ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ : Εντατικές διεργασίες που φέρνουν νέα κλιμάκωση της επίθεσης στους εργαζόμενους

Συζήτηση με τον Σωτήρη Πουλικόγιαννη, πρόεδρο του Συνδικάτου Μετάλλου Αττικής και Ναυπηγοεπισκευαστικής Βιομηχανίας Ελλάδας, στον «Ριζοσπάστη» του Σαββατο-Κύριακου 27-28/10/2018.

Ιδιαίτερα έντονες καταγράφονται οι εξελίξεις που «τρέχουν» στη ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία της χώρας, αντανακλώντας εντεινόμενους ανταγωνισμούς μεταξύ ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων, καθώς και την προσπάθεια της ελληνικής αστικής τάξης να διασφαλίσει τα συμφέροντά της εμπλέκοντας βαθύτερα το λαό και τη χώρα σε αυτούς τους επικίνδυνους ανταγωνισμούς.

Οι εξελίξεις αυτές, η εκδήλωση «επενδυτικού ενδιαφέροντος» από διάφορους ομίλους και από εκπροσώπους ισχυρών καπιταλιστικών κρατών (ΗΠΑ, Κίνα κ.ά.), συχνά γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστούν ως «ελπιδοφόρες» για τους εργαζόμενους στον κλάδο, ωστόσο η πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι παρά τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς, τα μονοπώλια και οι κυβερνήσεις τους έχουν κοινό στόχο την ένταση της αντεργατικής επίθεσης, προκειμένου να εξασφαλίσουν ακόμα πιο φθηνό εργατικό δυναμικό, ενώ ήδη οι εργαζόμενοι στα ναυπηγεία βιώνουν το τσάκισμα των δικαιωμάτων τους. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη ναυπηγική βιομηχανία είναι αποτέλεσμα ακριβώς της αντιλαϊκής πολιτικής των κυβερνήσεων, της εφαρμογής των κατευθύνσεων της ΕΕ, της επίθεσης της μεγαλοεργοδοσίας, και είναι προφανές ότι η συνέχιση και το βάθεμα αυτού του δρόμου δεν φέρνουν τίποτα «ελπιδοφόρο» για τους εργαζόμενους.

Για τα ζητήματα αυτά, όπως και για την κατάσταση στο κίνημα, τη στάση του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού, αλλά και τη θέση και τη δράση των δυνάμεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, ο «Ριζοσπάστης» συζήτησε με τον Σωτήρη Πουλικόγιαννη, πρόεδρο του Συνδικάτου Μετάλλου Αττικής και Ναυπηγοεπισκευαστικής Βιομηχανίας Ελλάδας και μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του ΠΑΜΕ.

— Ποια είναι τα βασικά στοιχεία των επενδυτικών διεργασιών και σχεδιασμών που «τρέχουν» για τα ναυπηγεία;

— Σήμερα βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο η μεταβίβαση των ναυπηγείων της Σύρου στην αμερικανικών συμφερόντων «ONEX». Για την ολοκλήρωσή της, η κυβέρνηση προσφέρει στον νέο ιδιοκτήτη «κούρεμα» των χρεών που έχει φορτώσει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης στο ναυπηγείο (προς δήμους, ΔΕΗ κ.ά.), το οποίο «κούρεμα» φτάνει μέχρι και το 85%. Ακόμα, διαγράφεται το μέρος των χρεών προς ασφαλιστικά ταμεία και εφορία, που αφορούν πρόστιμα και προσαυξήσεις, ενώ η κύρια οφειλή θα πληρωθεί σε… 280 μηνιαίες δόσεις!

Στο ναυπηγείο απασχολούνταν περίπου 200 εργαζόμενοι. Αυτοί ήταν μόνιμοι. Αρκετοί από αυτούς, σήμερα που το ναυπηγείο λειτουργεί με ενδιάμεση εταιρεία, απασχολούνται μέσω εργολάβου. Αναμένεται η έκδοση της δικαστικής απόφασης που θα οριστικοποιεί την μεταβίβαση στην «ONEX» και θα ορίζει την καταβολή εντός 60 ημερών των δεδουλευμένων που οφείλονται στους εργαζόμενους μέχρι τις 30/4/2017, καθώς και αποζημίωσης απόλυσης με βάση την παραπάνω ημερομηνία. Δηλαδή χάνουν δεδουλευμένα από τον Απρίλη του 2017 μέχρι το χρονικό σημείο που θα βγει η απόφαση, ενώ δεν υπάρχει καμιά δέσμευση για επαναπρόσληψή τους.

Στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, έχει μπει ειδικός διαχειριστής από το Μάρτη του 2018. Αναμένεται να βγουν σε πλειστηριασμό μέχρι το τέλος του χρόνου, «σπάζοντας» σε τρία κομμάτια. Το ένα κομμάτι, που είναι το 20% του σημερινού, έχει περάσει εδώ και καιρό στο λεγόμενο «υπερταμείο» και θα βγει σε διεθνή διαγωνισμό, με τα έσοδα να πηγαίνουν απευθείας στο Δημόσιο. Το δεύτερο, το λεγόμενο «εμπορικό» κομμάτι, περιλαμβάνει εγκαταστάσεις και σημαντικά εργαλεία του ναυπηγείου (πλωτές δεξαμενές, ρυμουλκά, γερανούς κ.λπ.). Θα βγει σε πλειστηριασμό από τον ειδικό διαχειριστή, με τα έσοδα να πηγαίνουν στο κράτος για την πληρωμή του προστίμου που έχει επιβάλει η ΕΕ για τις λεγόμενες παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Το τρίτο κομμάτι, δηλαδή περίπου το υπόλοιπο 70%, το λεγόμενο «στρατιωτικό», θα βγει σε πλειστηριασμό από τον ειδικό διαχειριστή, θα μπορούν να πάρουν μέρος μόνο εταιρείες από κράτη – μέλη του ΝΑΤΟ και από τα έσοδα θα πληρωθούν όλοι που τους οφείλονται χρήματα, και αν περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι εργαζόμενοι. Ολοι οι διαγωνισμοί προβλέπεται να τρέξουν έως το τέλος του χρόνου.

Η «ΟΝΕΧ» έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον και για τα δύο κομμάτια, ενώ έχουν ενδιαφερθεί και άλλα μονοπώλια, μόνα τους ή με τη μορφή κοινοπραξιών. Το ενδιαφέρον τους συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων της επόμενης 15ετίας, όπως και με την αγορά που αναμένεται να ανοίξει για πλατφόρμες πετρελαίου και υποστηρικτικά σκάφη για την αξιοποίηση υποθαλάσσιων κοιτασμάτων.

Και εδώ δεν διασφαλίζονται οι θέσεις εργασίας ούτε η καταβολή των δεδουλευμένων των εργαζομένων. Στον κάθε εργαζόμενο οφείλονται πάνω από 24 μισθοί και δεν προβλέπεται να πάρουν πάνω από 3 – 4 μισθούς, ανάλογα με το πόσο θα πωληθεί το «στρατιωτικό» κομμάτι.

Για τα ναυπηγεία Ελευσίνας υπάρχει ενδιαφέρον επίσης από την «ΟΝΕΧ», από έναν ιταλικό όμιλο και – όπως λένε – από έναν τρίτο ενδιαφερόμενο, ελληνικών συμφερόντων. Θα ακολουθηθεί το «μοντέλο Σύρου», στο οποίο όμως οι εργαζόμενοι αντιδρούν.

Για να πωληθεί πρέπει να ξεκαθαρίσει τι θα γίνει με τις οικονομικές διαφορές που έχουν προκύψει από το πρόγραμμα του Πολεμικού Ναυτικού. Υπάρχουν οφειλές του ναυπηγείου προς το Δημόσιο, ενώ το ίδιο διεκδικεί ανάλογο ποσό ως ανατιμολόγηση του κόστους κατασκευής. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να καταθέσει τροπολογία που συμψηφίζει το χρέος προς το Δημόσιο με τις διεκδικήσεις, προφανώς για να διευκολυνθεί η πώληση.

Στα ναυπηγεία απασχολούνται περίπου 600 εργαζόμενοι, στους οποίους οφείλονται από 10 έως 20 μισθοί, συνολικά 12 – 13 εκατομμύρια ευρώ. Ούτε εδώ διασφαλίζονται οι θέσεις εργασίας.

Στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος – Πειραιά – Σαλαμίνας, η οποία έχει παραχωρηθεί από το κράτος στην «Cosco», δραστηριοποιούνται σήμερα πλήθος εργολάβων που παίρνουν δουλειές απευθείας από διάφορες ναυτιλιακές εταιρείες.

Η «Cosco» θέλει να βγάλει η ίδια άδειες ναυπηγείου και να φτιάξει δύο μεγάλα ναυπηγεία. Βεβαίως θα συνεχίσει το σύστημα των εργολαβιών, γιατί αυτό της εξασφαλίζει φθηνότερο εργατικό δυναμικό. Με εργολαβίες δουλεύουν και τα άλλα ναυπηγεία, πέρα από το μόνιμο προσωπικό που διαθέτουν, ενώ η «Cosco» ήδη χρησιμοποιεί εργολαβίες στις προβλήτες ΙΙ και ΙΙΙ στο λιμάνι του Πειραιά.

Αρχικά η κυβέρνηση ήταν θετική στο αίτημα της «Cosco», η οποία είχε ξεκινήσει και κάποια έργα υποδομής. Τελευταία, η κυβέρνηση έχει αλλάξει στάση και βάζει εμπόδια, απέρριψε το αίτημα για την πρώτη άδεια. Η εξέλιξη αποτελεί εκδήλωση μονοπωλιακών ανταγωνισμών και της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα. Στο φόντο αυτών, δεν έρχονται στο Πέραμα πλοία αμερικανικών συμφερόντων. Από την άλλη, η «Cosco» το τελευταίο διάστημα δεν φέρνει δουλειές στα ναυπηγεία, πιέζοντας έτσι την άδεια.

Ακόμα, στο Πέραμα και στη Σαλαμίνα υπάρχουν μικρά ναυπηγεία που μεγαλώνουν, κάνουν επενδύσεις, αγοράζουν άλλα μικρά ναυπηγεία.

Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται ότι η σημερινή κυβέρνηση, στην ίδια αντιλαϊκή ρότα με τις προηγούμενες, είναι γενναιόδωρη προς τους κεφαλαιοκράτες, τους σημερινούς και τους αυριανούς «επενδυτές», την ίδια ώρα που κρατά αρνητική στάση στην ικανοποίηση αιτημάτων που αφορούν τις ανάγκες των εργαζομένων.

Κανένας συμβιβασμός με την απληρωσιά και το χτύπημα μισθών και δικαιωμάτων

— Επομένως, με δυο λόγια, τι σηματοδοτούν όλα τα παραπάνω για τους εργαζόμενους στα ναυπηγεία;

— Οι εργαζόμενοι, όπως είπαμε, βιώνουν απληρωσιά, λίγα μεροκάματα και αβέβαιο μέλλον. Κανείς δεν γνωρίζει αν θα συνεχίσει να έχει δουλειά και με τι όρους, αν πωληθούν τα ναυπηγεία.

Η μέχρι σήμερα εμπειρία βέβαια δείχνει ότι οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να περιμένουν ότι οι πιθανοί νέοι «επενδυτές» είναι αυτοί που θα τους λύσουν τα προβλήματα. Τέτοιες αλλαγές έχουν γίνει πολλές. Τα τελευταία 40 χρόνια ζούμε το ίδιο έργο: Ο «σωτήρας» ιδιώτης παίρνει το ναυπηγείο, στη συνέχεια το «βάζει μέσα», για να έρθει το Δημόσιο να φορτώσει τα χρέη του στο λαό και να παραδώσει το ναυπηγείο στον επόμενο «σωτήρα» ιδιώτη. Κάθε φορά που γίνεται αυτό οι εργαζόμενοι λιγοστεύουν, οι μισθοί μειώνονται, τα δικαιώματα πετσοκόβονται.

Σήμερα στη ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία δουλεύουν 3.500 με 4.000 εργαζόμενοι. Οι μισοί είναι μόνιμο προσωπικό. Οι άλλοι μισοί απασχολούνται ως έκτακτοι. Τώρα η τάση είναι να μείνει το ελάχιστο «μόνιμο» προσωπικό και να αξιοποιηθεί το σύνολο του ενισχυμένου αντεργατικού νομικού οπλοστασίου για να επεκταθεί η «ευελιξία», με εργολαβίες, ενοικίαση εργαζομένων, προσωρινή απασχόληση, για να μειώσουν κι άλλο το λεγόμενο «εργατικό κόστος».

— Ποια είναι η δική σας θέση και δράση απέναντι σε αυτήν την κατάσταση και τι στάση κρατούν οι άλλες δυνάμεις που παρεμβαίνουν στο κίνημα;

— Εμείς καλούμε τους εργαζόμενους να μην κάνουν ούτε βήμα πίσω από την καταβολή του συνόλου των δεδουλευμένων που τους οφείλονται, να αγωνιστούν για δουλειά με δικαιώματα. Λέμε ότι πρέπει να υπάρχει κλαδική ΣΣΕ, να εξασφαλίζεται στο μέγιστο δυνατό η μόνιμη εργασία. Αντί να γίνουν και οι μόνιμοι έκτακτοι, να γίνουν και οι έκτακτοι μόνιμοι.

Αντίθετα, οι δυνάμεις του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού – κυρίως ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ και κάποια κομμάτια που προέρχονται από αυτές – καλλιεργούν την αντίληψη ότι «δεν πρέπει να έχουμε μεγάλες απαιτήσεις, οι μισθοί δεν πρέπει να διώχνουν τις δουλειές, να μη ζητάμε μόνιμη και σταθερή εργασία, είναι ουτοπικό». Παρουσιάζουν τις επιχειρηματικές συμφωνίες ως «μάννα εξ ουρανού»!

Χαρακτηριστική είναι η θέση της ΠΑΣΚΕ, πλειοψηφία της διοίκησης του Σωματείου στα ναυπηγεία Ελευσίνας, που χαρακτήρισε «εξαιρετικά σημαντική» την προσφορά των Αμερικανών επενδυτών και κάλεσε την κυβέρνηση να πάρει αποφάσεις με βάση τη «γεωπολιτική σημασία της πρότασης και τα εθνικά συμφέροντα»!

Οι ίδιες δυνάμεις, κάτω από την πίεση των δικών μας παρεμβάσεων, εμφανίζονται να συμφωνούν στα λόγια με τις θέσεις μας για να πληρωθούν όλα τα δεδουλευμένα, να μη χαθεί καμία θέση εργασίας και κανένα δικαίωμα. Ομως την ίδια ώρα κρατούν στάση που υπονομεύει αυτές τις θέσεις, καλλιεργούν τη μοιρολατρία.

Προχτές, σε σύσκεψη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Μετάλλου, μας είπαν «αυτά που λέτε είναι ουτοπία». Αρνήθηκαν την πρότασή μας για νομοθετική ρύθμιση που θα εξασφαλίζει έναν τρόπο ώστε οι εργαζόμενοι να παίρνουν τα λεφτά που τους οφείλει η εργοδοσία, καθώς υπάρχει το φαινόμενο να υπάρχουν ακόμα και δικαστικές αποφάσεις αλλά να μην εφαρμόζονται. Ακόμα, εμείς ζητάμε όταν η επιχείρηση αλλάζει χέρια να παίρνει ο νέος εργοδότης τον κόσμο που ήδη δούλευε. Και σε αυτό το θέμα διαφωνούν οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, αλλά δεν το λένε ανοιχτά, γιατί δέχονται πίεση από τους εργαζόμενους.

Συνολικά η τακτική των δυνάμεων του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού έχει χρεοκοπήσει. Οχι μόνο δεν υπεράσπισαν τα δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά διευκόλυναν τους αντεργατικούς σχεδιασμούς της εργοδοσίας.

Υστερα από τρία χρόνια δικής μας πίεσης, έχει ανοίξει το ζήτημα της κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Η ΠΟΕΜ ζήτησε εγγράφως από τις εργοδοτικές οργανώσεις να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για κλαδική Σύμβαση, ενώ λήφθηκε απόφαση για περιφερειακές συσκέψεις με τα σωματεία. Και εδώ όμως δεν χωρά καμιά αυταπάτη και κανείς εφησυχασμός: Οι θέσεις της πλειοψηφίας στην ΠΟΕΜ έχουν γνώμονα τα συμφέροντα των επιχειρήσεων. Εμείς καλούμε τους εργάτες σε πάλη για ΣΣΕ με όρους που απαντούν στις δικές τους πραγματικές ανάγκες.

Για όλα αυτά τα ζητήματα καλούμε τους εργάτες να γυρίσουν την πλάτη σε αυτές τις δυνάμεις και να συμμετάσχουν μαζικά στην απεργία στις 14 Νοέμβρη, που μπορεί να βοηθήσει αποφασιστικά στην ενίσχυση αυτής της πάλης.