Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη Συνθήκη των Σεβρών

 

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών. Η Συνθήκη δεν θα εφαρμοστεί ποτέ

“Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη Συνθήκη των Σεβρών, η οποία έχει καταγραφεί στην ελληνική αστική ιστοριογραφία ως «η κορύφωση» του «ονείρου της Μεγάλης Ελλάδας», που επήλθε ως «φυσική» εκπλήρωση του «ιστορικού πεπρωμένου» της ή ως προσωπικό επίτευγμα της διεθνούς «γοητείας και επιρροής» του Ελ. Βενιζέλου (πολύ συχνά και τα δύο). Η κατάρρευση αυτού του «ονείρου», 3 χρόνια αργότερα, αποδόθηκε στον «Εθνικό Διχασμό», στην «ακραία και πικρόχολη δημαγωγία» της αντιβενιζελικής παράταξης (με την οποία κέρδισε τις εκλογές του 1920 και «έριξε το ελληνικό καράβι στα βράχια»), ή ακόμα και σε «κομμουνιστικό δάκτυλο».

Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω δεν προσεγγίζει την ουσία και το βάθος – ή καν την αλήθεια – των πραγματικών αιτιών που οδήγησαν τόσο στη Συνθήκη των Σεβρών όσο και στην αναθεωρημένη εκδοχή της (της Λοζάνης), που την διαδέχθηκε λίγο αργότερα. Η ειρήνη των Σεβρών, όπως και κάθε ειρήνη που συνομολογείται έπειτα από μια ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση, ήταν μια ιμπεριαλιστική ειρήνη. Ερχόταν δηλαδή να αποτυπώσει, με όρους συνθήκης, το αποτέλεσμα της όξυνσης των ανταγωνισμών μεταξύ μιας σειράς καπιταλιστικών κρατών, που πήρε πολεμική μορφή και κατέληξε σε ένα νέο συσχετισμό (με νικητές και ηττημένους, ωφελημένους και «ριγμένους»). Από αυτήν την άποψη, η Συνθήκη των Σεβρών, όπως και κάθε ιμπεριαλιστική ειρήνη, ήταν εγγενώς θνησιγενής, εμπεριέχοντας εξαρχής τα ψήγματα του επόμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου./1919: Ελληνικά στρατεύματα στη Σμύρνη

1919:Ελληνικά στρατεύματα   στη Σμύρνη 

Η Συνθήκη των Σεβρών (μια από τις πολλές επιμέρους Συνθήκες Ειρήνης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου – και συγκεκριμένα μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) δεν διέφερε πολύ από την αντίστοιχη των Βερσαλλιών (μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Γερμανίας), που σηματοδότησε την αντίστροφη μέτρηση για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, οι αντιθέσεις που περιέκλειε ήταν τέτοιες που οδήγησαν ακόμη ταχύτερα στην αμφισβήτηση και εν τέλει στην αναθεώρησή της.Οι ρίζες του ζητήματος υπάρχουν πολύ πιο πίσω από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην εξέλιξη του λεγόμενου Ανατολικού Ζητήματος (που αφορούσε την τύχη της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

Σήμερα θα παρουσιάσουμε ορισμένες από τις εξελίξεις που αφορούν στην τελευταία φάση του: Στον πόλεμο που επιτάχυνε και σφράγισε το διαμελισμό – και διάλυση – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ειδικότερα ορισμένα από τα γεγονότα που προηγήθηκαν της Συνθήκης των Σεβρών.

Ολόκληρο το άρθρο του Αναστάση Γκίκα, μέλους του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, για τα 100 χρόνια από τη Συνθήκη των Σεβρών, θα παρουσιαστεί στο διπλό τεύχος 4 – 5 της ΚΟΜΕΠ που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη.

Πόλεμος και παζάρια για τη μελλοντική νομή της λείας

Τα παζάρια για τη νομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκίνησαν πριν καν παρέλθουν 6 μήνες αφότου η τελευταία μπήκε στον πόλεμο. Με τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (18 Μάρτη 1915), οι τρεις κύριες δυνάμεις της Αντάντ (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) προχώρησαν σε μια προκαταρκτική αλληλοαναγνώριση των συμφερόντων τους στην περιοχή, με πολλούς – βέβαια – αστερίσκους.

Ακολούθησαν, αμέσως μετά, οι διαπραγματεύσεις με την Ιταλία ώστε να αλλάξει ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και να μπει ενεργά στον πόλεμο με τις δυνάμεις της Αντάντ (έως τότε η Ιταλία, αν και μέλος της Τριπλής Συμμαχίας, μαζί με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, είχε κρατήσει στάση ουδετερότητας). Μεταξύ των «ανταλλαγμάτων» που συνομολογήθηκαν στη Συνθήκη του Λονδίνου (26 Απρίλη 1915) ήταν και ένα «δίκαιο μερίδιο στην περιοχή της Μεσογείου πέριξ της επαρχίας της Αττάλειας». Ετσι, «σε περίπτωση ολικού ή μερικού διαμελισμού» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα εδάφη αυτά «δεσμεύονταν για την Ιταλία, η οποία εδικαιούτο να τα καταλάβει» (Paul Helmreich, From Paris to Sevres, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974, σελ. 5.).

Με τη Συμφωνία του Sykes-Picot (16 Μάη 1916), Βρετανία και Γαλλία καταμέρισαν αναμεταξύ τους τις αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ορίζοντας εδαφικές προσαρτήσεις και ακόμη ευρύτερες σφαίρες επιρροής, για τη μεν πρώτη στην περιοχή της Μεσοποταμίας και για τη δεύτερη σε Συρία και Κιλικία. Η Ρωσία, αν και δεν μετείχε στις διαπραγματεύσεις, επικύρωσε την εν λόγω Συμφωνία. Η Ιταλία, από την άλλη μεριά, που ενημερώθηκε για το περιεχόμενό της αρκετούς μήνες αργότερα, αντέδρασε στον αποκλεισμό της από τη νομή της Μέσης Ανατολής, αυξάνοντας τις διεκδικήσεις της.

Οι τελευταίες ενσωματώθηκαν εν μέρει στη Συμφωνία του St. Jean de Maurienne (18 Αυγούστου 1917), με την οποία αναγνωρίστηκαν στην Ιταλία ενισχυμένα «δικαιώματα» επί της Μικράς Ασίας (συμπεριλαμβανομένης της Σμύρνης). Η Συμφωνία, ωστόσο, συνοδευόταν από μια σειρά από όρους και προϋποθέσεις, που αντικειμενικά την καθιστούσαν μετέωρη και υπό αίρεση. Βρετανία και Γαλλία εξαρτούσαν την υλοποίηση των ιταλικών διεκδικήσεων, μεταξύ άλλων, από τη συγκατάθεση της Ρωσίας (που βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό και απείχε από τις σχετικές διαπραγματεύσεις), από τη μεγαλύτερη πολεμική συνδρομή της Ιταλίας εναντίον των Οθωμανών, από τη μη διακύβευση των γαλλοβρετανικών συμφερόντων στην περιοχή (από την ιταλική επέκταση), κ.ο.κ. Ολες οι πλευρές «προσπαθούσαν διαρκώς να εξαπατήσουν οι μεν τους δε» (Victor Rothwell, British war aims and peace diplomacy, 1914 – 1918, εκδ. Oxford University Press, Oxford, 1971, σελ. 133).

Οι επιδιώξεις Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας στην Εγγύς και Μέση Ανατολή

Η Βρετανία υπήρξε διαχρονικά από τους βασικότερους υποστηρικτές της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εφόσον αυτό διασφάλιζε καλύτερα τα συμφέροντά της στην περιοχή και ευρύτερα (όσον αφορά την απρόσκοπτη λειτουργία του θαλάσσιου εμπορίου με τις ασιατικές της αποικίες και ιδιαίτερα με την Ινδία). Ωστόσο, με την είσοδο της τελευταίας στον πόλεμο, στο πλευρό του αντίπαλου ιμπεριαλιστικού συνασπισμού, η πολιτική της αυτή «ανεστράφη πλήρως».

Με τη Συμφωνία του Sykes-Picot η Βρετανία – έχοντας ως γνώμονα τα παραπάνω πάγια συμφέροντά της – διεκδικούσε τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο των εδαφών που συνέδεαν την αποικία της Αιγύπτου με τον Περσικό Κόλπο. Στην πορεία του πολέμου, ωστόσο, οι βλέψεις της διευρύνθηκαν, αφού η επαναστατημένη Ρωσία είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις της, ενώ η Γαλλία εθεωρείτο πως είχε ευνοηθεί «σκανδαλωδώς» κατά την αρχική μοιρασιά. Ετσι, το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών εκτιμούσε πως «δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι που υπαγόρευαν την πολιτική μας το 1915», τονίζοντας πως «το ζήτημα της Τουρκίας πρέπει να εξεταστεί εκ νέου» (Turkey in Europe and Asia, 22/10/1917, FO 800/214, Public Recorf Office-PRO).

Ως εκ τούτου, οι βρετανικές βλέψεις επεκτάθηκαν στο σύνολο σχεδόν της Μεσοποταμίας. Η μεταπολεμική υπόσταση του τουρκικού κράτους, κατά τους τότε βρετανικούς σχεδιασμούς, θα περιοριζόταν βασικά στη Μικρά Ασία, με την ουσιαστική ή τυπική κυριαρχία επί μιας σειράς όμορων περιοχών (εφόσον δεν απειλούνταν τα βρετανικά συμφέροντα και διεκδικήσεις).

Η Γαλλία, από τη μεριά της, επιδίωκε τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Συρίας και των φυσικών της προεκτάσεων σε Κιλικία και Λίβανο. Ωστόσο, δεν ήταν υπέρ της διάλυσης ή του «υπερβολικού περιορισμού» της οθωμανικής επικράτειας. «Η Γαλλία», είχε τονίσει ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας St. Pichon (1918), είχε «αδιαμφισβήτητα δικαιώματα στη διασφάλιση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». «Η γαλλική κυβέρνηση», διευκρινιζόταν πιο συγκεκριμένα σε σχετικό υπόμνημα, «φρονεί ότι (…) θα ήταν σκόπιμο να διαφυλαχθεί βιώσιμο τουρκικό κράτος και να ακρωτηριαστεί εδαφικά όσο το δυνατόν λιγότερο. Ο περιορισμός της οθωμανικής επικράτειας προφανώς δεν μας συμφέρει. Οι Γάλλοι υπήκοοι κατέχουν εκεί προνομιακή θέση, την οποία όμως θα χάσουν σε όσες περιοχές κατοχυρωθούν σε κράτη όπου δεσπόζει κάποια μορφή αποκλειστικού εθνικισμού ή σε όσες τεθούν υπό την επιρροή κάποιας Μεγάλης Δύναμης αποφασισμένης να αποζημιωθεί για τις θυσίες και το κόστος του πολέμου. Οπωσδήποτε, δεν αποτελεί επαρκή αποζημίωση το να μας ανατεθεί εντολή για οποιαδήποτε περιοχή» (Paul Helmreich, From Paris to Sevres, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974, σελ. 16 και Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917 – 1918, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005, σελ. 500 – 501).

Πράγματι, παραμονές του πολέμου (Ιούλης 1914) η Γαλλία κατείχε τη μερίδα του λέοντος – και με διαφορά – μεταξύ των ξένων επενδυτών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τόσο σε ιδιωτικά κεφάλαια (45%) όσο και επί του δημόσιου χρέους της χώρας (59,8%). Τα αντίστοιχα μεγέθη για τη Γερμανία ήταν 24,6% και 16,2%, ενώ για τη Βρετανία 16% και 13,7%.

Η ειδοποιός αυτή διαφορά με το βασικό ανταγωνιστή της στη νομή της μεταπολεμικής λείας (τη Βρετανία) καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τη βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκαν και εξελίχθηκαν οι διαφορετικές – και συχνά αντικρουόμενες – επιδιώξεις της κάθε δύναμης έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Ιταλία, που μπήκε στη «μοιρασιά» με σχετική καθυστέρηση (ενώ «αποκλείστηκε» και από τη Συμφωνία του Sykes-Picot των «δύο μεγάλων»), πρόβαλλε, ως αναδυόμενη καπιταλιστική δύναμη, ιδιαίτερα επιθετικά και φιλόδοξα τις επιδιώξεις της. Αυτές (όπως διατυπώθηκαν στα τέλη του 1916) περιελάμβαναν τα βιλαέτια του Αϊδινίου, του Ικονίου και των Αδάνων. Στις ενστάσεις του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Sir E. Grey πως οι ιταλικές αξιώσεις ήταν υπερβολικά μεγάλες, o Ιταλός διπλωμάτης G. Imperiali απάντησε χαρακτηριστικά: «Οχι μεγαλύτερες από εκείνες της Γαλλίας». Η τελευταία επίσης αντιμετώπιζε αρνητικά τις ιταλικές αξιώσεις, θεωρώντας πως η Ιταλία επιδίωκε «ίσο μερίδιο από τους καρπούς αλλότριων κόπων» (Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917 – 1918, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005, σελ. 442, 644).

Οι ιταλικές βλέψεις τέμνονταν άμεσα με τις αντίστοιχες γαλλικές, ειδικά στο βιλαέτι των Αδάνων, που, κατά τον Γάλλο πρωθυπουργό A. Briand, ήταν «το κλειδί της άμυνας και ο σιτοβολώνας της Συρίας» (ενώ, όντας «επί αιώνες υπό την επιρροή της» Γαλλίας, θεωρούνταν «αναπόσπαστο μέρος της εθνικής» της «κληρονομιάς»). Αλλά και στο βιλαέτι του Αϊδινίου (Σμύρνη) οι Γάλλοι καπιταλιστές διέθεταν σημαντικά συμφέροντα, τα οποία ήθελαν να προστατέψουν.

Μετά τις διασυμμαχικές διαπραγματεύσεις για τη Μικρά Ασία (Λονδίνο, 29 Γενάρη 1917), που κατέληξαν σε αδιέξοδο για τις ιταλικές διεκδικήσεις, οι Γάλλοι «άρχισαν να ευνοούν την ιδέα να κατοχυρώσουν τη Σμύρνη στην Ιταλία, ελπίζοντας να εκτρέψουν έτσι τις βλέψεις της» από πιο μείζονος «ενδιαφέροντος» για εκείνη περιοχές, «όπως τα Αδανα και η Μερσίνα». Βρετανοί και Ρώσοι, από τη μεριά τους, που προόριζαν τη Μικρά Ασία ως βασικό σώμα του μεταπολεμικού τουρκικού κράτους, ήταν κάθετα αντίθετοι στην απόδοση της Σμύρνης στην Ιταλία και πίεζαν για παραχωρήσεις σε βάρος των γαλλικών βλέψεων. «Οι Ιταλοί πάλι επέμεναν στην προσάρτηση της Σμύρνης, την οποία θεωρούσαν “φυσική πρωτεύουσα” της δικής τους ζώνης».

Τελικά, με τη Συμφωνία του St. Jean de Maurienne λίγους μήνες αργότερα, θα αναγνωρίζονταν «ενισχυμένα δικαιώματα» της Ιταλίας στην περιοχή της Σμύρνης, αλλά με πολλούς αστερίσκους.

Η ανακωχή του Μούδρου

Στις 30 Οκτώβρη 1918 η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνθηκολόγησε (ανακωχή του Μούδρου), οξύνοντας ακόμη περισσότερο τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στους κόλπους των νικητριών δυνάμεων της Αντάντ. Ενδεικτικό των εν λόγω αντιθέσεων είναι και το γεγονός ότι θα έπρεπε να μεσολαβήσουν σχεδόν δύο επιπλέον χρόνια (αδυσώπητων διαπραγματεύσεων) έως τη συνομολόγηση συνθήκης ειρήνης τον Αύγουστο του 1920.

Από όλους τους όρους της αρχικής συνθηκολόγησης, ο πιο κρίσιμος ίσως ήταν ο 7ος, ο οποίος όριζε πως «οι Σύμμαχοι έχουν το δικαίωμα να καταλάβουν οποιοδήποτε στρατηγικό σημείο (της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) εφόσον προέκυπτε κίνδυνος για την ασφάλειά τους» (FO 93/110/80 – PRO).

Η διάταξη αυτή, ερμηνεύσιμη κατά το δοκούν, ουσιαστικά έλυνε τα χέρια των νικητών για οποιαδήποτε επέμβαση στο μέλλον προς διασφάλιση των συμφερόντων τους στην περιοχή.

Παραμονές της ανακωχής, οι σχέσεις Βρετανίας – Γαλλίας ήταν ήδη τεταμένες γύρω από το ποιος θα είχε το στρατιωτικό πρόσταγμα και – κατά προέκταση – την πρωτοκαθεδρία στην Εγγύς Ανατολή. Ετσι, όταν οι Οθωμανοί απευθύνθηκαν στη Βρετανία για συνθηκολόγηση, η τελευταία άδραξε την ευκαιρία, δίνοντας οδηγίες στον ναύαρχο Calthorpe «όπως αποκλείσει τον Γάλλο ομόλογό του, ναύαρχο Amet, από κάθε συμμετοχή στις διαβουλεύσεις, προχωρώντας μόνος του στη διαπραγμάτευση και υπογραφή ανακωχής», όπως και έγινε. Και παρότι οι όροι που συνομολογήθηκαν ταίριαζαν σε μεγάλο βαθμό στα όσα είχαν προσυμφωνηθεί μόλις προσφάτως σε διασυμμαχική διάσκεψη στο Παρίσι (7 Οκτώβρη 1918), ωστόσο υπήρξαν και ορισμένες διαφορές που ευνοούσαν σαφώς τις βρετανικές επιδιώξεις σε βάρος των γαλλικών.

Επιδιώξεις και ανταγωνισμοί στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού

Οι εργασίες του λεγόμενου Συνεδρίου Ειρήνης του Παρισιού ξεκίνησαν στις 18 Γενάρη 1919. Οι μαρτυρίες ορισμένων εκ των συμμετεχόντων σκιαγραφούν με γλαφυρό τρόπο τον πραγματικό χαρακτήρα και περιεχόμενο των διαβουλεύσεων. «Κάθε αντιπροσωπεία», αναφέρει ο Ι. Bowman (μέλος της αμερικανικής αποστολής), «είχε και τις δικές της βαλίτσες γεμάτες με στατιστικά και χαρτογραφικά τρικ» προκειμένου να στηρίξει τις διεκδικήσεις της. Και «κάθονταν όλοι γύρω από τον χάρτη», παρατηρούσε ο H. Nicolson (μέλος της βρετανικής αποστολής) «σαν να επρόκειτο για μια πίτα έτοιμη να κοπεί για μοιρασιά». Και όλο έκοβαν και ξαναέκοβαν, αλλά κανείς δεν έμενε ευχαριστημένος με το κομμάτι του.

Τον πρώτο λόγο στις διαπραγματεύσεις είχαν οι Βρετανοί, οι οποίοι «έχοντας πλέον τον πλήρη στρατιωτικό έλεγχο της Εγγύς Ανατολής (σ.σ. η βρετανική στρατιωτική παρουσία στα οθωμανικά εδάφη ήταν μακράν η μεγαλύτερη, αριθμώντας πάνω από 1.000.000 άνδρες), ήταν πολύ λιγότερο ενθουσιώδεις στο να εκπληρώσουν τις (συμφωνηθείσες) δεσμεύσεις τους (προς τους συμμάχους τους) από ό,τι αντίστοιχα οι Γάλλοι ή οι Ιταλοί».

Βασική επιδίωξη της βρετανικής αστικής τάξης παρέμενε ο έλεγχος των εδαφών που εκτείνονταν από την Παλαιστίνη έως τη Μεσοποταμία (με ιδιαίτερη έμφαση στα πετρέλαια της Μοσούλης) και η διεθνοποίηση των Στενών.

Ο στρατηγικός προσανατολισμός της γαλλικής αστικής τάξης για την περιοχή, από την άλλη μεριά, έκλινε όλο και περισσότερο στην παγίωση της προπολεμικής της θέσης για ένα οικονομικά βιώσιμο τουρκικό κράτος, με τις λιγότερες δυνατές εδαφικές απώλειες (εξαιρουμένων βεβαίως των δικών της διεκδικήσεων), που θα εξασφάλιζε α) την αποπληρωμή του χρέους και β) την προστασία των προπολεμικών γαλλικών επενδύσεων.

Στα μέσα του 1919 ελληνικές διπλωματικές πηγές έκαναν λόγο για «μεταστροφή της γαλλικής πολιτικής υπέρ των Τούρκων».

Στις 5 – 6 Δεκέμβρη 1919 ο Γάλλος ύπατος αρμοστής στη Συρία, G. Picot, συναντήθηκε με τον ηγέτη του τουρκικού αστικού εθνικιστικού κινήματος, Μ. Κεμάλ, όπου διαφάνηκε – για πρώτη φορά – το ενδεχόμενο παραίτησης της Γαλλίας από ορισμένες εδαφικές διεκδικήσεις (στην Κιλικία) έναντι της διασφάλισης προνομιακής (μονοπωλιακής) θέσης των γαλλικών οικονομικών συμφερόντων στο νέο τουρκικό κράτος.

Και παρότι οι εν λόγω συνομιλίες δεν κατέληξαν τότε σε κάποια συμφωνία, η συνεχής πίεση κατά των γαλλο-αρμενικών στρατευμάτων κατοχής στην Κιλικία ενίσχυσαν αυτήν την τάση.

Με την κατάσταση στη Συρία να χειροτερεύει, η γαλλική στρατιωτική ηγεσία θα αναγκαστεί το Μάη του 1920 να συνάψει βραχυπρόθεσμη ανακωχή με τις δυνάμεις του Κεμάλ, προβαίνοντας έτσι στην πρώτη – έστω και de facto – αναγνώρισή του από μια «Μεγάλη Δύναμη».

Ο γαλλοβρετανικός ανταγωνισμός για την πρωτοκαθεδρία στην Ανατολή είχε ωστόσο και συμβιβασμούς (όπως π.χ. στο ζήτημα της εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών κοιτασμάτων του Ιράκ, με την παραχώρηση του 25% της Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίου στη Γαλλία), όπως και «κοινά μέτωπα» (ιδιαίτερα όσον αφορά τον αμοιβαία επωφελή περιορισμό διεκδικήσεων τρίτων και ειδικά της Ιταλίας).

Με την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου, η Ιταλία έσπευσε να προτείνει την αποστολή στρατευμάτων της στις περιοχές των Αδάνων και της Αττάλειας, για να εισπράξει την κατηγορηματική άρνηση Βρετανών και Γάλλων (οι οποίοι, αξιοποιώντας τους όρους της ανακωχής εναντίον της, ισχυρίστηκαν πως μια τέτοια επέμβαση δεν νομιμοποιούνταν, εφόσον δεν συνέτρεχε κανένας λόγος ασφάλειας των Συμμάχων). «Ετσι, οι Ιταλοί βρέθηκαν αποκλεισμένοι από τις περιοχές που θεωρούσαν ως νόμιμο μερίδιό τους από τη λεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Βλέποντας δε τους Γάλλους να καταλαμβάνουν την ίδια περίοδο τη Μερσίνα και τα Αδανα, άρχισαν να προσανατολίζονται όλο και περισσότερο σε ανάληψη μονομερών δράσεων.

Από τα μέσα Μάρτη 1919, ιταλικά στρατεύματα άρχισαν περιοδικά να αποβιβάζονται στην Αττάλεια με πρόσχημα τη «διατήρηση της τάξης». Ταυτόχρονα, έγιναν κινήσεις προσεταιρισμού της οθωμανικής κυβέρνησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευνοϊκότερη στάση της (έναντι άλλων επίδοξων ανταγωνιστών της Ιταλίας – και ειδικά της Ελλάδας) στις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις. Οι αντιθέσεις της Ιταλίας με τους συμμάχους της έφτασαν σε νέο επίπεδο όξυνσης στις 24 Απρίλη 1919, με την ιταλική αντιπροσωπεία να αποχωρεί από το Συνέδριο Ειρήνης σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη ικανοποίηση των διεκδικήσεών της στην Αδριατική. Μία βδομάδα αργότερα (2 Μάη) η Ιταλία θα στείλει πολεμικά πλοία στη Σμύρνη, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση Βρετανίας, Γαλλίας και ΗΠΑ, που πλέον προσανατολίζονταν σε ενεργότερη αναχαίτιση των ιταλικών φιλοδοξιών στην Ανατολή.

Πέρα από τις επίσημες διαπραγματεύσεις του Παρισιού και τα διαρκή ανεπίσημα παζάρια «κάτω από το τραπέζι» (μεταξύ των ανταγωνιστριών δυνάμεων ή μεταξύ κάποιας δύναμης και τμημάτων της τουρκικής αστικής τάξης), το μέλλον του νέου τουρκικού κράτους υπήρξε το αντικείμενο δύο επιπλέον Διασκέψεων πριν από την «τελική» συμφωνία των Σεβρών: Του Λονδίνου (12 Φλεβάρη – 10 Απρίλη 1920) και του Σαν Ρεμό (19 – 26 Απρίλη 1920).

Ακολούθως, επιμερίστηκαν οι «σφαίρες επιρροής» επί της τουρκικής επικράτειας (σε ό,τι απέμενε μετά την αφαίρεση των αραβικών εδαφών, τη διεθνοποίηση των Στενών, τη συγκρότηση αρμενικού – ίσως και κουρδικού – κράτους, κ.ο.κ.). Επιπλέον, όλες σχεδόν οι οικονομικές λειτουργίες τού υπό σύσταση τουρκικού κράτους θα περνούσαν υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Αντάντ. Πράγματι, «καμία πτυχή της οικονομίας της Τουρκίας (…) δεν θα έμενε στην αποκλειστική δικαιοδοσία της τουρκικής κυβέρνησης (…) Η Τουρκία ουσιαστικά θα ήταν δέσμια των Συμμαχικών Δυνάμεων» (Donald Blaisdell, European financial control in the Ottoman Empire, New York, 1929, σελ. 196).

Στις 16 Μάρτη 1920 η Κωνσταντινούπολη περιήλθε υπό συμμαχική στρατιωτική κατοχή, ενώ, καθ’ υπόδειξη της Αντάντ, το οθωμανικό Κοινοβούλιο διαλύθηκε και πολλά από τα μέλη του συνελήφθησαν. Το γεγονός έδωσε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη του τουρκικού αστικού εθνικιστικού κινήματος υπό τον Μ. Κεμάλ.

Οι διεκδικήσεις της ελληνικής αστικής τάξης

Η εκτίμηση που φαίνεται να υπήρχε στους κόλπους της ελληνικής αστικής τάξης, αμέσως μετά την ανακωχή του Μούδρου, ήταν πως «η Ελλάδα (…) εισήλθε στον πόλεμο πάρα πολύ αργά για να υποβληθεί σε τέτοιες θυσίες που θα της εξασφάλιζαν εκπλήρωση όλων των διεκδικήσεών της».

Οι επιπλέον θυσίες που ζητήθηκαν ως σχετικό «αντιστάθμισμα» από την Αντάντ – και έγιναν αποδεκτές από την κυβέρνηση Βενιζέλου – βρέθηκαν στη στρατιωτική συνδρομή της Ελλάδας κατά των επαναστατημένων λαών της Ρωσίας.

Ακολούθως, στις σχετικές διαβουλεύσεις (Παρίσι, 27 Νοέμβρη 1918) ο Γάλλος πρωθυπουργός, G. Clemenceau, υποσχέθηκε ως αντάλλαγμα στον Ελ. Βενιζέλο την ενεργή στήριξη της Γαλλίας στην εδαφική επέκταση της Ελλάδας στη Θράκη και «ευνοϊκή» στάση στην περίπτωση της Σμύρνης. Στις 20 Γενάρη 1919, τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στην Οδησσό, ενισχύοντας το μέτωπο των αντεπαναστατικών δυνάμεων στην Ουκρανία.

Στις 3 – 4 Φλεβάρη 1919, αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ελ. Βενιζέλο, παρουσίασε στο «Συμβούλιο των 10» (αποτελούνταν από τους ηγέτες και τους υπουργούς Εξωτερικών των μεγαλύτερων δυνάμεων της Αντάντ, Βρετανίας, Γαλλίας, ΗΠΑ, Ιταλίας και Ιαπωνίας – η τελευταία εκπροσωπούνταν από πρέσβεις) το σύνολο των διεκδικήσεων της ελληνικής αστικής τάξης, που περιελάμβαναν: Τη Βόρεια Ηπειρο, τη Θράκη, τη Δυτική Μικρά Ασία, τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο και ορισμένα άλλα μικρότερα νησιά. Βασικό επιχείρημα για την προσάρτηση των εν λόγω εδαφών υπήρξε η σύνθεση των πληθυσμών τους (σύμφωνα με τα ελληνικά στατιστικά δεδομένα, για τα οποία ωστόσο διατυπώθηκαν πολλές επιφυλάξεις). Βεβαίως, το εν λόγω επιχείρημα (που γενικότερα αξιοποιούνταν «αλά καρτ») εμφανιζόταν αντιφατικό αναφορικά με τη Θράκη, όπου ακόμα και τα στοιχεία που προσκόμισε η ελληνική πλευρά έδειχναν πως οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν πλειοψηφία στο σύνολό της. Οσον αφορά τους ελληνικούς πληθυσμούς του Πόντου, ο Βενιζέλος πρότεινε την ενσωμάτωση του βιλαετιού της Τραπεζούντας στο υπό ίδρυση αρμενικό κράτος. Η εξέταση των ελληνικών διεκδικήσεων παραπέμφθηκε σε ειδική επιτροπή, που ωστόσο δεν κατάφερε να καταλήξει σε κοινές εκτιμήσεις, αντανακλώντας τις βαθιές αντιθέσεις μεταξύ των Συμμάχων.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις στα Δωδεκάνησα και τη Μικρά Ασία έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με τα συμφωνηθέντα στο Λονδίνο (1915) και το St. Jean de Maurienne (1917), που «κατοχύρωναν» τις εν λόγω περιοχές στην Ιταλία. Η προσπάθεια να διευθετηθούν οι διαφορές Ιταλίας και Ελλάδας με τη Συμφωνία Tittoni – Βενιζέλου (29 Ιούλη 1919) δεν απέδωσε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού το άρθρο 7 της Συμφωνίας όριζε πως «εν η περιπτώσει η Ιταλία δεν ικανοποιηθεί εις τας βλέψεις της εν Μ. Ασία αναλαμβάνει πλήρη ελευθερίαν ενεργείας, δι’ όλας τα διατάξεις του παρόντος συμφώνου». Πράγματι, η Συμφωνία ακυρώθηκε μονομερώς ακριβώς έναν χρόνο αργότερα ως «μη έχουσα», κατά τον διπλωμάτη C. Sforza, «καμιά χρησιμότητα για την Ιταλία».

Οσον αφορά τη – Δυτική ιδιαίτερα – Θράκη, τόσο το τμήμα πληροφοριών της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ όσο και το υπουργείο Εξωτερικών της Βρετανίας εισηγούνταν αρνητικά ως προς τις ελληνικές διεκδικήσεις. Οι ενστάσεις τους επικεντρώνονταν α) στη μουσουλμανική πλειοψηφία του πληθυσμού της περιοχής και β) στα προβλήματα που θα προκαλούσε ο αποκλεισμός της Βουλγαρίας από το Αιγαίο. Αντίστοιχα, αντιρρήσεις υπήρξαν και αναφορικά με την επιδιωκόμενη ελληνική επέκταση στη Μ. Ασία, με τους Αμερικανούς να θεωρούν πως «θα προξενούσε άμεσους κινδύνους» αφού θα άνοιγε τις ορέξεις της Ελλάδας «για περισσότερα εδάφη» και το βρετανικό υπουργείο Πολέμου να χαρακτηρίζει την περιοχή «εθνολογικά μη υπερασπίσιμη».

Ωστόσο, αυτό που εν τέλει «βάρυνε» στη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής ήταν η επιδίωξή της για πρωτοκαθεδρία στην Εγγύς Ανατολή: Επιδίωξη που, στη δεδομένη συγκυρία, θεωρούσε πως εξυπηρετούνταν καλύτερα με την ενίσχυση της συμμάχου της, της ελληνικής αστικής τάξης.

Η απόφαση για την αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη

Αναζητώντας έναν παράγοντα πίεσης και αναχαίτισης των μονομερών κινήσεων της Ιταλίας στη Μικρά Ασία, Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ συναποφάσισαν να αναθέσουν το ρόλο αυτό στην Ελλάδα. Η απόφαση για την αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη πάρθηκε εσπευσμένα στις 5 Μάη (2 μέρες πριν από την ανακοινωθείσα επιστροφή της ιταλικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού) και δίχως ενημέρωση της Ιταλίας. Στις 6 Μάη ο Βρετανός πρωθυπουργός, D. Lloyd George, γνωστοποίησε στον Βενιζέλο τις προθέσεις των τριών Συμμάχων. Ο τελευταίος, διαβλέποντας τη δυνατότητα εκπλήρωσης της βασικότερης ίσως επιδίωξης της ελληνικής αστικής τάξης, και δίχως να συμβουλευτεί τους άμεσους στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες για το τι δυνάμεις απαιτούσε ή τι κινδύνους ελλόχευε ένα τέτοιο εγχείρημα, αποδέχτηκε την πρόταση και στις 15 Μάη τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στη Σμύρνη.

Η συνέχεια της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία γράφτηκε με τη Μικρασιατική Καταστροφή…”

Αναδημοσίευση από τον ” ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ” 15 – 16 /8/2020