ΠΑΣΧΑ 1947: Μάχη στη Νιάλα με τα στοιχεία της φύσης

Το χρονικό μιας εποποιίας

Πάσχα …1947! Στη Νιάλα, των Αγράφων. Με εκατοντάδες μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και πολιτικά στελέχη του ΚΚΕ από την Καρδίτσα να δίνουν μια από τις πλέον σκληρές μάχες τους, ώσπου βγήκαν από τον κλοιό του αστικού στρατού, νικητές μεν, με βαριές απώλειες δε.

Είναι η περίοδος που ο αστικός στρατός έχει βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο με το φανταχτερό όνομα «Terminous», γράφοντας στη σχετική διαταγή: «Σκοπός των επιχειρήσεων αυτών είναι η ΕΞΟΝΤΩΣΙΣ (σ.σ. δικά τους τα κεφαλαία) των συμμοριτών» (χρειάστηκαν, βέβαια, άλλα τρία χρόνια πολέμου, χωρίς τελικά να γευτούν την αιμοβόρα χαρά της «εξόντωσης»…). Εκείνη τη στιγμή είναι τόσο βέβαιοι για την «εξόντωσιν», ώστε στην έδρα της 71ης Ταξιαρχίας του αστικού στρατού στην Καρδίτσα ετοιμάζουν δεξίωση για τη νίκη. Την ίδια ώρα, το 617 τάγμα της 72 Ταξιαρχίας, που επιχειρεί από την πλευρά του Καρπενησίου προς τα Αγραφα, έχει χάσει κάθε επαφή με δύο λόχους του που χτυπιούνται ήδη από σφοδρή χιονοθύελλα.

Παράλληλα, ένα τάγμα του Αρχηγείου Αγράφων του ΔΣΕ (το τάγμα Σοφιανού), που έχει ήδη δώσει με επιτυχία σειρά μαχών στο χώρο του οροπεδίου της Νευρόπολης (η σημερινή λίμνη Πλαστήρα), ετοιμάζεται για έναν μεγάλο ελιγμό, ώστε να βρεθεί στα μετόπισθεν του αντιπάλου. Στόχος το πέρασμα από τα Πετρίλια των βόρειων Αγράφων στο χώρο της Βουλγάρας, στα ανατολικά Αγραφα. Μαζί τους έχουν και μια ομάδα στελεχών του ΚΚΕ από την Καρδίτσα, καθώς και ομάδα αμάχων που κάτω από το βάρος των αεροπορικών βομβαρδισμών έχουν εγκαταλείψει τα χωριά τους και ζήτησαν προστασία στις ελευθερωμένες από τον ΔΣΕ περιοχές.

Ο,τι ακολούθησε συνιστά μια εποποιία, την αφήγηση της οποίας παρέδωσε με εξαιρετικό τρόπο στις επόμενες γενιές ο παρών σ’ αυτήν την πορεία Μενέλαος Μούστος (Δάφνης) στο έργο του «Αφηγήσεις για το Δημοκρατικό Στρατό», που επανεκδόθηκε με φωτοανατύπωση πρόσφατα από τη «Σύγχρονη Εποχή».

Συγκεντρώνοντας υλικό για τον υπό έκδοση Ιστορικό – Ταξιδιωτικό οδηγό για τα Αγραφα και τη Ρούμελη στα βήματα του ΔΣΕ, αντλούμε ορισμένα αποσπάσματα από αυτήν την περιγραφή και τα παραθέτουμε μαζί με το αντίστοιχο φωτογραφικό υλικό.

***

«Είναι 9 του Απρίλη. Το τάγμα θα συγκεντρωθεί στα Πετρίλια και ανάλογα με την κατάσταση και τα περάσματα που μείνανε ακόμα ανοιχτά, θα κανονιστεί η πορεία του ελιγμού μας.

Είμαστε νηστικοί. Αρχισε να ψιλοβρέχει κιόλας και να τραβάει ένας τσουχτερός κρύος αέρας, όταν ξεκινήσαμε για τα Πετρίλια. Ο δρόμος όλος είναι γεμάτος βράχια. Κατσάβραχα. Σκοντάφτουμε σε κάθε βήμα. Πέφτουμε και ξανασηκωνόμαστε. Μαρτύριο. Κι η βροχή δυναμώνει και μας τρυπάει ως το κόκαλο. Βαδίζουμε σκυφτοί και σιωπηλοί όσο παίρνει πιο γρήγορα για να φτάσουμε απόψε στα Πετρίλια χωρίς καθυστέρηση και να ενωθούμε με το τάγμα μας.

Αργά τα μεσάνυχτα φτάσαμε. Λαχταρούσαμε να βρούμε τουλάχιστο εδώ δυο μπουκιές να φάμε. Η επιμελητεία μας όμως δεν έχει τίποτα. Θα σφίξουμε πιο πολύ τα λουριά μας και θα κάνουμε κουράγιο. Η διμοιρία μας ταχτοποιήθηκε σ’ ένα ντάμι που το ‘παιρνε απ’ ολούθε ο αγέρας. Ζαρώσαμε ο ένας κοντά στον άλλον κι ένα γλυκό μούδιασμα απ’ την κούραση τύλιξε όλο μας το σώμα, και κοιμηθήκαμε βαθιά ως την αυγή.

Αφήνουμε πίσω μας τα Πετρίλια με τα πέτρινα σπίτια και τα καλντερίμια τους, με τις καλύβες και τα μαντριά. Βασανιστική η πορεία. Κι εδώ κατσικόδρομοι. Και βράχια, βράχια ατέλειωτα. Η αντάρα σηκώθηκε και μπροστά μας φαίνεται η «Αφορισμένη». Φτάσαμε και σ’ αυτήν. Ολογύρω βουνά και πέτρες, χωρίς ούτε ένα δέντρο να κρυφτείς, να προκαλυφτείς. Να ‘τα, έφτασαν τα εχθρικά αεροπλάνα. Πιάνουμε τα βράχια. Πριν προλάβουμε αρχίζει ο βομβαρδισμός. Ρίχνουν, ρίχνουν στο βρόντο αμερικάνικες βόμβες που τις πληρώνει απ’ το πετσί του ο λαός μας. Βαγκανίζουν οι πέτρες και τα βράχια καθώς συντριμμιάζονται απ’ τις βόμβες.

Μας ήρθαν λίγα παξιμάδια κι έγινε σωστό πανηγύρι. Μόλις τα μοίρασαν τα ροκανάμε με λαιμαργία. Τρεις μέρες είχαμε να δούμε ψωμί. Και ήρθανε στην κατάλληλη στιγμή που ξεκινούσαμε για καινούργια πορεία προς τα Βραγγιανά. Τα πόδια μας όμως έχουν πληγιάσει από τις πέτρες. Πού παπούτσια. Οι περισσότεροι τάχουν τυλιγμένα με γουρουνοτσάρουχα. Τ’ άρβυλα πού αρπάζαμε απ’ τον εχθρό δεν φτάνανε για όλους.

***

Μπαίνουμε στο χωριό. Τι γίνεται εδώ; Κόσμος. Λαός πολύς. Αντρες, γυναίκες, παιδάκια, γερόντοι, γριές και νιές μας κυκλώνουν από παντού σαν τη μοναδική τους ελπίδα, σαν τη μοναδική σανίδα σωτηρίας.

Σ’ ένα σπίτι των Βραγγιανών είναι συγκεντρωμένοι καμιά εικοσαριά άνθρωποι. Η διοίκηση του τάγματος, οι διοικήσεις των λόχων και των διμοιριών και τα πολιτικά στελέχη της οργάνωσης. Ο Βασίλης Τσιρώνης, γραμματέας του ΚΚΕ της Επιτροπής Πόλης Καρδίτσας, η Βαγγελιώ Κουσάντζα, μέλος της Επιτροπής, ο Βαγγέλης Ταγκούλης, μέλος της Νομαρχιακής του ΕΑΜ Καρδίτσας, ο Σούλας απ’ το Γραφείο Περιοχής του Κόμματος στη Θεσσαλία κι άλλοι. Γίνεται σύσκεψη για την κατεύθυνση του ελιγμού μας.

Ο διοικητής του τάγματος τους εξηγεί την κατάσταση: «Ο εχθρός θέλει να μας εξοντώσει οπωσδήποτε. Γι’ αυτό κινεί μια ταξιαρχία από το Καρπενήσι προς τα Αγραφα, άλλη ταξιαρχία από Καρδίτσα προς τα Αγραφα και τρίτη ταξιαρχία από Αρτα προς Αργιθέα. Ετσι μας βάζει σε κλοιό. Ομως εμείς πρέπει να ελιχθούμε, να ξεφύγουμε».

Πλησίασε στο χάρτη και άρχισε.

— Να, σύντροφοι, το δικό μου σχέδιο. Θα περάσουμε απ’τη Νιάλα. Θα φτάσουμε στη Σιάικα, στο Καροπλέσι κι από κει κατ’ ευθείαν στη Βουργάρα. Στη Βουργάρα θα βρούμε το Γενικό και το Αρχηγείο Θεσσαλίας. Από κει και πέρα όλα λύνονται. Πέστε ανοιχτά τη γνώμη σας. Εμείς αποφασίζουμε για την τύχη τόσων ανθρώπων. Κι η απόφασή μας δεν κάνει να είναι αβασάνιστη. Ολοι είμαστε κομμουνιστές και καταλαβαίνουμε το χρέος μας.

— Συμφωνάμε με το σχέδιο του διοικητή. Οι πολίτες πού θα βαδίζουν; Στην ουρά της φάλαγγας;

— Αν τους βάλουμε στο τέλος δε θα είμαστε σε θέση να τους προστατέψουμε. Οχι. Θα τους δώσω σειρά πίσω απ’ το δεύτερο λόχο κι οπισθοφυλακή θα ‘χω τον 3ο λόχο.

***

12 του Απρίλη…

Βραδιάζει (…) η φάλαγγα συνταγμένη ξεκινάει για τη Νιάλα.

Κάνει τσουχτερό κρύο κι ας είναι Απρίλης μήνας. Προχωράμε σ’ έναν αδιάβατο ανήφορο και βρέχει με το ασκί. Εχει πέσει πυκνή ομίχλη και αντάρα που δε βλέπεις ούτε το διπλανό σου. Πώς να περάσουν ζώα σε τέτιο κακοτράχαλο δρόμο; Συχνά αναγκάζονται να σταματάνε οι μεταγωγικοί, να ξεφορτώνουν και να ξαναφορτώνουν, να σιάζουν τις μεριές. Πόσο απότομες είναι οι πλαγιές. Η φάλαγγα απλώνεται σα φίδι, ελίσσεται και στριφογυρίζει γύρω απ’ τη Νιάλα, έτσι όπως πάει το μονοπάτι καγκέλια – καγκέλια κι ύστερα σαν ψηλώνει παίρνει ευθεία γραμμή. Οσο προχωράμε η βροχή δυναμώνει και το κρύο γίνεται πιο διαπεραστικό. Κι όμως πρέπει να περάσουμε νικώντας κι αυτή τη φύση.

Η Νιάλα ορθώνεται τώρα μπροστά μας περήφανη κι αγέρωχη. Μας κοιτάζει σα να μας λέει: Κουράγιο. Νάμαι. Φτάσατε! Εμείς όμως βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή της πορείας. Τα στριφογυρίσματα του δρόμου είναι ατέλειωτα. Γυρίζουμε, ανεβαίνουμε και, περίεργο, σα να βρισκόμαστε πάντα στο ίδιο μέρος. Ανηφορίζουμε αγκομαχώντας. Τα χαλίκια μας τρυπάνε τα πόδια, που αρχίζουν τώρα να γίνονται πιο βαριά. Κρύο. Διαβολεμένο κρύο κι είναι Απρίλης.

Ενας δυνατός παγωμένος αέρας σφυρίζει στ’ αφτιά μας. Η αντάρα πότε σηκώνεται και καθαρίζει η ατμόσφαιρα, πότε ξαναπέφτει βαριά και σκοτεινιάζει. Πίσω απ’ τα μαύρα σύννεφα ο ήλιος παίζει το κρυφτούλι. Να, μόλις ξεμύτισε. Και μπροστά μας στέκεται η Νιάλα ατάραχη. Ολόγυμνη, κατάλευκη. Απριλιάτικα, αντί να ντυθεί το πράσινο φόρεμά της ντύθηκε άσπρο. Τι κακό ειν’ ετούτο, να ρίχνει χιόνι φοβερό τον Απρίλη!

***

Αφήνουμε τα μεταγωγικά. Ειν’ αδύνατο να συνεχίσουν την πορεία. Αφού εμείς δυσκολευόμαστε να βαδίσουμε.

Με βαριά καρδιά ο Γκλούτσος κρύβει τον αγαπημένο του σύντροφο, το κανόνι. Κοπήκαμε απ’ την κούραση. Κι ο δρόμος γίνεται τώρα πιο αδιάβατος. Ενας στενός κατσικόδρομος σαν κλωστίτσα. Κι από κάτω γκρεμός. Λίγο παραπάτησες ή γλίστρησες, πήγες στο χαμό. Δε μένει ούτε κομματάκι απ’ το σώμα σου. Κοιτάζεις και σε πιάνει ίλιγγος.

Σκυφτοί απ’ την κούραση, φορτωμένοι τους γυλιούς με τις ελάχιστες σφαίρες και τα εσώρουχά τους με τα όπλα τους στον ώμο προχωράνε μέσα στην άγρια καταιγίδα οι μαχητές του τάγματος.

Τώρα άρχισε να διακρίνεται καθαρά η κορυφή. Πανύψηλη. Ολο τσουγκάρι και πέτρα. Μόνο ρίγανη και μούσκλα φυτρώνουν πάνω στα βράχια της και τίποτα άλλο. Μια παράξενη νοσταλγία με έπιασε τούτη τη δύσκολη ώρα. Ε! Και νάμουνα εδώ το καλοκαίρι τσομπάνης.

Το χιόνι που πέφτει πιο πυκνό διακόπτει τη νοσταλγία. Ο αυχένας αρχίζει να κοντοζυγώνει μα είναι ακόμα μακριά. Θέλει δρόμο, ανήφορο πολύ. Κι εμείς δεν μπορούμε άλλο, αποκάμαμε. Βαδίζουμε νηστικοί και ξυπόλητοι, χωρίς στάση, χωρίς ανάσα, κάτω απ’ τη βροχή και το χιόνι.

Ζυγώνουμε στον αυχένα της Νιάλας. Πάλι κόπηκε η φάλαγγα. Μια απεγνωσμένη κραυγή κι ύστερα το κατρακύλισμα στον γκρεμό. Κάποιος γλίστρησε και χάθηκε. Κόπηκαν τα ήπατα. Τρέμουν τα πόδια. Κι αν γλιστρήσω μ’ αυτά τα διαβολοτσάρουχα; Καλύτερα με τις κάλτσες. Τα βγάζω και τα πετάω.

Μια τρομερή χιονοθύελα σηκώνεται άξαφνα από παντού. Τίποτα δε φαίνεται, μουγγρίζει μανιασμένα ο αέρας και παρασέρνει ό,τι βρει στο δρόμο του. Θέλει να μας ξεριζώσει λες απ’ τη γη.

Προχωρούμε. Ενας έπεσε ξερός. Ο διπλανός κάνει μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να τον σηκώσει και μένει και κείνος κόκαλο.

Ουρλιάζει από παντού η θύελλα. Μας παίρνει και τα δίκωχα και τ’ ανεμίζει ψηλά σα φούσκες. Ο αέρας ορμητικός μπαίνει στο στόμα και το βουλώνει, στις μύτες, στα πνευμόνια. Ανασαίνουμε με δυσκολία. Παγώνει το αίμα στις φλέβες. Πόσοι βαθμοί υπό το μηδέν; Πάντως δε ζει άνθρωπος σε τέτοιο κρύο.

Το παιδάκι του Μπαρμπαράγια που είχα πάρει στην αρχή της πορείας σπαρταράει στην αγκαλιά της μάνας απ’ το κρύο. Το χουχουλίζει για να το ζεστάνει. Τρέχω και τ’ αρπάζω. Το τρίβω για να το συνεφέρω. Στα χαμένα. Ανοιγόκλεισε δυο-τρεις φορές το στοματάκι του, τέντωσε τα πόδια και τα χεράκια του και ξεράθηκε στην αγκαλιά μου.

Προχωράμε σα μεθυσμένοι χωρίς να σταματάμε ούτε στιγμή. Κι άλλος έπεσε. Παγώνει η ύπαρξή σου. Ξύλιασαν και πόδια και χέρια.

— Κουράγιο σύντροφοι, κουράγιο, ακούγεται από πίσω μια ζωηρή γυναικεία φωνή που μας συντροφεύει στη σκληρή μοναξιά. Η γνώριμη φωνή της Βαγγελιώς. Ατρόμητη μες στη φουρτούνα τρέχει σαν άντρας στη φάλαγγα και βοηθάει τους αδύνατους, δίνει κουράγιο, εμπνέει πίστη.

Μια γυναίκα και μια κοπέλα άφησαν μια αλλόκοτη κραυγή κι έπεσαν ξερές. Κόκαλο. Η γυναίκα κι η κόρη του Μπαρμπαράγια. Δεν προλάβαμε να τους δώσουμε καμιά βοήθεια. Η καρδιά τους σταμάτησε απότομα. Πονάει η ψυχή μας.

Παγώνουν τα μέλη μας. Το κρύο χώνεται ολούθε και μουδιάζει τα πάντα, το μυαλό και το σώμα. Πόσο γερά μπορεί νάναι τα νεύρα; Ενας ύπνος γλυκός ξεχύνεται στα μάτια, και προσπαθεί να παραλύσει το σώμα. Ειν’ ο προπομπός του ύπουλου θανάτου που παραμονεύει. Θα τον προτιμούσαμε. Μα μας θερμαίνει μια ελπίδα. Να περάσουμε τον αυχένα νικητές.

Μα τι είναι τούτο πάλι; Σίφουνας. Ενας λυσσασμένος αέρας με χιόνι μας κλείνει τα μάτια, μας κόβει την αναπνοή. Σταματάμε. Αλλοι δυο πέφτουν την ίδια στιγμή απ’ τον πάγο.

Η αλυσίδα πάλι κόβεται. Τρεις πολίτες σβήνουν απ’ το κρύο.

***

Κολασμένος βράχος!

Σπάρθηκε με τα κόκαλα ανεκτίμητων παλικαριών μας. Μα θα γίνει σύμβολο. Θα μάθει όλη η Ελλάδα το μαρτύριο που τραβήξαμε μόνο και μόνο για τη λευτεριά της. Οχι γιατί αγαπούσαμε απλά τη ζωή μας. Μα γιατί αγαπούσαμε την Ελλάδα και το λαό της. Γι’ αυτό κάναμε κουράγιο και βάλαμε τα δυνατά μας για να φτάσουμε στο τέρμα. Κι ύστερα να συνεχίσουμε το έργο αυτών που πέθαναν για μας.

Οσο προχωράμε, τόσο πιο μανιασμένος φυσάει ο αέρας. Θα μας παρασύρει. Θα μας κατρακυλήσει στον γκρεμό. Σφίγγουμε τα δόντια και τεντώνουμε τα νεύρα μας. Τελευταία προσπάθεια. Ο ουρανός άνοιξε και ξερνάει τα σωθικά του. Κεραυνοί, αστραπόβροντα και χιόνι και αέρας και κρύο ενώνονται σε μια τρομερή συμμαχία να μας αφανίσουν. Πώς να προχωρήσουμε; Πάλι στάση. Κάθε παραπέρα προχώρηση είναι αδύνατη. Μα και κάθε παραπέρα στάση είναι θάνατος.

Προχωράμε. Μα να άλλοι δυο πέφτουν. Τους τρίβουμε με χιόνι, τους κουνάμε, τίποτα. Πέθαναν. Κάναμε μερικά βήματα και πέφτει κι άλλος. Τι είναι τούτο; Στα καλά-καλά ο άνθρωπος ενώ βαδίζει να ξεραίνεται! Τουρτουρίζουμε, χτυπάμε άθελα τα δόντια. Τι περίεργο πράγμα είν’ αυτό που συμβαίνει με μας; Να σε παραφυλάει στο διάβα σου ο πιο τραγικός θάνατος.

***

Η πιο δύσκολη, η πιο μεγάλη στιγμή. Μπροστά μας ο αυχένας. Το κρύο αβάσταχτο. Παγώνει το σάλιο. Παγώνει η ανάσα. Τα πάντα. Κι άλλοι πέφτουν ξυλιασμένοι την τελευταία στιγμή. Ο Κώστας Καραγιάννης κι ο Παπακώστας.

Τι κρίμα! Να θέλεις, να, ένα βήμα να περάσεις εκεί που πια ο κίνδυνος σταματούσε και να χάνεις αυτή τη στιγμή απ’ ανάμεσά σου συντρόφους σου, συμπολεμιστές σου, αδέρφια σου. Αραγε θα πιστέψουν οι άνθρωποι ότι τούτη την ώρα είμαστε ανίσχυροι να τους βοηθήσουμε;

Τώρα ακριβώς χρειάζονταν η πιο μεγάλη αντοχή, η υπερένταση. Χρειάζονταν η υπεράνθρωπη προσπάθεια. Σφιχτήκαμε. Προχωράμε αμίλητοι και σκυφτοί. Ολογύρω καταιγίδα. Είμαστε μέσα στο σίφουνα.

Ο Λάμπρος Οικονόμου, ο οπλοπολυβολητής, πάγωσε και μας έφραξε το δρόμο. Πάλι σταματάει η φάλαγγα. Τραβάμε να του πάρουμε το οπλοπολυβόλο μα δεν ξεκολλάει απ’ τον ώμο του. Πάγωσε, κι έγινε σάρκα και σίδερο ένα πράγμα. Φρίκη. Πώς θα προχωρήσουμε;

***

Ο αυχένας! Το κλειδί της σωτηρίας. Ετοιμος να δρασκελίσει ο διοικητής της φάλαγγας. Κοντοστέκεται μια μόνο στιγμή παραζαλισμένος και γυρνάει προς τη φάλαγγα.

— Αντε παλικάρια μου, άντε λεβέντες μου, φωνάζει συνεπαρμένος απ’ τον ενθουσιασμό. Ενα άλμα ακόμα και τελειώνουν όλα.

Ένα άλμα.

Μα η φύση λες συμμάχησε κι αυτή με τον εχθρό να μας αφανίσει.

Βογκάνε οι λαγκαδιές, τα φαράγγια, τα διάσελα. Σειέται το σύμπαν απ’ το τρομερό μπουμπουνητό. Ο Αίολος άνοιξε τ’ ασκιά του για να ξεχυθούν ορμητικά απ’ όλες τις μεριές οι αγέρηδες και να σηκώσουν σφυρίζοντας δαιμονισμένα σε πελώριες αδιαπέραστες στιβάδες το σπειρωτό χιόνι.

Τα τσουγκάρια φοβισμένα θαρείς κι αυτά απ’ την κοσμοχαλασιά, σκύβουν τις κορφές τους λες για ν’ αποφύγουν τη μανία και την οργή του αγέρα.

Ολα μαύρα. Μαύρα κατάμαυρα. Μονάχα η σκέψη μας, η δική μας σκέψη μένει καθαρή. Κι η καρδιά χτυπάει τρελά, χοροπηδάει μ’ αυτή τη λαχτάρα και τον πόθο που συμπυκνώθηκε πια σε μια λέξη: «Ενα άλμα». Ενα άλμα απ’ το θάνατο στη ζωή, στη νίκη. Οχι δεν πρέπει εδώ στο τέλος να παραδώσουμε το πνεύμα μας. Οι νεκροί μας που κείτονται άταφοι στην πλαγιά της Νιάλας μας παραγγέλνουν να κάνουμε κι αυτό το άλμα στ’ όνομά τους, στ’ όνομα του κόμματος, στ’ όνομα της νίκης. Δε θα υποχωρήσουμε. Δε θα παραβούμε την παραγγελία των ηρώων μας. Κι ας ρίξει το καταπέτασμα ο ουρανός κι ας ορθώσει μπροστά μας όσες φουρτούνες και θύελλες μπορεί. Θα δρασκελίσουμε.

Νάτος, πέρασε ο πρώτος. Ο δεύτερος, ο τρίτος. Ο τέταρτος κοντοστάθηκε, ταλαντεύτηκε κι έχασε την ισορροπία του. Ποιος να ήταν; Ο Θανάσης άραγε; Μπα. Δεν είναι δυνατό να έπεσε ο Θανάσης, αυτό το ανυπόταχτο παλικάρι. Σα σκιές παρουσιάζονται οι άνθρωποι μια στιγμούλα κι υστέρα χάνονται μέσα στη μαυρίλα.

***

Νάμαι ακριβώς κατάκορφα στη Νιάλα. Ετοιμος να κάνω ένα βήμα για τη ζωή. Οι δυνατοί αγέρηδες με πετάνε πότε δω και πότε κει σα μπάλα. Δε μπορώ να στεριώσω σταθερά τα πόδια μου για να δρασκελίσω. Πιάνομαι. Από πού; Απ’ το όπλο και τη χλαίνη μου. Τι αστείο. Είναι και για γέλια και για κλάματα. Μα είναι για θαυμασμό αυτή η σκηνή κι όχι για λύπηση. Να παραδέρνεις μέσα στο σίφουνα και νάχεις ακόμα το κουράγιο να πιαστείς από κάπου για να γλυτώσεις.

Δρασκελάω. Γέρνω απ’ την άλλη μεριά και κατρακυλάω τον κατήφορο (…) εδώ είναι ήσυχα. Κάπου κοντά ακούω φωνές και σφυρίγματα. Είν’ αυτοί που πέρασαν. Τούς ζυγώνω. Το θέαμα που αντίκρυσα με συγκλόνισε σύγκορμα. Καμιά δεκαριά σύντροφοί μας αραδιασμένοι καταγής σπαρταράνε σαν τα ψάρια. Στα μάτια τους απλώθηκε η γυαλάδα του θανάτου.

***

(…) Στα καλύβια της Σιάικας, συγκεντρώνεται η φάλαγγα. Το τάγμα παρατάσσεται για προσκλητήριο κι από γύρω οι πολίτες το καμαρώνουν. Μα τι γίνεται; Στη θέση του 3ου λόχου δεν παρουσιάζεται κανένας. Ο 3ος λόχος λείπει ολόκληρος. Μια τρομερή σιωπή απλώθηκε. Πάψανε και τα γέλια κι οι φωνές και τα λιανοτράγουδα. Ανησυχία μας έπιασε όλους. Τί έγινε ο 3ος λόχος; Χάθηκε;

— Τσιρώνης! φωνάζει δυνατά ο ταγματάρχης

— !!!…

— Κουσάντζα!

— !!!…

— Χαλκιάς!

— !!!…

Απόντες, κι αυτοί λείπουν…

Ο ταγματάρχης κούνησε απελπισμένα το κεφάλι. Στο μυαλό του σχηματίστηκε η εικόνα του τι είχε συμβεί.

Ξαφνικά απ’ την κορφή της Νιάλας έφτασε ο ήχος ντουφεκιών.

 

***

Τι είχε συμβεί;

Ο λόχος του Ερμή βάδιζε στην οπισθοφυλακή της φάλαγγας. Στον αυχένα σκούντησε πάνω σ’ ένα παγωμένο. Η φάλαγγα είχε κοπεί. Δρασκέλισε ο Ερμής πάνω απ’ το ξεπαγιασμένο πτώμα του συντρόφου και πέρασε στην άλλη πλαγιά, περιμένοντας το λόχο. Ο ένας υστέρα απ’ τον άλλο πέρασαν όλοι οι άντρες του και τα 13 στελέχη της Καρδίτσας που είχε μαζί του. Ο Τσιρώνης, η Κουσάντζα, ο Γαλανίτσας κι οι άλλοι. Ομως κατά πού να πάει. Η φάλαγγα ούτε φαίνεται ούτε ακούγεται μέσα σ’ εκείνο το κακό. Πήρε το μονοπάτι που διακρινόταν μόλις λίγο και προχώρησε. Πατήματα πουθενά. «Σίγουρα χάσαμε το δρόμο» σκέφτηκε. Και τώρα; Προχώρησαν ακόμα μερικά μέτρα. Και ξαφνικά αντίκρυσαν αντίσκηνα. Εχθρικά αντίσκηνα. Σκορπάνε μέσα σ’ αυτά. Τι να δουν; Φαντάροι κουκουλωμένοι με κουβέρτες και χλαίνες, είχαν μόνο τα μάτια ξεσκέπαστα και καρτερούσαν μοιρολατρικά το θάνατο. Ξυλιασμένοι κι εκείνοι, πουντιασμένοι κι οι δικοί μας.

Ούτε τους μιλάνε ούτε τους πυροβολάνε. Ούτε κι οι δικοί μας ανοίγουν τα όπλα τους. Τα όπλα συμφώνησαν αυτήν την ώρα κάτω απ’ τη βία της φύσης να μη μιλήσουν για το θάνατο. Πάγωσαν. Δε λειτουργεί τίποτα.

Βουβή ανακωχή!

(…) Έπαιρνε να ξημερώσει. Ως πότε θα κρατούσε αυτή η βουβή ανακωχή;

Σ’ένα εχθρικό αντίσκηνο βρίσκονται ξαπλωμένοι έντεκα άνθρωποι. Ξεπαγιασμένοι, δεν νιώθουν, ούτε καταλαβαίνουν τίποτα. Δεν ακούνε τις φωνές των ανταρτών και του Ερμή: «Ολοι οι αντάρτες να βγούνε έξω από τα αντίσκηνα! Φεύγουμε για τον προορισμό μας».

Και πού βρέθηκε να περάσουν κι οι έντεκα στο ξεκομμένο απ’ τ’ άλλα αντίσκηνα και να μην τους δει κανείς; Είχε βγει ο ήλιος όταν άρχισαν να συνέρχονται. Και συνήρθαν απ’ τις κλωτσιές και τις βρισιές των φαντάρων που ήρθαν να πάρουν τους δικούς τους κρυοπαγημένους την άλλη μέρα το πρωί.

Η ανακωχή είχε λήξει.

***

Οι αγωνιστές συνήρθαν. Ξύπνησαν απ’ το λήθαργο που τους είχε ρίξει η παγωνιά και το κρύο και στηλώθηκαν αντίκρυ στους δήμιους τους.

Τους έδεσαν και τους έσυραν μισολιπόθυμους, απ’ τα βασανιστήρια αυτή τη φορά, στα κρατητήρια της Λαμίας. Για να γράψουν εκεί με το αίμα τους μια λαμπρή αγωνιστική σελίδα στην ιστορία του αδούλωτου λαού μας.

Μερόνυχτα μείνανε στα μπουντρούμια δεμένοι με τα σίδερα. Από την ώρα της καταδίκης τους ως τη μέρα που εκτελέστηκαν.

Στις 4 το πρωί της 9 του Μάη 1947 τους βάλανε στ’ αυτοκίνητο για τον τόπο της εκτέλεσης. Απ’ το στόμα των παλικαριών ξεχύθηκε περήφανο ένα αυτοσχέδιο τραγούδι:

«Μα δω δεν είναι θάνατος, θάνατος απ’ αρρώστια. Είναι της δόξας τα παιδιά δαφνοστεφανωμένα. Θάνατο εμείς δε βρίσκουμε και λησμονιά η γενιά μας… Για μιαν ιδέα ευγενικιά δίνουμε τη ζωή μας…».

Στον τόπο της εκτέλεσης, η Βαγγελιώ Κουσάντζα, η απλή δασκάλα του λαού, βροντοφώναξε στους τυράννους: «Λίγος ακόμα είναι ο καιρός σας στην εξουσία. Τέτοιο είναι το κράτος σας. Ικανό να εκτελεί γυναίκες και πατριώτες. Τη θέση που δίνετε σε μας σήμερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, πολύ σύντομα θα την πάρετε εσείς (…) Ο λαός μας δε θα μας λησμονήσει. Ζήτω το ΚΚΕ!».

Και στήσανε όλοι το χορό. Το χορό της λεβεντιάς και της αθανασίας: το χορό του Ζαλόγγου. Η δασκάλα η Βαγγελιώ πρώτη τραγούδησε το «Εχετε γεια βρυσούλες». Μπροστά στο απίστευτο θέαμα, το εκτελεστικό απόσπασμα που ήταν από φαντάρους του 106 Τάγματος, δεν πυροβόλησε. Κι αναγκάστηκαν να κουβαλήσουν δήμιους – μαυροσκούφηδες και χωροφύλακες για να εκτελέσουν τη δολοφονία.

Τελευταία έπεσε η Βαγγελιώ Κουσάντζα. Μέ τρυπημένο το κορμί στεκότανε ορθή και ζητωκραύγαζε για το κόμμα. Την αποτέλειωσαν με τη χαριστική βολή.

Λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες το παρακάτω γράμμα του ήρωα φοιτητή Βασίλη Τσιρώνη:

«ΛΑΜΙΑ, (θάλαμος μελλοθανάτων): Στούς φίλους της Καρδίτσας-Θεσσαλίας.

Σας αφήνω γειά. Αυτός είναι ο δρόμος της τιμής και του καθήκοντος. Φεύγω περήφανος και ικανοποιημένος γιατί πιστεύω ότι θα συμπληρώσετε ό,τι εγώ αφήνω μισό.

Ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ

Ζήτω η Ανεξαρτησία!

Ζήτω η Δημοκρατία!

Σας φιλώ όλους.

9/5/47 Βασίλης Τσιρώνης»».