ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ – ΤΡΑΠΕΖΕΣ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΙ ΟΜΙΛΟΙ : Με εκβιασμούς και «προσαρμογές» ανοίγουν δρόμο για μαζικούς πλειστηριασμούς λαϊκών σπιτιών

Με επόμενο βήμα την κοινοποίηση της κυβερνητικής πρότασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αναφορικά με τη διάλυση του καθεστώτος δικαστικής προστασίας στην πρώτη κατοικία για τα «κόκκινα» δάνεια, εξελίσσεται ο δεύτερος κύκλος της «μεταμνημονιακής» «αξιολόγησης».

Το κυβερνητικό σχέδιο, σύμφωνα με πληροφορίες, κατατίθεται στους ευρωπαϊκούς «θεσμούς», προκειμένου στη συνέχεια να πάρει το δρόμο για τη Βουλή, έως το τέλος του μήνα, σύμφωνα με τα όσα είπε την Τετάρτη στη Βουλή ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομίας, Γ. Δραγασάκης, επαναφέροντας ταυτόχρονα τους εκβιασμούς στο λαό να αποδεχτεί τους πλειστηριασμούς, για να μην πληρώσει το μάρμαρο μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί γύρω από την υπόθεση έρχονται σε ευθεία «σύμπραξη» με τα επιχειρηματικά πλάνα των εγχώριων τραπεζικών ομίλων, προσβλέποντας στη μείωση των «κόκκινων» δανείων χαμηλότερα από το 20% της μάζας του συνολικού τραπεζικού δανεισμού από περίπου 48% σήμερα, σε ένα εγχείρημα κολοσσιαίων διαστάσεων, που αφορά ποσά πάνω από 50 δισ. ευρώ (μέχρι το 2021), με άξονες τους μαζικούς πλειστηριασμούς απέναντι στη λαϊκή στέγη, τις μεταβιβάσεις προβληματικών δανείων από τις τράπεζες σε funds και άλλα κοράκια που οσμίζονται κέρδη από την ανάπτυξη της δευτερογενούς αγοράς προβληματικών δανείων.

Ολα αυτά «μεταφράζονται» μόνο για το 2019 σε πάνω από 40.000 πλειστηριασμούς ακινήτων, με στόχο ο αριθμός τους να φτάσει στους 130.000 μέχρι το τέλος του 2021, ενώ, σύμφωνα με έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας, ποσό 12,9 δισ. ευρώ τελεί υπό το καθεστώς του ν. 3869/2010 (νόμος Κατσέλη). Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, «αναδεικνύεται ως ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας η ταχεία εκδίκαση και εκκαθάριση των εν λόγω ανοιγμάτων».

Σε αυτό το φόντο, η πραγματική πρόθεση της κυβέρνησης και των «θεσμών» εστιάζει στην προσπάθεια πλήρους εξάλειψης της όποιας παρεχόμενης δικαστικής προστασίας, με τη μεταβίβαση των υποθέσεων στον μηχανισμό του λεγόμενου «εξωδικαστικού συμβιβασμού», όπου βέβαια τον πρώτο λόγο θα έχουν οι τραπεζίτες, σε ζητήματα από το ύψος των μηνιαίων δόσεων έως τη διάρκεια τυχόν επιμηκύνσεων κ.ά.

Οι «επεξεργασίες» και οι «προτάσεις» που βρίσκονται στο τραπέζι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:

— Την κατάργηση διάταξης (άρθρο 9 ) του νόμου 3869/2010 (λεγόμενος νόμος Κατσέλη) αναφορικά με τη δυνατότητα του δανειολήπτη να προσφύγει στα δικαστήρια προκειμένου να τύχει προστασίας για την πρώτη κατοικία. Η τέτοια εξέλιξη έρχεται να σφίξει ακόμη περισσότερο τη θηλιά των εκβιασμών, αφήνοντας τα αδύναμα λαϊκά νοικοκυριά στο «έλεος» των τραπεζών.

 Προωθούνται λύσεις στο πλαίσιο του «εξωδικαστικού συμβιβασμού» μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας που ήδη βρίσκεται σε λειτουργία σε ό,τι αφορά τα επιχειρηματικά χρέη. Στην ίδια «αυτόματη» διαδικασία εντάσσονται οι οφειλές για την πρώτη κατοικία, ενδεχομένως δε και άλλα χρέη νοικοκυριών, όπως προς τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό.

— Κατακρεουργούνται τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια για την παρεχόμενη «προστασία» από πλειστηριασμούς. Ο κεντρικός άξονας αφορά τις λεγόμενες «εύλογες δαπάνες διαβίωσης», όπως αυτές προσδιορίζονται από τη στατιστική υπηρεσία (ΕΛΣΤΑΤ).

Τα νέα κριτήρια με το πλήρες φακέλωμα μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας θα περνούν από την «κρησάρα» του «εξωδικαστικού συμβιβασμού», ενώ ταυτόχρονα μπαίνουν και νέοι φραγμοί για προσφυγές στα δικαστήρια.

— Οι τράπεζες, από την πλευρά τους, θα μπορούν να «προσφέρουν» «κουρέματα» δανείων ή επιμηκύνσεις αποπληρωμών (σε αυτούς που προσφεύγουν στον «εξωδικαστικό συμβιβασμό» και πληρούν τα κριτήρια). Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η πρακτική αυτή θα βασιστεί στη σχέση τρέχουσας αξίας του δανείου (σημερινό υπόλοιπο) ως προς την αξία ακινήτου. Σε αυτό το πλαίσιο, «κούρεμα» θα προβλέπεται μόνο σε περιπτώσεις οφειλετών με τρέχον χρέος μεγαλύτερο από την αξία του ακινήτου και όχι για το αντίθετο, πρακτική που διασφαλίζει τα συμφέροντα των τραπεζών, με κριτήριο το μεγαλύτερο τίμημα που έχουν να περιμένουν είτε από τον δανειολήπτη είτε μέσω πλειστηριασμών…

— «Κλειδωμένο» θεωρείται και το ζήτημα της κρατικής επιδότησης στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας, μέτρο που η κυβέρνηση προκλητικά παρουσιάζει ως φιλολαϊκό ενώ στην πραγματικότητα διευκολύνει τις τράπεζες να βάλουν στο «χέρι» τις απαιτήσεις τους από τα στεγαστικά δάνεια.

Ουσιαστικά πρόκειται για ενεργοποίηση της ήδη υπάρχουσας νομοθετικής ρύθμισης που έφερε η σημερινή κυβέρνηση το 2016 στο πλαίσιο της πρώτης κατακρεούργησης της παρεχόμενης προστασίας με το λεγόμενο νόμο Κατσέλη – Σταθάκη.

Τα πλέον οικονομικά αδύναμα λαϊκά νοικοκυριά υποχρεώνονται στην καταβολή ελάχιστης δόσης στις τράπεζες στο 5% του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος μέχρι 8.000 ευρώ και 10% πάνω από τα 8.000 ευρώ. Η καταβολή της ελάχιστης δόσης αποτελεί μάλιστα όρο και προϋπόθεση προκειμένου να χορηγηθεί η ενίσχυση του Δημοσίου, η οποία μάλιστα διακόπτεται σε περίπτωση «καθυστέρησης», που υπερβαίνει την αξία τριών μηνιαίων δόσεων…

Το ΔΝΤ για τα σενάρια ανακεφαλαιοποίησης

Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ, Τζ. Ράις, απαντώντας χτες σε ερώτηση αναφορικά με δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Γ. Δραγασάκη, σχετικά με τη νέα κρατική στήριξη των ελληνικών τραπεζών, απέφυγε να σχολιάσει, παραπέμποντας στην πρόσφατη ανακοίνωση, μετά την ολοκλήρωση της αποστολής των «θεσμών» στην Αθήνα.

Αναφορικά με τα «κόκκινα» δάνεια, το κλιμάκιο του ΔΝΤ υπογράμμιζε ότι «οι αρχές θα πρέπει να επανεξετάσουν το σχεδιασμό του νομικού πλαισίου αφερεγγυότητας υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και νοικοκυριών και να διευκολύνουν την αποδοτική χρήση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και των εξωδικαστικών μηχανισμών», τη γενίκευση δηλαδή των πλειστηριασμών και εκβιασμών σε λαϊκά σπίτια.

Επιπλέον, σε ό,τι αφορά τα νέα κρατικά πακέτα στήριξης των τραπεζών τονίζεται πως «η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας στρατηγικής σε σχέση με το κόστος θα πρέπει να υπολογιστεί με έναν ολοκληρωμένο τρόπο, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη την επίδρασή της στους ισολογισμούς των τραπεζών και του κράτους».

  • Από τον «Ριζοσπάστη» της Παρασκευής 8/2/2019