθωτών Τύπου και Βιομηχανίας Χάρτου, Τροφίμων – Ποτών – Γάλακτος και Οικοδόμων συναντήθηκε με τον Νότη Μυταράκη, υφυπουργό Εργασίας. Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης, απευθύνθηκε κάλεσμα απεργιακής ετοιμότητας ενάντια στην κυβερνητική επιχείρηση να μπει στο γύψο η συνδικαλιστική δράση.

Τα μέλη των σωματείων έφτασαν με πορεία στο υπουργείο Εργασίας, που ξεκίνησε νωρίτερα, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαζικής παράστασης διαμαρτυρίας που έγινε μετά από κάλεσμα του ΠΑΜΕ, στα κεντρικά γραφεία της ΔΕΗ στην Αθήνα, στην οδό Χαλκοκονδύλη.

Από την πλευρά του υπουργείου έγινε προσπάθεια να υποβιβαστεί το ζήτημα. Σε ό,τι αφορά τα εργασιακά και τη λειτουργία των συνδικάτων, είπαν ότι δεν έχουν καταλήξει και ότι είναι ζητήματα προς συζήτηση, όπως προέκυψε, όμως, ο σχεδιασμός υπάρχει και είναι στα χαρτιά του υπουργείου το σχέδιο της παρέμβασης τους κράτους και της εργοδοσίας στη λειτουργία των συνδικάτων. Αυτό που μένει να καθοριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει. Και μάλιστα, όπως συνήθως κάνουν όλες οι κυβερνήσεις, έτσι και η σημερινή, χρησιμοποιούν τη μέθοδο της διαβούλευσης, δηλαδή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα να καθίσουν να δουν πώς θα ψαλιδίσουν τη δράση τους.

Οι εργαζόμενοι από την πλευρά τους έκαναν ξεκάθαρο ότι δεν θα δεχθούν καμία κρατική παρέμβαση, καμία νομοθετική παρέμβαση στη λειτουργία των συνδικάτων. Ότι τα συνδικάτα είναι οργανώσεις των εργατών και ως τέτοιες οι εργαζόμενοι τις υπερασπίζονται, ενώ έγινε ξεκάθαρο πως αυτό που διασφαλίζει τη λειτουργία τους είναι η ίδια η οργάνωση και η μαζική δράση των εργαζομένων στις οργανώσεις τους, κάτι που, με τα σχέδια της κυβέρνησης και της εργοδοσίας, είναι αυτό που πάει να εμποδιστεί και να ξηλωθεί.

Έκαναν ξεκάθαρο επίσης ότι για τους εργαζόμενους δεν μπαίνει ζήτημα διαβούλευσης. Οποιαδήποτε παρέμβαση γίνει, θα πάρει την απάντηση που χρειάζεται από τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα.

Τα σωματεία και συνδικάτα ετοιμάζουν τις κινητοποιήσεις τους, την απεργία και με συζήτηση στους χώρους δουλειάς, καλούν όλους τους εργαζόμενους να συσπειρωθούν στα συνδικάτα τους και στο ταξικό εργατικό κίνημα. Γιατί είναι και πολλοί οι καλοθελητές και αυτό είναι προφανές από τις συζητήσεις που γίνονται, κρυφά ή φανερά, με τη νόθα και διορισμένη αυτή τη στιγμή ηγεσία της ΓΣΕΕ, να μπει χέρι στα συνδικάτα, στα δικαιώματα των εργατών, στις αποφάσεις, στην ίδια την απεργία. Θα πάρουν την απάντηση που πρέπει.

 

Αγωνιστική απάντηση

(Από τη στήλη «Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ» στον «Ριζοσπάστη» της Τρίτης 3/9/2019)

Η κυβέρνηση της ΝΔ ετοιμάζεται τις επόμενες μέρες να εξαπολύσει νέα επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Στο στόχαστρο μπαίνουν ξανά το δικαίωμα στην απεργία και οι κλαδικές συμβάσεις, ενώ μεθοδεύεται και η ενεργότερη παρέμβαση της εργοδοσίας και του κράτους στα συνδικάτα.

Ειδικά για τις Συλλογικές Συμβάσεις, οι νέες αντιδραστικές αλλαγές έρχονται να κουμπώσουν με τη σημερινή «ζούγκλα» στην αγορά εργασίας και να την κάνουν ακόμα πιο ανυπόφορη για τους εργαζόμενους, κυρίως τους νέους.

Ο πυρήνας του αντεργατικού πλαισίου, που ενισχύθηκε και θωρακίστηκε την περίοδο της κρίσης με τους νόμους όλων των κυβερνήσεων, παραμένει ανέγγιχτος και επεκτείνεται, διαμορφώνοντας νέους, ακόμα χειρότερους όρους εργασιακής εκμετάλλευσης.

Η τάση γενίκευσης της «ευελιξίας» και καθήλωσης των μισθών δεν ανατράπηκε ούτε με τη σχετική αύξηση του κατώτερου μισθού, με το νόμο Βρούτση – Αχτσιόγλου, ούτε βέβαια με τις αποσπασματικές αλλαγές που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για τις κλαδικές συμβάσεις.

Ο μέσος μεικτός μισθός στη μερική απασχόληση, που αφορά πλέον έναν στους τρεις εργαζόμενους, είναι κάτω από 400 ευρώ, ενώ ο μέσος μισθός στο σύνολο της απασχόλησης παραμένει μειωμένος κατά 25% σε σχέση με το 2011.

Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι παρά την επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων και την αρχή της «καλύτερης σύμβασης» που νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ, μόλις 15 κλαδικές είναι σε ισχύ και καλύπτουν ένα μικρό μόνο ποσοστό των εργαζομένων στους κλάδους, αφού η πλειοψηφία εργάζεται με ελαστικές μορφές απασχόλησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Τουρισμός, όπου ακόμα και αυτή η κλαδική που υπέγραψε η συνδικαλιστική πλειοψηφία έχει γίνει κουρέλι από τις 17 διαφορετικές μορφές «ευελιξίας» που έχει στη διάθεσή της η εργοδοσία για να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία της.

Στην πλειοψηφία των κλάδων, η εργοδοσία αρνείται ακόμα και να συζητήσει για την υπογραφή κλαδικών συμβάσεων. Αλλά κι εκεί που το κάνει, προσπαθεί να επιβάλει μισθούς στο ύψος του κατώτερου, που με τους νόμους ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνεται πλέον από το κράτος και σε συνάρτηση με τους ρυθμούς της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που σημαίνει ψίχουλα για τους εργαζόμενους.

Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η περιβόητη αύξηση του κατώτερου μισθού κατά 11% από το Φλεβάρη του 2019, μεταφράστηκε σε πραγματική αύξηση 0,6% (δηλαδή σχεδόν τίποτα) στον μέσο μεικτό μισθό στο σύνολο της απασχόλησης!

Πάνω σ’ αυτό το έδαφος έρχεται τώρα η ΝΔ να νομοθετήσει εξαιρέσεις από την κλαδική σύμβαση υπέρ των επιχειρησιακών, με το πρόσχημα ότι έτσι θα διασωθούν επιχειρήσεις που καταγράφουν μεγάλες ζημιές.

Στην πραγματικότητα ανοίγει ο δρόμος για ακύρωση ακόμα κι αυτών των κουτσουρεμένων κλαδικών συμβάσεων που ισχύουν σήμερα και όσων υπογραφούν στο μέλλον, δίνοντας στην εργοδοσία επιπλέον όπλα για να βαθύνει το σημερινό άθλιο καθεστώς της εκμετάλλευσης.

Το γεγονός εξάλλου ότι τέτοια μέτρα παίρνονται σε συνθήκες ανάκαμψης της οικονομίας και όχι σε κρίση, επιβεβαιώνει ότι η διατήρηση και επέκταση του αντεργατικού πλαισίου είναι προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ενώ και η σχετική μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια ακολουθεί τη μεγαλύτερη προσαρμογή των εργασιακών σχέσεων στις σύγχρονες ανάγκες οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής, με γενίκευση της «ευελιξίας» και της υποαπασχόλησης.

Αντίστροφα, τα όποια, ελάχιστα, μέτρα πλασάρονται από τις κυβερνήσεις ως «θετικά» τάχα για τους εργαζόμενους, εξαϋλώνονται μέσα στο γενικότερο αντεργατικό πλαίσιο και αξιοποιούνται για τη νομιμοποίηση και τη διαιώνισή του.

Από τις ίδιες τις εξελίξεις επιβεβαιώνεται ότι ουσιαστική βελτίωση της ζωής των εργαζομένων μπορεί να υπάρξει μόνο δυναμώνοντας τον αγώνα για την ανάκτηση απωλειών, με την κατάργηση όλου του αντεργατικού πλαισίου, κάτω από το σύνθημα «Μπροστά οι δικές μας ανάγκες, όχι τα κέρδη των λίγων».

Μπροστά και στο συλλαλητήριο της ΔΕΘ, χρειάζεται να ανέβουν η εγρήγορση και η κινητοποίηση των εργαζομένων. Να δοθεί μαζική αγωνιστική απάντηση και με προετοιμασία για απεργία, διεκδικώντας καλύτερους όρους δουλειάς και ζωής, αυξήσεις στους μισθούς, σύγχρονα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα.