Το μάθημα των τραπεζών σε Ελλάδα και Ευρωζώνη

Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Κανένα προπαγανδιστικό αφήγημα δεν μπορεί να συγκαλύψει για πολύ την αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτό επιβεβαιώνεται, για άλλη μία φορά, με την πορεία της πτώσης των τιμών των τραπεζικών μετοχών και τις συνέπειες που θα επιφέρουν στα λαϊκά στρώματα, τα σχεδιαζόμενα κυβερνητικά μέτρα για τη στήριξη του τραπεζικού κεφαλαίου. Ο μύθος του Τσίπρα για τη «μεταμνημονιακή εποχή», όπου τα δύσκολα πέρασαν και έρχεται τάχα η ανέφελη, συνεχής, δίκαιη ανάπτυξη για όλους, δεν πείθει πλέον ούτε τους ευκολόπιστους.

Η κυβέρνηση προβάλλει τώρα ως εξήγηση των εξελίξεων ορισμένα υπαρκτά φαινόμενα κερδοσκοπίας στο Χρηματιστήριο Αθηνών, συγκαλύπτοντας τα αντικειμενικά προβλήματα του εγχώριου τραπεζικού τομέα που τροφοδοτούν την τάση απωλειών των τραπεζικών μετοχών.

Η βόμβα των «κόκκινων» δανείων

Η συνολική κεφαλαιοποίηση των 4 μεγάλων εγχώριων τραπεζικών ομίλων καταγράφει πτώση 42% από τις αρχές του έτους και διαμορφώνεται μόλις στα 4,98 δισ. ευρώ. Μέσα σε τρία χρόνια οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχασαν στο χρηματιστήριο πάνω από το 67% της κεφαλαιοποίησής τους. Η μεγάλη δυσκολία των εγχώριων τραπεζών να διαμορφώσουν ευνοϊκούς όρους δανειοδότησης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων στη βιομηχανική παραγωγή, στο εμπόριο και συνολικά στην οικονομία, διαπιστώνεται σε όλες τις έγκυρες αστικές εκθέσεις. Με άλλα λόγια, η καρδιά της εγχώριας καπιταλιστικής οικονομίας παρουσιάζει πρόβλημα.

Είναι γεγονός ότι οι τέσσερις εγχώριοι τραπεζικοί όμιλοι πέρασαν την τελευταία διετία ορισμένα τεστ αξιολόγησης (stress test) και βελτίωσαν μια σειρά χρηματοοικονομικούς δείκτες (κεφαλαιακής επάρκειας, ρευστότητας, καταθέσεων). Ωστόσο, κάθονται πάνω σε μία ωρολογιακή βόμβα. Πρόκειται για τα λεγόμενα «κόκκινα» δάνεια.

Ενα μέρος των κεφαλαίων που δάνεισαν οι τράπεζες, με τη μορφή στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, έχει καταστραφεί στην πράξη, δεν πρόκειται να αποφέρει κέρδος. Ωστόσο, αν αυτό αποτυπωθεί επίσημα στους ισολογισμούς των τραπεζών θα αποκαλύψει και θα εξασθενίσει την οικονομική τους θέση.

Οι εγχώριες τράπεζες δεσμεύονται να «εξυγιάνουν» τους ισολογισμούς τους βάζοντας φιλόδοξους στόχους μείωσης των «κόκκινων» δανείων κατά 45 δισ. ευρώ μέχρι και τα τέλη του 2021, τόσο για τα δάνεια που δεν πρόκειται να αποπληρωθούν, όσο και για ορισμένα που έχουν μεν ρυθμιστεί αλλά θα παρακολουθούνται για δύο χρόνια λόγω αβέβαιης πορείας. Ομως, η εκκαθάριση θα δημιουργήσει την ανάγκη οι τράπεζες να διασφαλίσουν νέα πρόσθετα κεφάλαια ώστε να διατηρήσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια και αξιοπιστία.

Ιδιαίτερη δυσκολία αντιμετωπίζουν οι εγχώριοι όμιλοι στη διαχείριση των ακινήτων. Ο Ενιαίος Μηχανισμός Εποπτείας (SSM) έχει συμφωνήσει με τις τράπεζες να αγοράσουν οι ίδιες την πλειονότητα των ακινήτων που θα βγάλουν σε πλειστηριασμό. Από τους 10.410 πλειστηριασμούς που έγιναν ήδη, στους 5.600 δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον. Από τους 4.810 που ήταν γόνιμοι, τα 3.800 ακίνητα αγοράστηκαν από τις ίδιες τις τράπεζες.

Οι τράπεζες φοβούνται πιθανή πτώση των τιμών των ακινήτων από τους μαζικούς πλειστηριασμούς και επιδιώκουν τη μικρότερη δυνατή επίπτωση στους ισολογισμούς τους από τη διαχείριση του ζητήματος.

Με βάση τα δεδομένα φαίνεται ότι οι εγχώριες τράπεζες θα ζητήσουν νέα στήριξη του αστικού κράτους και της ΕΕ. Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αλλά πότε και με ποιους όρους, με ποια νέα μέτρα σε βάρος του λαού.

Η πορεία προς μια νέα διεθνή καπιταλιστική κρίση

Το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Η υπερχρέωση κρατών, επιχειρήσεων, ομίλων και λαϊκών οικογενειών και η δυσκολία απομείωσής τους αποτελεί έκφραση της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Διογκώνεται το κεφάλαιο που δεν μπορεί να επενδυθεί με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, σε 31 κράτη (που καλύπτουν το 61% του παγκόσμιου ΑΕΠ) το κρατικό χρέος φτάνει πλέον το 95% του ΑΕΠ.

Αντικειμενικά αυξάνεται η δυσκολία των αστικών επιτελείων διεθνώς να διασφαλίσουν μια ελεγχόμενη απαξίωση ενός μέρους του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, ώστε να δώσουν ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Οι αστικές κυβερνήσεις δικαίως φοβούνται τους τρανταγμούς που μπορεί να επιφέρει η χρεοκοπία του αστικού κράτους ή μιας μεγάλης προβληματικής τράπεζας. Ταυτόχρονα, κάθε ιμπεριαλιστικό κέντρο επιδιώκει την εξασθένηση του αντιπάλου για να δώσει διέξοδο στο δικό του υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο. Η κρατική στήριξη προβληματικών ομίλων σε όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα κρύβει προσωρινά τον κίνδυνο «κάτω από το χαλί», αλλά η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου διογκώνεται τελικά διεθνώς.

Η πορεία προς μία νέα διεθνή καπιταλιστική κρίση είναι προδιαγεγραμμένη. Ταυτόχρονα και πάνω σε αυτό το έδαφος αλλάζει ο διεθνής συσχετισμός οικονομικής ισχύος και οξύνεται ο ανταγωνισμός τόσο ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα όσο και στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Ο «εμπορικός πόλεμος» των ΗΠΑ κατά της Κίνας αλλά και της Γερμανίας, η γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ρωσίας, η διαπάλη στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, το Brexit υπογραμμίζουν αυτό το συμπέρασμα. Το ΔΝΤ στην τελευταία του έκθεση προβλέπει επιβράδυνση της οικονομίας το 2019 σε ΗΠΑ, Ευρωζώνη, Ιαπωνία και Κίνα.

Το ΔΝΤ επισημαίνει επίσης ότι έχουν αυξηθεί οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι που απειλούν τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εστιάζοντας στα υψηλά επίπεδα των χρεών νοικοκυριών και επιχειρήσεων και στην απαξίωση περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η συγκεκριμένη πολιτική «εμπορικού πολέμου» των ΗΠΑ δε στοχεύει σε μια απλή βελτίωση του ισολογισμού των εμπορικών ανταλλαγών με την Κίνα. Αφορά την επιλογή να ανακοπεί η τάση αλλαγής συσχετισμού υπέρ της Κίνας και επεκτείνεται σε όλους τους τομείς (τεχνολογικό, νομισματικό κ.λπ.) και σε όλη τη γεωγραφική διαδρομή που σηματοδοτεί ο νέος κινεζικός οικονομικός «Δρόμος του Μεταξιού». Και φυσικά τόσο εκτεταμένοι «εμπορικοί πόλεμοι» σπάνια στην Ιστορία περιορίστηκαν τελικά στη σφαίρα της οικονομίας.

Το αβέβαιο μέλλον της Ευρωζώνης

Η διόγκωση της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και η όξυνση των αντιθέσεων καταγράφονται ιδιαίτερα στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και της ΕΕ.

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, τα «κόκκινα» δάνεια ανέρχονται στα 759 δισ. ευρώ και καλύπτουν το 30% του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών. Επίσης οι τράπεζες της Ευρωζώνης «κατέχουν» σημαντικό ποσοστό κρατικών χρεών.

Ομως η τάση των συρρικνούμενων περιουσιακών στοιχείων και οι προβλέψεις απωλειών διαφέρουν μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης. Αποτυπώνεται η υπεροχή των γερμανικών τραπεζών έναντι των γαλλικών και των ιταλικών. Απ’ τα μέσα Μάη οι ιταλικές τράπεζες σημειώνουν απώλειες στο χρηματιστήριο του Μιλάνου που φτάνουν τα 37 δισ. ευρώ.

Η αύξηση της διαφοράς οικονομικής ισχύος της Γερμανίας με την Ιταλία αποτυπώνεται και στη μεγάλη αύξηση της διαφοράς κόστους δανεισμού, της διαφοράς της απόδοσης γερμανικού και ιταλικού κρατικού ομολόγου.

Η απόκλιση οικονομικών συμφερόντων εξηγεί την πίεση της νέας αστικής ιταλικής κυβέρνησης προς τη γερμανική κυβέρνηση και την Κομισιόν για χαλάρωση της αυστηρής περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας. Η ιταλική κυβέρνηση με την κατάθεση του νέου προϋπολογισμού επιδιώκει να στηρίξει φορολογικά τις ιταλικές επιχειρήσεις και να αμβλύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις αστικές τάξεις αφορά συνολικά τη διαμόρφωση της «νέας αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης». Σοβαρές διαφωνίες εκφράζονται στις προτάσεις εμβάθυνσης της ΕΕ και περιορισμών της αυτοτέλειας της πολιτικής των κρατών – μελών. Οξύνονται διαφωνίες και αποκλίσεις που αφορούν μεγάλα θέματα όπως: Το Προσφυγικό, τις κυρώσεις στη Ρωσία, το κοινό σύστημα ρύθμισης και εποπτείας των τραπεζών, την πρόταση μετεξέλιξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (ΕΝΤ). Ιδιαίτερα για το ΕΝΤ δεν υπάρχει συμφωνία ούτε μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας σχετικά με τον αποφασιστικό ρόλο των κυβερνήσεων των κρατών – μελών καθώς και για τους όρους και τις δυνατότητες παρέμβασής του στις τράπεζες.

Ο ανταγωνισμός εκφράζεται τόσο με διαφορετικές συμμαχίες ομάδων κρατών (π.χ. Ομάδα του Βίσεγκραντ) όσο και στο εσωτερικό των αστικών τάξεων του σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης (π.χ. Γαλλία).

Η διαχείριση του Brexit και η διαπάλη Ρώμης – Βρυξελλών δεσπόζουν αυτήν τη στιγμή. Η Ιταλία αποτελεί την τρίτη οικονομική δύναμη της Ευρωζώνης, με ισχυρή βιομηχανία και εξαγωγές και υψηλό κρατικό χρέος που βρίσκεται στα χέρια ευρωπαϊκών τραπεζών. Δύσκολα η Κομισιόν μπορεί να διακινδυνεύσει τη νέα ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού στο εσωτερικό της Ιταλίας. Απ’ την άλλη, μια υποβάθμιση της Ιταλίας απ’ τους οίκους αξιολόγησης θα αυξήσει το κόστος δανεισμού και θα περιορίσει τις δυνατότητες της ιταλικής κυβέρνησης για κρατική χρηματοδότηση.

Σε κάθε περίπτωση, η όξυνση της διαπάλης των αστικών τάξεων για τον επιμερισμό κερδών και ζημιών καθιστά αβέβαιο το μέλλον της Ευρωζώνης.

Εύθραυστη καπιταλιστική ανάκαμψη στην Ελλάδα

Σύμφωνα με το καλύτερο σενάριο του ΔΝΤ, το οποίο δεν περιλαμβάνει την εκδήλωση νέας διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, η Ελλάδα χρειάζεται πάνω από 10 χρόνια για να επιστρέψει στο προ κρίσης επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αν συνυπολογίσουμε την κατάσταση των εγχώριων τραπεζών, την όξυνση των αντιθέσεων στην Ευρωζώνη και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις απ’ την κλιμάκωση του ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας και Ρωσίας, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε τον μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας αυτών των προβλέψεων. Αν σκεφτούμε μόνο τις πιθανές επιπτώσεις σε προβλεπόμενες επενδύσεις της Κίνας στην Ελλάδα στη Ναυπηγοεπισκευή, στην ηλεκτρική ενέργεια, στον Τουρισμό, στα Logistics το επόμενο διάστημα.

Ασφαλώς ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ την επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να γίνει ο σημαιοφόρος των σχεδίων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή, για να διασφαλίσει τη γεωπολιτική αναβάθμιση της εγχώριας αστικής τάξης, είναι να γίνει η Ελλάδα στόχος στην περίπτωση μιας πιο γενικευμένης πολεμικής αναμέτρησης.

Παράλληλα, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητος ο πρωταγωνιστικός ρόλος αμερικανικών ομίλων (Bank of America, Citi Group) στην πώληση των ελληνικών τραπεζικών μετοχών, σε συνδυασμό με τη δήλωση του διοικητή της ΤτΕ, Γ. Στουρνάρα, για τους εξωγενείς παράγοντες που πιέζουν τις ελληνικές τράπεζες.

Οι συγκεκριμένες οικονομικές κινήσεις αφενός αφορούν τον έλεγχο του εγχώριου τραπεζικού συστήματος και άλλων κλάδων της οικονομίας και αφετέρου σχετίζονται με τις πιέσεις για πλήρη ευθυγράμμιση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην προώθηση των επικίνδυνων ατλαντικών επιλογών απ’ τα Βαλκάνια μέχρι τη Μέση Ανατολή.

Αντεπίθεση για να μην πληρώσει ο λαός

Η πορεία των τραπεζών είναι διδακτική για όποιον ακόμα πιστεύει στον ευεργετικό ρόλο των μεγαλομέτοχων ιδιωτικών επενδυτών, για να διασφαλιστεί η κοινωνική ευημερία. Το κράτος, με την αφαίμαξη των φορολογούμενων μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων και συνταξιούχων, χρηματοδότησε με πολλαπλά πακέτα την ανακεφαλαιοποίηση, τη ρευστότητα και την «εξυγίανση» των τραπεζών. Τόσο στα ασφαλιστικά ταμεία όσο και στις τράπεζες αποδείχτηκε ότι ο λαός καλείται σε συνεχείς θυσίες για να στηρίξει το κεφάλαιο. Αφού το ΤΧΣ διέθεσε άμεσα και έμμεσα 40 δισ. ευρώ στις 4 προβληματικές συστημικές τράπεζες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε ξανά στην ιδιωτικοποίησή τους.

Η ανάγκη για ριζική αλλαγή πορείας, για να πάρει ο λαός στα χέρια του το τιμόνι της εξουσίας και τα κλειδιά της οικονομίας, προβάλλει όποιο θέμα και αν εξετάσουμε στον σημερινό καπιταλισμό που σαπίζει. Στο έδαφος της κοινωνικής ιδιοκτησίας της εργατικής εξουσίας θα αλλάξει και ο ρόλος και η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας. Η Κεντρική Τράπεζα θα ελέγχει τις διεθνείς συναλλαγές και τις λειτουργίες εξειδικευμένων πιστωτικών οργανισμών, μέχρι να εξαλειφθεί η εμπορευματική παραγωγή. Θα υπηρετεί τη σχεδιασμένη παραγωγή για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας.

Η οργάνωση της αντεπίθεσης για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μας πρέπει να γίνει τώρα. Σήμερα που οι οξυμένες αντιθέσεις στο αστικό στρατόπεδο υπογραμμίζουν τις δυνατότητες να βγει ο λαός στο προσκήνιο. Τώρα που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να φορτώσει νέα βάρη στις πλάτες του λαού, για να στηρίξει ξανά το κεφάλαιο στις τράπεζες και στην οικονομία.

Ο τεχνικός τρόπος που θα επιλέξει η κυβέρνηση για να επιβαρυνθεί ξανά ο λαός δεν είναι το κύριο ζήτημα. Είτε επιλεγούν τα πιστοποιητικά κρατικών εγγυήσεων για τίτλους της κάθε τράπεζας είτε η δημιουργία «κακής τράπεζας» (bad bank), η ουσία είναι ότι οι φορολογούμενοι εργαζόμενοι θα επωμιστούν νέα βάρη για να στηριχθεί το τραπεζικό κεφάλαιο. Ακόμα και αν αξιοποιηθεί το μαξιλάρι (buffer) των 30 δισ. που έχει στη διάθεσή του το κράτος, η ουσία είναι η ίδια. Ταυτόχρονα, έχουν προγραμματιστεί πάνω από 20.000 πλειστηριασμοί έως το Μάη του 2019, ενώ προχωρά και η συζήτηση για κατάργηση κάθε προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Λόγω και της προεκλογικής περιόδου δεν συζητιούνται, επίσημα, μέτρα «κουρέματος» των καταθέσεων σε περίπτωση νέας ανακεφαλαιοποίησης, τα οποία όμως δεν τα αποκλείει η επίσημη πολιτική της ΕΕ, ούτε η κυβέρνηση με ξεκάθαρη τοποθέτηση μέχρι στιγμής. Γενικότερα, συγκεκριμένο σχέδιο κρατικής εγγύησης των «κόκκινων» δανείων των τραπεζών δεν έχει ανακοινωθεί.

Η πάλη ενάντια στη φοροαφαίμαξη και στους πλειστηριασμούς, η απαίτηση για άμεση αύξηση του αφορολόγητου ορίου και πλήρη προστασία της πρώτης λαϊκής κατοικίας αποτελούν αιχμές για την ισχυροποίηση των εστιών αντίστασης και αντεπίθεσης σε κάθε κλάδο και κάθε γειτονιά.

Μπορεί και πρέπει να γίνει συζήτηση σε κάθε χώρο δουλειάς για διεκδικήσεις με βάση την πρόταση του ΚΚΕ, που απέρριψε η κυβέρνηση στη Βουλή: Για απαγόρευση πλειστηριασμών για την εργατική – λαϊκή κατοικία, διαγραφή κάθε είδους τόκων των χρεών των λαϊκών νοικοκυριών, μείωση 30% για τα επαγγελματικά δάνεια για ΕΒΕ και φτωχούς αγρότες, διαγραφή 50% των οφειλών για στεγαστικά δάνεια που δεν ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ και για καταναλωτικά τις 30.000 ευρώ, κατάργηση του νόμου που απελευθερώνει τις κατασχέσεις.

Η οργάνωση της απεργίας στις 8 Νοέμβρη, που φέρνει στο επίκεντρο τις ανάγκες της εργατικής τάξης, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει σταθμό στην ανασύνταξη του εργατικού κινήματος. Η στιγμή είναι προνομιακή για να φωτίσουμε την ανάγκη σύγκρουσης με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που παράγει κρίσεις, φτώχεια, ανασφάλεια και πολέμους.

Να φωτίσουμε την ανάγκη αποφασιστικής ισχυροποίησης του ΚΚΕ σε κάθε χώρο δουλειάς και κάθε περιοχή.

  • Του Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, από τον «Ριζοσπάστη» του σαββατο-Κύριακου 13-14 Οκτώβρη 2018