ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ : Τα πολύπλευρα παζάρια ανατροφοδοτούν την επιθετικότητα της Τουρκίας

  • Ερντογάν και Πούτιν εγκαινίασαν μαζί νέο αγωγό που θα μεταφέρει ρωσικό αέριο στην Ευρώπη, μια μέρα αφότου ο Τραμπ παίνευε στον Λευκό Οίκο τις υπηρεσίες της Άγκυρας στον «αγώνα κατά της τρομοκρατίας».

Νέα ένταση στα αντιλαϊκά παζάρια που «ψήνονται» σε πολλά παράλληλα επίπεδα πρόσθεσε η βδομάδα που πέρασε, επιβεβαιώνοντας ότι η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας αποτελεί ένα μόνο κεφάλαιο στο ευρύτερο γεωπολιτικό «πόκερ» που προχωρά με επίκεντρο τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ και Κίνα παρατάσσουν κάθε λογής «όπλα», αλλά και ανταλλάγματα που λανσάρουν, γυρεύοντας συμμάχους και πλεονεκτήματα που θα ενισχύσουν τη δική τους θέση.

Από την πλευρά των ΗΠΑ, ανέλαβε ο Πρόεδρος Τραμπ στον Λευκό Οίκο και δίπλα στον Έλληνα πρωθυπουργό (βλέπε σχετικό θέμα), να ξεκαθαρίσει ότι το παζάρι με την Αγκυρα θα δυναμώσει. Από τη δε πλευρά της Ρωσίας, ο Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, από την Κωνσταντινούπολη όπου μαζί με τον Τούρκο ομόλογό του άνοιξε τη βάνα του «Turkish Stream» και χαρακτήρισε την ολοκλήρωση του έργου «παράδειγμα διμερούς συνεργασίας» που «επιβεβαιώνει εμφανώς ότι η ρωσοτουρκική στρατηγική συνεργασία αποδίδει σημαντικά, αισθητά αποτελέσματα». Και πρόσθεσε πως «η αλληλεπίδραση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας αναπτύσσεται σταθερά σχεδόν σε κάθε τομέα (…)παρά τη σύνθετη διεθνή κατάσταση και τις προσπάθειες ενός αριθμού παγκόσμιων παικτών να εμποδίσουν την επέκταση της αμοιβαία ευεργετικής συνεργασίας μεταξύ των χωρών μας». Δήλωσε μάλιστα «βέβαιος ότι στο μέλλον Ρωσία και Τουρκία θα υλοποιήσουν πολλά περισσότερα αμοιβαία επωφελή σχέδια, και στον ενεργειακό τομέα και σε άλλους» όπως και ότι «μαζί μπορούμε να πετύχουμε κάθε περίπλοκο και φιλόδοξο στόχο προς όφελος των χωρών μας και των λαών μας».

Σημειωτέον, πριν από τα εγκαίνια του «Turkish Stream» Πούτιν και Ερντογάν συναντήθηκαν κεκλεισμένων των θυρών για πάνω από δύο ώρες και μάλιστα εξέδωσαν Κοινό Ανακοινωθέν για όλα τα «καυτά» μέτωπα (Συρία, Ιράν, Λιβύη κ.ά.). Ξεχωρίζει η περιγραφή της επίθεσης των ΗΠΑ, που προκάλεσε τη δολοφονία Σολεϊμανί στις 3/1, ως «πράξης υπονόμευσης της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή». Τη δική της σημασία έχει και η απόφασή τους να καλέσουν από κοινού σε εκεχειρία στη Λιβύη – όπου Μόσχα και Άγκυρα στηρίζουν αντίπαλες πλευρές, τουλάχιστον προς το παρόν – και να επισημάνουν τη σημασία εξεύρεσης «πολιτικής λύσης» και διαλόγου.

Αντίδραση των ΗΠΑ

Να σημειωθεί ότι σχολιάζοντας τα εγκαίνια του «Turkish Stream», το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι μαζί με τον «Nord Stream 2» αποτελούν έργα που «διαιρούν την Ευρώπη» και η Ρωσία «τα χρησιμοποιεί προς όφελός της». Πρόσθεσε δε ότι «δεν συνεισφέρουν καθόλου στην προώθηση των στόχων για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και θα προσφέρουν στη Ρωσία ένα επιπλέον εργαλείο για τον πολιτικό και οικονομικό εξαναγκασμό των ευρωπαϊκών χωρών, ιδιαίτερα της Ουκρανίας».

Σημειωτέον, την Πέμπτη ο Ερντογάν συζήτησε τηλεφωνικά και με την Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ για Συρία, Λιβύη αλλά και τις νέες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ – Ιράν.

Εξετάζονται όλα τα περιθώρια συνεργασιών

Ενδεικτική της αποφασιστικότητας με την οποία το τουρκικό κεφάλαιο «ζυγίζει» οφέλη από κάθε συνεργασία είναι αναλύσεις που, περιγράφοντας ίσως ετοιμότητα για διάφορους συμβιβασμούς, χαρακτήριζαν «φυσιολογική» «μια απόφαση Τουρκίας και Ρωσίας να συνεργαστούν ακόμα στενότερα» στη Λιβύη, «με φόντο τις νέες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή». Συγκεκριμένα, η «Χουριέτ» εξηγούσε ότι «αυτό θα απαιτούσε ο ένας να κατανοήσει καλύτερα τη θέση του άλλου στο θέμα της Λιβύης», αλλά και ότι «υπάρχουν περισσότερα οφέλη και για τις δύο πλευρές αν επιλέξουν να συνεργαστούν στο θέμα της Λιβύης, αντί να εμπλακούν σε μια ατέρμονη αντιπαράθεση».

Από τη μεριά της, φυσικά, η Τουρκία ανακοίνωσε ότι ήδη έχει ξεκινήσει να στέλνει στρατεύματα στη Λιβύη, με τον Ερντογάν να δηλώνει πως η υπεράσπιση «της ασφάλειας και του μέλλοντος» της χώρας του δεν ξεκινά από τα σύνορα της χώρας, αλλά εκτείνεται πολύ πιο πέρα από αυτά. Τόνισε ότι η Άγκυρα θα συνεχίσει «να υπερασπίζεται μέχρι τέλους τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της και στο Ιράκ, και στη Συρία, και στη Μεσόγειο» και κατηγορώντας «ορισμένους κύκλους που προσπαθούν να υλοποιήσουν ένα σχέδιο για να φυλακίσουν την Τουρκία στις δικές της ακτές στη Μεσόγειο» περηφανεύτηκε ότι «χαλάσαμε αυτό το παιχνίδι, με τις συμφωνίες που κάναμε πρώτα με την Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου (σ.σ. το ψευδοκράτος) και στη συνέχεια με τη Λιβύη». Επανέλαβε δε ότι «η Τουρκία, η χώρα με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στη Μεσόγειο, οπωσδήποτε θα έχει λόγο σε κάθε πρότζεκτ της περιοχής».

Την ίδια στιγμή, πάντως, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, αντιδρώντας στην πρόσφατη συνάντηση των ΥΠΕΞ Αιγύπτου – Γαλλίας – Ελλάδας – Κύπρου στο Κάιρο, εξέφρασε πάλι την ετοιμότητα της χώρας «να συνεργαστούμε με όλες τις χώρες (σ.σ. της Μεσογείου), πλην της ελληνοκυπριακής διοίκησης νότιας Κύπρου (σ.σ. όπως προκλητικά αποκαλεί η Τουρκία την Κυπριακή Δημοκρατία, αφού δεν την αναγνωρίζει επίσημα ως κράτος), προκειμένου να μετατραπεί η Ανατολική Μεσόγειος σε πεδίο συνεργασίας και όχι συγκρούσεων».

Τέλος, χαρακτηριστικός ήταν ο νέος γύρος επαφών του Τούρκου ΥΠΕΞ Μ. Τσαβούσογλου: Πρώτα βρέθηκε με τον Ιταλό ομόλογό του Λουίτζι ντι Μάγιο, που επισκέφτηκε την τουρκική πρωτεύουσα αμέσως πριν από τη συνάντηση του Καΐρου, όπου ωστόσο εκπροσώπησε τη χώρα του ως «παρατηρητής». Ήταν η δεύτερη φορά σχεδόν σε ένα μήνα που οι δύο ΥΠΕΞ τα είπαν, εστιάζοντας και στη Λιβύη, για την οποία η Ρώμη τονίζει ότι πρέπει να υπάρχουν «ανοιχτοί δίαυλοι με όλες τις πλευρές».

Μεσοβδόμαδα, ο Τσαβούσογλου βρέθηκε και στην Αλγερία, λίγες μέρες μετά τις επαφές Ερντογάν στην Τυνησία και ενώ πληθαίνει η σεναριολογία για νέους συμμάχους και σχήματα που μελετά η Άγκυρα, διερευνώντας και τη δημιουργία νέων βάσεων στην περιοχή.

Ο Τσαβούσογλου πήγε και στη Βαγδάτη, όπου εξέφρασε ξανά την ετοιμότητα της Άγκυρας να συμβάλει ολόπλευρα στην «ανοικοδόμηση» και στη «σταθερότητα» όλης της Μέσης Ανατολής.

Ακόμα, ανακοινώθηκε ότι τη Δευτέρα μεταβαίνει στην Τουρκία ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε για συνάντηση με τον Ερντογάν, ενώ στη Μόσχα τη ίδια μέρα έχει προγραμματίσει συναντήσεις τουρκική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Άμυνας Χουλούσι Ακάρ.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, κινητικότητα διατηρείται και γύρω από το Κυπριακό. Την Παρασκευή ο «πρωθυπουργός» και ο «ΥΠΕΞ» του ψευδοκράτους, Ε. Τατάρ και Κ. Οζερσάι αντίστοιχα, αναμένονταν να συναντήσουν τον Ερντογάν. Μια μέρα πριν, ο «Πρόεδρος» Μ. Ακιντζί επανέφερε την πρόταση για σύσταση επιτροπής Ελληνοκυπρίων – Τουρκοκυπρίων που θα εξετάσουν τρόπους «αξιοποίησης» των υδρογονανθράκων, χωρίς να περιμένουν οριστική «λύση» του Κυπριακού…

Α. Μ.

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ : 

Σενάρια «διευθετήσεων» και «συνεκμεταλλεύσεων» με πρωτοβουλία ΗΠΑ – ΝΑΤΟ

Η συνάντηση Τραμπ – Μητσοτάκη επιβεβαίωσε ότι όσα λένε από κοινού η κυβέρνηση της ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ και όλα τα υπόλοιπα αστικά κόμματα – ότι δήθεν η προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας περνάει μέσα από τη στήριξη των επικίνδυνων αμερικανοΝΑΤΟικών σχεδιασμών, αλλά και για τους ισχυρούς «συμμάχους» που θα αποτελέσουν τάχα ασπίδα ενάντια στην τουρκική επιθετικότητα – είναι μύθος και μάλιστα χρεοκοπημένος.

Για μια ακόμα φορά επιβεβαιώθηκε ότι είναι ακριβώς τα σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ στην περιοχή, στα οποία η αστική τάξη είναι χωμένη μέχρι το λαιμό, που δίνουν «αέρα στα πανιά» της τουρκικής επιθετικότητας και προκλητικότητας, που διαμορφώνουν το έδαφος των «επώδυνων αλλά αναγκαίων» διευθετήσεων σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, που αφήνουν ορθάνοιχτη την πόρτα και για νέο γύρο όξυνσης των αντιπαραθέσεων, με θύματα τους λαούς.

«Πρωτοβουλία» για το επόμενο βήμα στον αμερικανοΝΑΤΟικό σχεδιασμό

Δεν είναι μόνο η εκκωφαντική σιωπή ενός ακόμα Αμερικανού Προέδρου – στο διάλογο μπροστά στις κάμερες με τον πρωθυπουργό – και η άρνηση για οποιοδήποτε σχόλιο για την τουρκική επιθετικότητα και για να πάρει θέση για το ζήτημα του τουρκολιβυκού συμφώνου, που εξαφανίζει έως και την Κρήτη από τον καθορισμό των ΑΟΖ στην περιοχή.

Η βασικότερη και πιο επικίνδυνη είδηση από το ταξίδι στις ΗΠΑ είναι η ανακοίνωση ότι οι Αμερικανοί και προσωπικά ο υπουργός Εξωτερικών Μ. Πομπέο «αναλαμβάνει πρωτοβουλία για τη μείωση της έντασης» στα Ελληνοτουρκικά, πρωτοβουλία που «αναμένεται να εστιάσει στο ζήτημα των θαλασσίων ζωνών», επειδή όπως ισχυρίζονται τα κυβερνητικά στελέχη οι Αμερικανοί τάχα κατανόησαν τις «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης για τις εξελίξεις στην περιοχή.

Το σχετικό χρονοδιάγραμμα μάλιστα, σαν έτοιμο από καιρό, προβλέπει σε πρώτη φάση ταξίδι στην περιοχή για επαφές του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Μ. Πάλμερ (τον επόμενο μήνα στην Τουρκία και αρχές Μάρτη στην Ελλάδα) και σε επόμενη αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο και για απευθείας εμπλοκή Πομπέο.

Τα παραπάνω μόνο καμπανάκι κινδύνου μπορούν να σημάνουν για το λαό και τις επικίνδυνες «διευθετήσεις» που δρομολογούνται σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, δεδομένων και των πάγιων θέσεων ΗΠΑ – ΝΑΤΟ, που δεν αναγνωρίζουν σύνορα μεταξύ των «συμμάχων» Ελλάδας και Τουρκίας, και των θέσεων που έχουν ήδη λάβει οι αρμόδιοι Αμερικανοί αξιωματούχοι σχετικά με τις «θαλάσσιες ζώνες», αλλά πολύ περισσότερο των στόχων της πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή.

Θυμίζουμε άλλωστε ότι μόλις πριν από μερικές βδομάδες, στα μέσα Δεκέμβρη, σε συνάντησή του με Ελληνες δημοσιογράφους ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τζ. Πάιατ, έλεγε ότι «η θέση μας είναι ότι τα κατοικημένα νησιά έχουν την ίδια αντιμετώπιση με τις ηπειρωτικές περιοχές», παραγράφοντας δηλαδή κυριαρχικά δικαιώματα για τα υπόλοιπα και ανοίγοντας και από εκείνη την πλευρά την πόρτα για τις σχετικές αμερικανοΝΑΤΟικές «διευθετήσεις».

Δεν περνά απαρατήρητο ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και ενώ δημοσιεύματα στον αστικό Τύπο περιγράφουν ότι οι «διευθετήσεις» θα «πατήσουν» πάνω σε αυτήν τη διατύπωση για τα ακατοίκητα νησιά (που καταγράφονται αναλυτικά και στην τουρκολιβυκή συμφωνία), την Πέμπτη ήρθε στη δημοσιότητα επιστολή του μόνιμου αντιπροσώπου της Λιβύης στα Ηνωμένα Εθνη, Ελμ. Ελαμχερμπί, προς τον γγ του ΟΗΕ, Αντ. Γκουτέρες, στην οποία κατηγορεί την Ελλάδα πως παρότι «από το 2004 η Λιβύη διεξήγαγε τέσσερις γύρους διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα (…) οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν επέφεραν κανένα αποτέλεσμα, διότι η Ελλάδα επέμενε να καθορίσει τη θαλάσσια δικαιοδοσία της έναντι της Λιβύης με βάση τα εξαιρετικά μικρά ακατοίκητα νησιά χωρίς νομική σημασία» και «επέμενε να σχεδιάσει μια διάμεση γραμμή βασιζόμενη σε αυτές τις υπερβολές των νησιών».

Ακολούθησε η ανάρτηση του πολιτικού διευθυντή του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας, Τσ. Ερτσιγές, ο οποίος δείχνοντας χάρτη με το Καστελόριζο επανέλαβε την τουρκική θέση ότι δεν μπορεί να έχει υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ:«Το να πιστεύεις ότι ένα μικρό νησί 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που βρίσκεται δύο χιλιόμετρα μακριά από την Τουρκία και 570 χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, μπορεί να δημιουργήσει θαλάσσια ζώνη 40.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι γελοίο».

Ο «κοινός στόχος» της παραμονής στο ΝΑΤΟικό στρατόπεδο…

Το στίγμα της αμερικανικής «πρωτοβουλίας» έδωσε την Παρασκευή και ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, Π. Ντόκος, που ερωτηθείς σχετικά σε συνέντευξή του ξεκαθάρισε πως προφανώς η πρωτοβουλία Πομπέο θα «εστιάζει στις αμερικανικές προτεραιότητες».

Ποιες είναι αυτές, ειδικά σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ κλιμακώνουν την επιθετικότητα τους στη Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο ανακατατάξεων στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπου διαμορφώνονται μέσα και από τα συνεχή επεισόδια κλιμάκωσης τα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, με φόντο το ενδεχόμενο ακόμα και μιας γενικευμένης σύγκρουσης;

Μα φυσικά η διατήρηση της Τουρκίας στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο, με τα ανάλογα ανταλλάγματα, αφού το «ειδικό βάρος» της στην περιοχή – οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά – θεωρείται καθοριστικό για τη διαμόρφωση του εκεί συσχετισμού ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά μπλοκ.

Είναι ο στόχος αυτός που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στις επικίνδυνες «διευθετήσεις» και στα σχέδια «συνδιαχείρισης» υπό αμερικανοΝΑΤΟική ομπρέλα τα οποία προωθούνται. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση υψηλόβαθμου στελέχους του Λευκού Οίκου την Τρίτη. Ξεκαθάριζε πως «εστιάζουμε στην ενθάρρυνση των βημάτων που κάνει η Ελλάδα και στο κοινό συμφέρον μας να βοηθήσουμε στη διαχείριση των διαφορών με την Τουρκία κατά έναν τρόπο που να μη βλάπτει τη σημαντική συμμαχία μας στο ΝΑΤΟ», προσθέτοντας ότι «προτιμάμε να επικεντρώσουμε στα πράγματα που μας ενώνουν και να επιδιώξουμε τα κοινά συμφέροντα που έχουμε στον τομέα της ασφάλειας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου».

Ενδεικτικές είναι και οι δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών, όπως αυτή του αναπληρωτή υπουργού Προστασίας του Πολίτη Γ. Κουμουτσάκου. Σχολιάζοντας την «αφωνία» του Αμερικανού Προέδρου, έσπευσε να αναρωτηθεί: «Μετά την υπερθέρμανση της Μέσης Ανατολής και με δεδομένο ότι η Τουρκία συνομιλεί με το Ιράν, υπήρχε κανείς που περίμενε ρεαλιστικά δημόσια δήλωση από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ κατά της Τουρκίας; Οποιος το περίμενε αυτό έσφαλλε». Επιβεβαίωσε δηλαδή ότι το βασικό για τις ΗΠΑ είναι να μη διαταραχθεί η συνοχή του ΝΑΤΟ, ειδικά σε μια περίοδο που κλιμακώνονται οι ανταγωνισμοί και αυξάνονται οι κίνδυνοι πολεμικής εμπλοκής, και υπ’ αυτό το πρίσμα φυσικά αντιμετωπίζουν και τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας, με τις γνωστές συνέπειες που ξεδιπλώνονται ξανά σε όλο τους το «μεγαλείο» και με τις εξελίξεις, όπως όλα δείχνουν, να επιταχύνονται.

…διαμορφώνει το πλαίσιο των «επώδυνων συμβιβασμών»

Οι παραπάνω δηλώσεις αποκαλύπτουν τους μύθους που διακινούν τα αστικά επιτελεία περί «ασπίδας» της χώρας από τη συμμετοχή της στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, ενώ είναι και ενδεικτικές για το τι συζητήθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες προκειμένου να διασφαλιστεί η παραμονή της Τουρκίας στο αμερικανοΝΑΤΟικό στρατόπεδο.

Στο φόντο αυτό, είναι καθαρό ότι επιλογή της αστικής τάξης είναι πως η «επίλυση των Ελληνοτουρκικών» περνάει μέσα από την προσπάθεια να παίξει τον καθοριστικό ρόλο «διαύλου» για τη διατήρηση της Τουρκίας στο «δυτικό στρατόπεδο», προκειμένου να αποκατασταθεί η «σταθερότητα» στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ο πρωθυπουργός, την Τρίτη από το βήμα της ευρωατλαντικής «δεξαμενής σκέψης» «Atlantic Council», επανέλαβε ότι «εάν δεν μπορούμε να επιλύσουμε (σ.σ. τις διαφορές) είμαστε ανοιχτοί στο να συζητήσουμε προσφυγή στη Χάγη και να αφήσουμε το δικαστήριο να αποφασίσει (…) Αλλά προκειμένου να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, πρέπει να απόσχουμε από οποιαδήποτε δραστηριότητα που ξεκάθαρα κλιμακώνει την περιφερειακή ένταση».

Εκανε μάλιστα και συγκεκριμένη αναφορά στη συνάντηση της Παρασκευής στην Αγκυρα μεταξύ αντιπροσωπειών των ΥΠΕΞ των δύο χωρών, με επικεφαλής τον γγ του ελληνικού ΥΠΕΞ, πρέσβη Θεμιστοκλή Δεμίρη, και τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών, πρέσβη Σεντάτ Ονάλ.

Θυμίζουμε ότι αυτή η διαδικασία, των πολιτικών διαβουλεύσεων, αναφέρεται ως προαπαιτούμενο από πλευράς της ελληνικής κυβέρνησης, να προχωρήσει μαζί με τα περιλάλητα ΜΟΕ (που «τρέχουν» με παρότρυνση των ΗΠΑ και στην πράξη λειτουργούν ως πλατφόρμα όπου η τουρκική αστική τάξη απλώνει όλες τις διεκδικήσεις της), προς την κατεύθυνση των ευρωατλαντικών «διευθετήσεων».

Και, βέβαια, δεν περνάει απαρατήρητο ότι πέρα από τη συζήτηση μεταξύ των αστικών δυνάμεων για το ποιος είναι ο «ενδεδειγμένος τρόπος» για να προχωρήσουν οι δρομολογημένες «διευθετήσεις», «στα γεμάτα» έχει ξεκινήσει και η «προετοιμασία εδάφους» προς το λαό, με εκβιαστικά και κάλπικα διλήμματα όπως «διαπραγμάτευση και επώδυνος συμβιβασμός» – με απώλεια σε κυριαρχικά δικαιώματα – ή «θερμό επεισόδιο και πόλεμος».

Πρόκειται για κάλπικο δίλημμα, όπως δείχνει και το γεγονός ότι οι ίδιοι παραδέχονται πως ένα ενδεχόμενο «θερμό επεισόδιο» θα επιταχύνει τις διεργασίες προς ένα «συμβιβασμό» και «διευθέτηση», με το πιστόλι στον κρόταφο των λαών και με νέους μεγάλους κινδύνους για εκείνους, αφού στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών «συμβιβασμών», που σε κάθε περίπτωση είναι μόνο προσωρινοί, εκκολάπτονται οι επόμενοι, πιο ισχυροί γύροι όξυνσης και αντιπαράθεσης.

Το δίλημμα επομένως για το λαό είναι αν θα ανεχτεί την πολιτική της εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, πολιτική που υπηρετούν ενιαία όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, με «κοινή συνισταμένη» τα συμφέροντα της αστικής τάξης, και η οποία τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε νέους μεγάλους κινδύνους, είτε στο ενδεχόμενο παραπέρα κλιμάκωσης με την Τουρκία είτε στο ενδεχόμενο «κατευνασμού» της με αντάλλαγμα τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, ή αν αντίθετα θα βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις, δυναμώνοντας την αλληλεγγύη του με το λαό της Τουρκίας και όλους τους λαούς της περιοχής, την κοινή πάλη ενάντια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ, για αποδέσμευση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις ΝΑΤΟ και ΕΕ, με τον ίδιο ως νοικοκύρη στον τόπο του.

Τ. Γ.

ΛΙΒΥΗ: Συγκρούσεις και διπλωματικές ζυμώσεις

Η απόφαση του Λίβυου στρατηγού Χαλίφα Χάφταρ (που υποστηρίζεται εμμέσως από Γαλλία, Ρωσία, Αίγυπτο, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κ.ά.) να απορρίψει τη ρωσο-τουρκική έκκληση για παύση πυρός έως τις 12 Γενάρη απέναντι στις ένοπλες δυνάμεις του Λίβυου δοτού πρωθυπουργού Φαγιέζ Σάρατζ, αποκαλύπτει την προσπάθειά του να κεφαλοποιήσει πολιτικά, εάν τα καταφέρει, τις επιτυχίες στα πεδία των συγκρούσεων. Η επιλογή αυτή γίνεται έπειτα από την πρόσφατη ανάκτηση του ελέγχου της Σύρτης (γενέτειρας του πρώην Προέδρου Μουαμάρ Καντάφι) χάρη στη συνεργασία ακραίων ισλαμιστών Σαλαφιστών με τον λεγόμενο «Λιβυκό Εθνικό Στρατό» (LNA) του στρατηγού. Η πιθανότητα ανάκτησης ελέγχου και της παρακείμενης, στρατηγικής πόλης Μισράτα (περίπου 260 χλμ. από την πρωτεύουσα Τρίπολη), που είναι ιδιαίτερα σημαντική για την πολιτική επιβίωση του αντιπάλου του, πρωθυπουργού Φ. Σάρατζ, ενθαρρύνει την άκαμπτη στάση του στρατηγού, που έχει κηρύξει «ιερό πόλεμο» (Τζιχάντ) στον Τούρκο Πρόεδρο Ρ. Τ. Ερντογάν, εξαιτίας της απόφασης του τελευταίου να αναπτύξει στις αρχές της βδομάδας τουρκικά στρατεύματα με στόχο τη στήριξη της κυβέρνησης Σάρατζ.

Από την άλλη, το σχέδιο Ερντογάν για στρατιωτική στήριξη του Φ. Σάρατζ φαίνεται πως δεν ξετυλίγεται αναίμακτα. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Τούρκου Προέδρου πως οι Τούρκοι στρατιώτες (που αναπτύχθηκαν πριν μερικές μέρες στη Λιβύη) δεν θα συμμετάσχουν άμεσα σε ένοπλες συγκρούσεις, την Παρασκευή ανακοινώθηκε πως σκοτώθηκαν τρεις εξ αυτών, εντός και πέριξ της πόλης Μισράτα. Στις ίδιες σφοδρές συγκρούσεις αναφέρθηκε επίσης πως τραυματίστηκαν άλλοι έξι Τούρκοι στρατιώτες από πυρά των δυνάμεων του LNA.

Εντούτοις, την ίδια στιγμή ενισχύονται οι διπλωματικές ζυμώσεις σε Ρώμη, Βρυξέλλες, Αλγέρι και Τύνιδα. Οι διαδοχικές συναντήσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων της ΕΕ (π.χ. πρόεδρος Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, επικεφαλής Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας, Ζ. Μπορέλ κ.ά.) με τον Σάρατζ στα μέσα της βδομάδας, αλλά και του Ιταλού πρωθυπουργού Τζ. Κόντε με τον Λίβυο στρατηγό Χ. Χάφταρ πραγματοποιούνται με φόντο τις προσπάθειες του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών για Διεθνή Διάσκεψη στο Βερολίνο με στόχο την υποτιθέμενη εξεύρεση πολιτικής λύσης στη Λιβύη.

Το εγχείρημα αυτό στη σημερινή περίοδο κλιμάκωσης των ανταγωνισμών σε όλα τα επίπεδα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο. Το σίγουρο είναι ότι και να επιτύχει, θα πρόκειται για έναν προσωρινό συμβιβασμό, που θα οδηγήσει σε νέο γύρο αντιπαράθεσης με διακύβευμα τον τεράστιο πλούτο της χώρας. Και αυτός ο φαύλος κύκλος δεν πρόκειται να αλλάξει όσο συνεχίζεται η εξουσία των μονοπωλιακών ομίλων, που κάνουν κουμάντο διά εκπροσώπων τους, στην πολιτική και την οικονομία.

Δ. Ο.

  • Από τον «Ριζοσπάστη» του Σαββατο-Κύριακου 11-12/1/2020