Ο ταξικός χαρακτήρας των μηνυμάτων της Επανάστασης του 1821

Σε συνθήκες έκτακτων μέτρων – κλειστά σχολεία, αναστολή προγραμματισμένων εκδηλώσεων, ημερίδων, γενικά τον κόσμο στα σπίτια του – λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, οι παρεμβάσεις των κρατικών ηγετικών παραγόντων επιδίωξαν να προβάλουν στο σήμερα, στις ειδικές συνθήκες της πανδημίας και της αναμενόμενης οικονομικής επίπτωσης, κάποια μηνύματα της Επανάστασης του 1821.

Όπως ήταν αναμενόμενο, εστίασαν στην «εθνική συνοχή και ενότητα», στη θυσία των ατομικών ελευθεριών προς όφελος του κοινού καλού.

Ειπώθηκαν λόγια ωραία, που μπορούν να διεγείρουν το φιλότιμο, ν’ αναπαράξουν στις σημερινές συνθήκες τις αξίες του αστικού διαφωτισμού περί ισότητας, αδελφότητας, αλληλεγγύης.

Προβλήθηκε ο πατριωτισμός με το «σύγχρονο» περιεχόμενό του, δηλαδή στις συνθήκες του κορονοϊού η θυσία ατομικών ελευθεριών (στη μετακίνηση) προς όφελος του κοινού καλού (αναχαίτισης της πανδημίας), η προβολή του «εμείς πριν το εγώ», τα συνθήματα του πρωθυπουργού «ισχύς εν τη ενώσει» και «κανείς μόνος, όλοι από την ίδια γραμμή».

Μαζί με τα παραπάνω, ειπώθηκαν και αλήθειες, όπως: Προϊόν της Επανάστασης του 1821 ήταν η διαμόρφωση του αστικού κράτους στην Ελλάδα. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η παραδοχή του κινδύνου εκδήλωσης μιας νέας οικονομικής κρίσης σε όλο τον κόσμο, η αλληλεπίδραση μεταξύ των ξεχωριστών κρατών, αλλά όλα αυτά από τη σκοπιά της διασύνδεσης ταξικά συμπαγών εθνών – κρατών και διεκδίκησης «ισότιμων σχέσεων» σε μια εξίσου συμπαγή παγκόσμια κοινότητα, η οποία μπορεί να απειληθεί από δυνάμεις της φύσης, όπως σήμερα είναι οι ιοί, οι σεισμοί, η κλιματική αλλαγή (όπως ακούγαμε προ κορονοϊού) κ.λπ. πέραν των ταξικών διαφορών.

Οι ηγετικοί κρατικοί παράγοντες δεν έκαναν κάτι καινούργιο. Και με αφορμή την επέτειο της Επανάστασης του 1821, πρόβαλαν την αστική ιδεολογία, που πυρήνας της είναι να παρουσιάζει τα καπιταλιστικά συμφέροντα ως κοινά για όλο το έθνος, όλο το λαό. Οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε ότι το έκαναν εκσυγχρονισμένα, κι αυτό ίσως είναι που οδηγεί σε μεγαλύτερη παραπλάνηση. Η διαπίστωση της Προέδρου της Δημοκρατίας για την «ύπαρξη σύγχρονου κράτους» ή η διαπίστωση του πρωθυπουργού ότι «το κράτος στέκεται στο ύψος των περιστάσεων», παρουσιάζοντας ως νέο περιεχόμενο των σύγχρονων κρατών τους «ενημερωμένους λαούς», οδηγούν στην εκτίμηση για παραπλάνηση.

Με άλλα λόγια, η αστική γραμμή για την προβολή των μηνυμάτων του 1821 στο σήμερα ήταν η εξάλειψη των ταξικών διαφορών μέσα στο έθνος – κράτος, στη συνεργασία των διαφορετικών εθνών – κρατών στην Ευρώπη, παγκόσμια.

Είναι αυτή η αλήθεια;

Μήπως ο κίνδυνος της ζωής μας λόγω του κορονοϊού σβήνει κάθε ταξική διαφορά, όπως συχνά λέγεται στα ΜΜΕ; Μήπως πράγματι η Επανάσταση του 1821 είναι διδακτική για τους άθλους ενός λαού όταν αυτός είναι ενωμένος απέναντι στον κοινό εξωτερικό εχθρό, την Τουρκία, όπως ιδιαίτερα θέλησε να επικεντρώσει ο πρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Η πραγματικότητα, τόσο της Επανάστασης του 1821 όσο και της προβολής της στο σήμερα, για τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού στην Ελλάδα, είναι τελείως διαφορετική.

 

Η ιστορική προσέγγιση του χαρακτήρα της Επανάστασης

Τι είδους ενότητα εξέφραζε η Επανάσταση του 1821; `Η, διαφορετικά διατυπωμένο: Ποιες ήταν οι κινητήριες δυνάμεις της Επανάστασης και κατά πόσο έδρασαν ενιαία;

Η ηγετική δύναμη της Επανάστασης του 1821, που ήταν η αστική τάξη, κυοφορήθηκε, αναπτύχθηκε, οργανώθηκε μέσα στις συνθήκες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την ανάπτυξη και επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων στα αστικά κέντρα, στο εμπόριο, στη ναυτιλία, στη βιοτεχνία, στη μετατροπή του ιδιωτικού δανεισμού σε οργανωμένη τραπεζική παρέμβαση κυκλοφορίας του χρηματικού κεφαλαίου.

Στη Φιλική Εταιρεία, όργανο προετοιμασίας και διεξαγωγής της Επανάστασης του 1821, συντριπτικά πλειοψηφούσαν οι έμποροι, οι πλοιοκτήτες, οι αστοί επιστήμονες, αλλά και οι όροι «πατρίδα» και «αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση» στις διακηρύξεις της εκφράζουν τον αστικό εθνικοαπελευθερωτικό προσανατολισμό.

Δεν είναι τυχαία αυτή η ιδιαιτερότητα, η αστική επανάσταση να έχει εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα. Ο αστικός Ελληνικός Διαφωτισμός αναπτυσσόταν σε αστικά κέντρα που ούτε γεωγραφική συνοχή είχαν μεταξύ τους (από τα κέντρα του Αιγαίου, του Ιονίου, του μετέπειτα ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου, έως της Μικράς Ασίας, της Μαύρης Θάλασσας και της Κωνσταντινούπολης), αλλά ούτε σημαντική φυλογενετική συνοχή είχαν (π.χ. στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη, στα Γιάννενα), ενώ τον ελληνογενή χριστιανικό πληθυσμό τον βάραινε το καθεστώς υποτέλειας στο μουσουλμανικό φεουδαρχικό κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Βέβαια, αυτό το καθεστώς της υποτέλειας είχε διαβάθμιση στην επιβάρυνση, ανάλογα με την ταξική διαφοροποίηση. Π.χ. άλλο ήταν το βάρος της υποτέλειας για τον καλλιεργητή, ελεύθερο ή δουλοπάροικο, άλλο για την πρώην βυζαντινή αριστοκρατία, η οποία διατηρούσε προνόμια, οικονομικά και διοικητικά. Αντίστοιχα προνόμια είχε και η Ορθόδοξη Εκκλησία, τα μοναστήρια της.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ταξική διαφοροποίηση εμπλεκόταν και με τη φυλογενετική και θρησκευτική διαφοροποίηση, χωρίς όμως να κλείνει το δρόμο στην ανάπτυξη της αστικής τάξης και μέσα στους εδαφικούς χώρους που είχαν ενταχθεί ως υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντίθετα, μάλιστα, για λόγους που ξεφεύγουν των δυνατοτήτων έκτασης του παρόντος άρθρου, η διοικητική, στρατιωτική, οικονομική συγκρότηση της Αυτοκρατορίας έδινε σημαντικά περιθώρια να αστικοποιηθούν υποτελείς όπως Βυζαντινοί, Αρμένιοι, Σλάβοι και άλλοι.

Η βυζαντινή γλώσσα, η ενσωμάτωση της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, η Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία έπαιξαν ορισμένο ενοποιητικό ρόλο ή τουλάχιστον διαμόρφωσαν κάποιες προϋποθέσεις που υποβοήθησαν τη διαμόρφωση του Ελληνικού αστικού Διαφωτισμού.

Σε αυτές τις συνθήκες, η ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη ήταν διασκορπισμένη, η διασύνδεσή της με τον κρατικό μηχανισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε μεγάλο βαθμό διαφοροποίησης, γεγονός που επέδρασε και στη διαφοροποιημένη διασύνδεση με ξένα ισχυρά κράτη της εποχής, π.χ. την τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία, την Αγγλία, τη Γαλλία κ.λπ.

Ελληνογενείς αστικοποιημένες φεουδαρχικές δυνάμεις, π.χ. κοτζαμπάσηδες στην Πελοπόννησο, με το ένα πόδι συμμετείχαν στον οθωμανικό φεουδαρχικό κρατικό μηχανισμό, με το άλλο πόδι διεκδικούσαν την άρση της γενοφυλετικής1– θρησκευτικής υποτέλειας.

Προεστοί και αρματολοί που επιδίωκαν την απαλλαγή από την ψιλή κυριότητα της οθωμανικής κυριαρχίας επί της γης, την πλήρη απαλλαγή από το φόρο υποτέλειας στην Αυτοκρατορία, πήραν μέρος στην Επανάσταση – άλλοι πιο νωρίς, άλλοι πιο καθυστερημένα – αλλά επιδιώκοντας να διατηρήσουν τα τοπικά τους προνόμια (διοικητικά, που τους έδιναν φορολογικές και άλλες αρμοδιότητες), να τα κατοχυρώσουν στη διοικητική λειτουργία του νέου κράτους.

Αυτά τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους αντικειμενικά τους έφεραν σε αντίθεση με τις ενέργειες διαμόρφωσης ενιαίας εθνικής αγοράς και ισχυρής συγκεντρωτικής κρατικής συγκρότησης, όπως το επιχείρησε ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ι. Καποδίστριας. Οι αντιθέσεις τους περιπλέχτηκαν και με το ζήτημα της διανομής των «εθνικών γαιών» (τις απαλλοτριωμένες από τους Τούρκους).

Αυτή η διαπάλη με άλλες πιο αντιπροσωπευτικά αστικές δυνάμεις της Επανάστασης εκδηλώθηκε και στην εξέλιξη της Επανάστασης, που κράτησε μια δεκαετία ως προς τις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά και στις διαμάχες μεταξύ των δυνάμεων της Επανάστασης για τα όργανα του νέου κράτους (εθνοσυνελεύσεις, Συντάγματα, αντιπροσώπευση στα κρατικά όργανα κ.λπ.), αλλά και στη συνέχεια. Μετά την ανακήρυξη του πρώτου ανεξάρτητου κράτους στην Ελλάδα (1828), στην πρώτη διακυβέρνηση του ελληνικού κράτους υπό την ηγεσία του Ι. Καποδίστρια, η διαπάλη έφτασε μέχρι και τη δολοφονία του Καποδίστρια.

Στη διαπάλη μεταξύ διαφορετικών τμημάτων της αστικής τάξης ή ημιαστικοποιημένων δυνάμεων του φεουδαρχικού παρελθόντος, επέδρασε και η διαφορετική διασύνδεσή τους με ξένα κράτη, στη βάση κοινών συμφερόντων (π.χ. πλοιοκτήτες, εξαγωγείς – εισαγωγείς πιο στενά συνδεδεμένοι με την Αγγλία, αστοί διανοούμενοι με τη Γαλλία κ.λπ.).

Φυσικά στην Επανάσταση πήραν μέρος και λαϊκές δυνάμεις, άκληροι αγρότες, εργάτες – ναύτες, ακόμα και ο κατώτερος κλήρος.

Όπως εκτιμάμε και στο Δοκίμιο Ιστορίας:

«…η αντιφατική διαπλοκή συμφερόντων μεταξύ διαφορετικών τάξεων και στρωμάτων εξηγεί τη ρευστότητα των κοινωνικών συμμαχιών, τους προσωρινούς συμβιβασμούς και τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Το κοινωνικό, ταξικό περιεχόμενο της εμφύλιας σύγκρουσης αποτυπώθηκε και στη διαπάλη για τις αποφάσεις των Εθνοσυνελεύσεων της Επιδαύρου και του Άστρους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η αστική τάξη προσανατολίστηκε σε ένα καθεστώς συνταγματικής μοναρχίας υπό την προστασία κάποιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης που θα την βοηθούσε να διεκδικήσει καλύτερους όρους σύνδεσης στη διεθνή αγορά και μια πιο ισχυρή θέση στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή. Στην αστική πλευρά επικράτησε ο αγγλόφιλος προσανατολισμός».2

Κοινός παρονομαστής των διαφορετικών τμημάτων των κατόχων σημαντικών μέσων παραγωγής, γενικά κεφαλαίου και γης, ήταν η θωράκιση της νέας εξουσίας απέναντι στον λαϊκό παράγοντα, που και μετά την Επανάσταση υπέφερε.

Οι διαμάχες που επακολούθησαν μεταξύ διαφορετικών δυνάμεων της Επανάστασης, η εξαρχής αδυναμία της Επανάστασης να κυριαρχήσει επιχειρησιακά με τις δικές της δυνάμεις έναντι των δυνάμεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η παρέμβαση των ξένων κρατών στη συνθηκολόγηση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την αναγνώριση του ελληνικού ανεξάρτητου κράτους, η μη ενσωμάτωση σημαντικών αστικών κέντρων του ελληνισμού, η δυνατότητα που έδωσε όλη αυτή η εξέλιξη στην επιβολή του βασιλικού θεσμού, με τη μορφή Συνταγματικής Μοναρχίας, όλα αυτά στην πορεία δημιούργησαν συχνά συγχύσεις ως προς το χαρακτήρα της Επανάστασης.

Ο εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας απομονώθηκε από τον αστικό, υπερτιμήθηκαν τα φεουδαλικά στοιχεία που μεταφέρονταν στο χώρο της Ελλάδας με τη σταδιακή ένταξη νέων περιοχών, όπως της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Ηπείρου, στη διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα.3

Η μορφή της Συνταγματικής Μοναρχίας ερμηνεύτηκε ως ημιφεουδαρχική εξουσία4, οι δε διαμάχες μεταξύ ανεπτυγμένων και διεθνοποιημένων τμημάτων του κεφαλαίου, όπως πλοιοκτητών, τραπεζιτών, εμπόρων εισαγωγέων – εξαγωγέων και τμημάτων που συνδέονταν έντονα και με την αγροτική παραγωγή, προκάλεσαν λαθεμένες ερμηνείες για το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, στην οικονομική της βάση και στο πολιτικό της εποικοδόμημα5. Υποτιμήθηκε ο αστικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821, παρερμηνεύτηκε η διαπάλη μεταξύ των δυνάμεων που πήραν μέρος με ηγετική δύναμη την αστική τάξη, προβλήθηκαν ως παραγοντικού χαρακτήρα αντιθέσεις.

Δεν ερμηνεύτηκε αντικειμενικά ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας της διακυβέρνησης του Ι. Καποδίστρια, που εξυπηρετούσε την αστική ενότητα, όπως άλλωστε και η Ναπολεόντεια διακυβέρνηση στη Γαλλία με τις πολεμικές εκστρατείες της.

Πολύ περισσότερο παρερμηνεύτηκαν άλλες ενδοαστικές αντιπαλότητες, που διαπλέκονταν και με τις διαφορετικές επιλογές ξένων συμμαχιών.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις το Κίνημα στου Γουδή το 1909, ο λεγόμενος «εθνικός διχασμός» 1914-1916, όπου διαφορετικά αστικά τμήματα, υπό διαφορετικές ηγεσίες, του Ελ. Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου, τάχθηκαν με διαφορετικά καπιταλιστικά κράτη – ο μεν με δυνάμεις της Αντάντ, ο δε με τη Γερμανία – στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα ταξικά διδάγματα της Ιστορίας

Η Ιστορία του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του έως σήμερα δεν είναι μια γενική ελληνική Ιστορία στην οποία εξισώνονται οι ταξικές διαφορές και ανισότητες, που το ίδιο μας διδάσκει και για το σήμερα.

Αντίθετα, είναι Ιστορία που διαπερνάται από ισχυρές ταξικές αντιθέσεις, είναι Ιστορία «φιλικών» και «εχθρικών» ξένων δυνάμεων – κρατών που έχουν ως κίνητρο όχι την κοινή θρησκεία ή τη φιλομάθεια της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας ή της Ελληνιστικής, αλλά το δικό τους συμφέρον σε μια εποχή που ο καπιταλισμός εδραιωνόταν και επεκτεινόταν σε όλες τις ηπείρους της Γης, σάρωνε τα κατάλοιπα της φεουδαρχίας, αλλά και θωρακιζόταν απέναντι στη νέα αναπτυσσόμενη αντίπαλη τάξη, την εργατική.

Η ταξικότητα, λοιπόν, διατρέχει την Ιστορία της ανθρωπότητας, της Ελλάδας και δεν σβήνει με την προβολή της εθνικής ενότητας ή γενικά μιας κοινωνικής κατηγορίας, του «έθνους», που έχει τα ιστορικά της όρια. Το έθνος ό,τι περισσότερο είχε να δώσει, ήταν στην εποχή των αστικών επαναστάσεων και της συγκρότησης των αστικών κρατών, της ομογενοποίησης της αστικής εθνικής αγοράς, της ανάλογης συνείδησης, της ισχυροποίησης της αστικής εξουσίας, χωρίς να σβήνει τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, επομένως και την ανάγκη διεθνικών εξουσιαστικών μηχανισμών, ενώσεων κ.λπ.

Φυσικά πρόκειται για αντιφάσεις του καπιταλισμού, αφού η διεθνοποίηση του κεφαλαίου – εξαγωγές κεφαλαίου, εργατικού δυναμικού κ.λπ. – δεν γίνεται μόνο με κρατικές – μονοπωλιακές συμφωνίες. Ακόμα κι όταν γίνονται, έχοντας τη σφραγίδα του ισχυρότερου, βρίσκονται σε διαρκή αμφισβήτηση, τάση αναθεώρησης ή ανατροπής ανάλογα με τις αλλαγές στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών και τα πραγματικά μερίδιά τους στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι διακρατικές συμφωνίες και ενώσεις που προέκυψαν (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ, ΝΑΤΟ, ΕΟΚ κ.λπ.), η ίδια η ΕΕ με όλους τους μηχανισμούς της (οικονομικούς, κατασταλτικούς, νομοθετικούς, δικαστικούς), αλλά και τους παράπλευρους (Σένγκεν), επιβεβαιώνουν όλη αυτήν τη σχέση εθνικού – διεθνικού από τη σκοπιά του κεφαλαίου, μέσα στην ανειρήνευτη αντίθεση κεφαλαίου – μισθωτής εργασίας, πέρα από εθνικά, περιφερειακά, διεθνικά όρια.

Τα διδάγματα λοιπόν από την Επανάσταση του 1821 δεν είναι ενιαία για τις εργατικές – λαϊκές δυνάμεις και τις δυνάμεις του κεφαλαίου, ούτε στην εποχή των αστικών επαναστάσεων ούτε πολύ περισσότερο στην εποχή της αναγκαιότητας των εργατικών επαναστάσεων.

Η περισσότερο ή λιγότερο ενωμένη καπιταλιστική Ευρώπη, με λιγότερο σφιχτή νομισματική πολιτική και πιο επεκτατική δημοσιονομική ή αντίστροφα, δεν είναι διλήμματα που αφορούν τους λαούς, αλλά εξίσου αδιέξοδες εναλλασσόμενες πολιτικές διαχείρισης του καπιταλισμού.

Τίποτα δεν καταργείται, όσο σάπιο κι αν είναι, χωρίς την ταξική πάλη

Και η σημερινή κατάσταση, η προοπτική μιας νέας βαθιάς κρίσης, δείχνει ότι οποιοδήποτε «εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης» θα πληρωθεί με εργατική – λαϊκή εκμετάλλευση, νέα φτώχεια, αφάνταστη εντατικοποίηση, όπως ήδη γίνεται σε σημαντικά τμήματα τηλεργαζόμενων από το σπίτι. Ηδη η δεκαπενθήμερη εκ περιτροπής εργασία, η αναδουλειά αυτοαπασχολούμενων, οι απολύσεις δεν αντισταθμίζονται με τα εφάπαξ επιδόματα 800 ευρώ, την 4μηνη αναστολή κάποιων πληρωμών κ.λπ.

Η σημερινή κρίση πρέπει να ταρακουνήσει την εργατική – λαϊκή συνείδηση, να την αφυπνίσει. Να μη δέχεται πλέον παθητικά τέτοιες τραγικές καταστάσεις όπως το τραγικό χάλι στο σύστημα Υγείας στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Τουρκία, στις ΗΠΑ, σε όλο τον αναπτυγμένο καπιταλισμό. Να μη δεχτεί να πληρώσει με νέα φορολογία την καπιταλιστική κρατική παρέμβαση για τη διάσωση των καπιταλιστικών ομίλων.

Η Ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ για την επέτειο του 1821 επισημαίνει:

«Το ΚΚΕ καλεί τους εργαζόμενους – μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους, τους συνταξιούχους, τους νέους – με ψυχραιμία και θάρρος να κρατήσουν το μόνο διαχρονικό συμπέρασμα που προκύπτει και από την Επανάσταση του 1821: Τίποτα δεν καταργείται, όσο σάπιο κι αν είναι, χωρίς την ταξική πάλη».

Μόνο με ταξική πάλη μπορούν οι λαοί στην Ελλάδα, στις γειτονικές μας χώρες, στην Ευρώπη, στις άλλες ηπείρους να φέρουν κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές ανατροπές, τέτοιες που θα κάνουν κοινωνική ιδιοκτησία όλα τα σύγχρονα και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, τη γη, τον φυσικό πλούτο – επίγειο, υπόγειο, θαλάσσιο, υδάτινο κ.λπ. – θα τα αξιοποιήσουν με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό με στόχο όχι την καπιταλιστική κερδοφορία, αλλά τη σταθερή προστασία από φυσικές απειλές, την ποιοτικά αναπτυσσόμενη κοινωνική ευημερία.

Δεν είναι αλήθεια ότι ο κεντρικός σχεδιασμός απέτυχε στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τα πρώτα βήματα του σοσιαλισμού – κομμουνισμού στον 20ό αιώνα.

Απέτυχε η ελλιπής και ασυνεπής εφαρμογή του, η προσπάθεια εφαρμογής του όχι μόνο στη βάση των σχέσεων κοινωνικής ιδιοκτησίας – παραγωγής/κατανομής, αλλά σε συνδυασμό έστω και με περιορισμένο τομέα ατομικής, ακόμα και καπιταλιστικής ιδιοκτησίας.

Παρ’ όλα αυτά, άφησε οργάνωση και λειτουργία κοινωνικών υπηρεσιών που ακόμα και σήμερα δεν συγκρίνονται στο ελάχιστο με τις καπιταλιστικές.

Δεν είναι αλήθεια ότι η πλατιά επικράτηση της αντεπανάστασης στο τέλος του 20ού αιώνα κάνει μη ρεαλιστικό τον ταξικό αγώνα για την καπιταλιστική ανατροπή, για τη σοσιαλιστική – κομμουνιστική οικοδόμηση.

Ενα από τα διδάγματα της Επανάστασης του 1821, αλλά και άλλων αστικών επαναστάσεων, είναι ότι συχνά χρειάστηκαν και νέες συγκρούσεις, ακόμα και με δυνάμεις που αρχικά πήραν μέρος στις αστικές επαναστάσεις.

Η Ιστορία διδάσκει ότι ενώ τα επαναστατικά άλματα είναι προϋπόθεση για την εμφάνιση της νέας εξουσίας, η πορεία εδραίωσής της είναι μια πιο μακρόχρονη και αντιφατική διαδικασία, με πισωγυρίσματα, με συγκρούσεις που πήραν και τη μορφή ένοπλης πάλης, ακόμα και στο εσωτερικό της νέας τάξης. Αυτό, βέβαια, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, και το υπογραμμίζουμε, γιατί ακόμα και σήμερα υπάρχουν αστοί σχολιαστές που ερμηνεύουν αυτές τις συγκρούσεις ως ελληνική κακοδαιμονία ή «άτυχη» στιγμή της Ιστορίας.

Επίκαιρης σημασίας συμπέρασμα από την Επανάσταση του 1821 είναι ότι κανένας δυσμενής συσχετισμός δεν μπορεί να είναι στατικός, όταν έχουν ήδη αναπτυχθεί οι υλικές προϋποθέσεις για το ξεπέρασμα ενός κοινωνικού – οικονομικού σχηματισμού. Ακόμα, η Ιστορία διδάσκει ότι συχνά τα πρώτα εγχειρήματα των επαναστατικών αλμάτων δεν οδηγούν σε νίκη, ότι ο υποκειμενικός παράγοντας ωριμάζει μέσα από τις αδυναμίες, τα λάθη και τις ήττες του. Κι αυτό το βλέπουμε και στην εξέλιξη των προεπαναστατικών οργανώσεων στις αρχές του 19ου αιώνα.

Αν αυτό ίσχυε για την εδραίωση της αστικής εξουσίας, που αντιπροσώπευε ανώτερη μορφή οργάνωσης της παραγωγής, συνολικά της οικονομίας και της κοινωνίας, σε σχέση με τη φεουδαρχία, αλλά δεν έπαυε να έχει εκμεταλλευτικό χαρακτήρα, στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας, πολλαπλάσια ισχύει για την επαναστατική εργατική εξουσία. Αυτή έχει ως καθήκον να σαρώσει κάθε μορφή ατομικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, μαζικά ν’ αναπτύξει τη συνείδηση της κοινωνικής ιδιοκτησίας, της ικανότητας μαζικής συμμετοχής στην αυτοδιοίκηση, που απαιτεί την κυριαρχία του νέου κομμουνιστικού τύπου ανθρώπου στην κοινωνία, ουσιαστικά αναιρώντας και την έννοια της πρωτοπορίας, σε μια κοινωνία ίσων μεταξύ ίσων.

Η επαναστατική εργατική πρωτοπορία οφείλει να φωτίζει αυτό το δρόμο σε όλες τις συνθήκες, για να γίνουν η εργατική τάξη και οι σύμμαχές της λαϊκές δυνάμεις συνειδητοί διαμορφωτές του ανατρεπτικού μέλλοντος.

Παραπομπές:

  1. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ακολουθούσε το θρησκευτικό – φυλογενετικό σύστημα για τον προσδιορισμό του καθεστώτος των υπηκόων της. Αυτό οδηγούσε στο βασικό διαχωρισμό σε μουσουλμάνους υπηκόους και σε μη μουσουλμάνους υποτελείς. Σε αυτό το πλαίσιο, ως γένος (milliyet) Rum-orthodox ορίζονταν οι ορθόδοξοι χριστιανοί, πρώην κάτοικοι της βυζαντινής (ανατολικής ρωμαϊκής) αυτοκρατορίας.
  2. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, περίοδος 1918-1949, τόμ. Α1, σελ. 134-135, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
  3. Αυτές οι λαθεμένες προσεγγίσεις επικράτησαν για πολλά χρόνια και στην κομματική ιστοριογραφία.
  4. Ο.π.
  5. Ο.π.

ΤηςΕλένης ΜΠΕΛΛΟΥ*
* Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

  • Από τον “Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου” 28-29/3/2020