ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ : Ανάκαμψη για το κεφάλαιο με «προαπαιτούμενο» τις αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις

Η επίδραση των μεταρρυθμίσεων μεσοπρόθεσμα εξαρτάται κυρίως από την ταχύτητα υλοποίησής τους και το χρονικό ορίζοντα κατά τον οποίο αναμένεται να επιδράσουν στην οικονομία», ενώ τυχόν «καθυστερήσεις» θα έχουν «σημαντικό κόστος σε όρους ανάπτυξης», διαπιστώνει μεταξύ άλλων η Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ) αναφορικά με την αξιολόγηση των διατάξεων του νέου «αναπτυξιακού» νόμου (ν. 4635/2019) της κυβέρνησης ΝΔ.

Θυμίζουμε ότι οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν μπαράζ νέων διευκολύνσεων και προνομίων στο κεφάλαιο και τους επιχειρηματικούς ομίλους με στόχο την προσέλκυση επενδύσεων, σε συνδυασμό βέβαια με την παραπέρα κλιμάκωση των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων, όπως με τα νέα πλήγματα στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και ειδικά στις κλαδικές, τις διατάξεις για τον ασφυκτικό έλεγχο των συνδικάτων από την εργοδοσία και το κράτος, με ηλεκτρονικό φακέλωμα και χτύπημα των συλλογικών διαδικασιών.

Τα παραπάνω, σύμφωνα με την ΤτΕ, «οδηγούν μακροχρόνια σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, της απασχόλησης και των ιδιωτικών επενδύσεων κατά 4,8%, 3,7% και 6,9% αντίστοιχα». Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο η «επίδραση των μεταρρυθμίσεων εξαρτάται κυρίως από την ταχύτητα υλοποίησής τους» και, όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται, «αν η πλήρης υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων επέλθει σταδιακά σε διάστημα πέντε ετών αντί για το πρώτο έτος, η αύξηση του ΑΕΠ τα τρία πρώτα έτη είναι περίπου 60% μικρότερη», δηλαδή σε σχέση με την ταχύτερη εφαρμογή των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων.

«Άμεση η επίδραση» στην καπιταλιστική ανάπτυξη από την ένταση της εκμετάλλευσης

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ:

  • Μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας. Όπως χαρακτηριστικά διαπιστώνεται, «η άμεση επίδραση είναι η μείωση του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, η οποία δημιουργεί κίνητρα για τις επιχειρήσεις να αυξήσουν τη ζήτηση εργατικού δυναμικού και να μεταφέρουν εργατικό δυναμικό από την παραοικονομία στις δραστηριότητες του επίσημου τομέα, καθώς και να μειώσουν τις εγχώριες τιμές».

Βέβαια, όπως επισημαίνει η ΤτΕ, η μείωση του μέσου μισθού έρχεται ως αποτέλεσμα της «ενίσχυσης του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας μέσω της αύξησης της ευελιξίας στο θεσμικό πλαίσιο καθορισμού των μισθών και της αλλαγής στον τρόπο συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων από τα όργανα διοίκησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και οργανώσεων εργοδοτών».

Την ίδια ώρα, η αναμενόμενη αύξηση της απασχόλησης επίσης είναι αποτέλεσμα της περαιτέρω αύξησης της «ευελιξίας» στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με την ΤτΕ, «η αύξηση της απασχόλησης στον επίσημο τομέα υπεραντισταθμίζει τη μείωση του μέσου πραγματικού μισθού στον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα την αύξηση του συνόλου των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας».

Η ένταση δηλαδή της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, με τη μείωση και καθήλωση του μέσου μισθού, με την εκτόξευση της «ευελιξίας», με την «απαλλαγή» των εργοδοτών από τα «βαρίδια» των εργατικών δικαιωμάτων είναι αυτή που «επιδρά» στην καπιταλιστική ανάπτυξη και κερδοφορία.

  • Ανταγωνιστικότητα – παραγωγικότητα. Πρόκειται για τις παρεμβάσεις του «αναπτυξιακού» νόμου αναφορικά με τη «fast track» διαδικασία για την έναρξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και με επιπλέον άρση διοικητικών και άλλων «χρονοβόρων» εμποδίων για κάθε είδους επενδύσεις, ώστε να ανοίξουν νέα πεδία κερδοφορίας κ.ά.

Όπως επισημαίνεται από την ΤτΕ, «ένα σημαντικό εύρημα από την ανάλυση είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων αναμένεται να έχουν σημαντικώς μεγαλύτερα οφέλη από ό,τι οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας», με δεδομένο βέβαια ότι οι αντεργατικές ανατροπές έχουν προηγηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, ενώ οι επόμενες όπως π.χ. οι νέες αντιδραστικές αλλαγές στο Ασφαλιστικό έχουν ήδη δρομολογηθεί. Εξάλλου, όπως λένε, «δεδομένου ότι οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες της τελευταίας δεκαετίας έδωσαν έμφαση στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της αγοράς εργασίας, έπεται ότι στην παρούσα συγκυρία καθίσταται πιο επιτακτικά αναγκαία η προώθηση και πλήρης εφαρμογή μέτρων που ενισχύουν τον ανταγωνισμό στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών».

Μεταξύ άλλων, ιεραρχούνται οι συναφείς μεταρρυθμίσεις σε «μια μόνιμη αύξηση της οριακής αποδοτικότητας των επενδύσεων», δημιουργώντας «κίνητρα για τη συσσώρευση νέου κεφαλαίου με υψηλή παραγωγικότητα».

  • Φοροαπαλλαγές και «κίνητρα» στο κεφάλαιο. «Ο φόρος εταιρειών επηρεάζει το ρυθμό συσσώρευσης κεφαλαίου και συνεπώς και το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ», συνεχίζει η έκθεση της ΤτΕ με φόντο τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρηματικών ομίλων, που βέβαια θα συνεχιστεί και στα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με τον κυβερνητικό προγραμματισμό.

Σε αυτή την κατεύθυνση επισημαίνεται ότι «η εκλογίκευση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων, η οποία αποτελεί βασική προτεραιότητα της νέας φορολογικής πολιτικής, προκαλεί εξαιρετικά ευνοϊκές επιδράσεις τόσο στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ όσο και στο πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα». Παραπέρα, όπως τονίζεται, «δεδομένου ότι οι αποφάσεις για ανάληψη επενδυτικών σχεδίων εξαρτώνται από το κόστος και την προσδοκώμενη απόδοση της επένδυσης, μια αύξηση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή επιδρά αρνητικά στην κερδοφορία της επένδυσης».

«Λίπασμα» της καπιταλιστικής ανάπτυξης οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις

Οι άξονες που χαράσσει η ΤτΕ αναφορικά με τις «προϋποθέσεις για την επιτάχυνση της ανάκαμψης και την αντιμετώπιση των εξωτερικών κινδύνων» εστιάζουν στα παρακάτω:

— Ριζική αντιμετώπιση των προκλήσεων στον τραπεζικό τομέα. Πέραν της εφαρμογής του σχεδίου «Ηρακλής» θα πρέπει να εξεταστούν και άλλα σχήματα, όπως αυτό που επεξεργάζονται οι υπηρεσίες της ΤτΕ αναφορικά με την «αντιμετώπιση» της αναβαλλόμενης φορολογίας των τραπεζών. Πρόκειται βέβαια για το ζήτημα νέας δέσμης κρατικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων, την ίδια ώρα που θα κλιμακώνονται οι εκβιασμοί και οι πλειστηριασμοί για τα λαϊκά στρώματα.

«Ιδιαίτερα σημαντική πρόκληση είναι επίσης ο εκσυγχρονισμός και η εναρμόνιση των καθεστώτων αφερεγγυότητας και πτώχευσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών», σημειώνει η ΤτΕ. Πρόκειται για το νέο μέτρο που σχεδιάζει η κυβέρνηση αναφορικά με την «ενιαία διαχείριση» των κάθε είδους οφειλών για τα νοικοκυριά και για τις επιχειρήσεις. Σε αυτό θα υπάγονται τα «κόκκινα» δάνεια στις τράπεζες, οι οφειλές προς τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό, προς ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ, ενδεχομένως και προς επιχειρήσεις υπό κρατικό έλεγχο (π.χ. ΔΕΗ).

Ταυτόχρονα, η ΤτΕ επισημαίνει ότι «ανησυχητικά υψηλό παραμένει το ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης, αλλά εμφάνισαν και πάλι καθυστέρηση μετά τη συνομολόγηση της ρύθμισης».

— Μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα μέχρι το 2022. Αυτό με τη σειρά του, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται, θα έρθει «σε συνδυασμό με την υλοποίηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων».

— «Αντιμετώπιση» της υψηλής ανεργίας. Τα ποσοστά ανεργίας των νέων, των γυναικών και των μακροχρόνια ανέργων παραμένουν υψηλά και «αναδεικνύουν την ανάγκη διατήρησης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας», σε συνδυασμό με «πρόσθετες στοχευμένες πολιτικές στήριξης της απασχόλησης για αυτές τις ομάδες», όπως βαφτίζονται οι επιπλέον «διευκολύνσεις» στην εργοδοσία.

— «Αντιστροφή του brain drain», σχετικά με τη «μαζική φυγή στο εξωτερικό ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, δεξιότητες και επαγγελματικά προσόντα». Πρόκειται βέβαια για εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης, το οποίο κρίνεται αναγκαίο για την ενίσχυση της παραγωγικότητας του εγχώριου κεφαλαίου. Σύμφωνα με την ΤτΕ, «η χάραξη και η αξιόπιστη εφαρμογή μιας ολιστικής εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, που θα βασίζεται στην ενδελεχή ανάλυση των κλάδων παραγωγής με σκοπό την ταυτοποίηση των απαιτούμενων δεξιοτήτων υψηλής εξειδίκευσης, είναι προτεραιότητα για την αναστροφή του φαινομένου».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, στην περίοδο 2008 – 2017 μετανάστευσαν περισσότερα από 467.000 άτομα στην ηλικιακή ομάδα των 25-44 ετών (περιλαμβάνονται και πολλοί ξένης υπηκοότητας, μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας, που έφυγαν στην αρχή της καπιταλιστικής κρίσης). Ειδικότερα, περισσότεροι από 1 στους 3 αποδήμους είναι γυναίκες, ενώ στην πλειονότητά τους είναι άτομα υψηλής εξειδίκευσης.

— Συνέχιση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων «ώστε να καλύπτουν το σύνολο των τομέων όπου υστερεί η Ελλάδα σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας», όπως η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, η βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση κ.ά.

  • Από τον Ριζοσπάστη της Παρασκευής10/12020