ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΡΙΖΑ: Μονά χάνει ο λαός, ζυγά κερδίζει το κεφάλαιο… – Αντιλαϊκή πλειοδοσία από τη ΝΔ

Μια συνοπτική αναδρομή στις εξελίξεις της τελευταίας βδομάδας, που ενισχύουν το πραγματικό δίλημμα των εκλογών.

Τα στοιχεία που δημοσιοποίησαν οι ΕΛΣΤΑΤ – Γιούροστατ, για τη συσσώρευση των αντιλαϊκών αποδόσεων την περίοδο 2015 – 2018, έρχονται να επιβεβαιώσουν τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, την ώρα που προσπαθεί προκλητικά να χτίσει άλλοθι για την κλιμάκωσή της, με το «αναπτυξιακό πακέτο ελάφρυνσης» και με προεκλογικά συνθήματα, όπως «Ήρθε η ώρα των πολλών».

Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, τα αντιλαϊκά μέτρα που ψήφισε ή υλοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ τη συγκεκριμένη περίοδο (περικοπές και «εισπράξεις»), αγγίζουν τα 12 δισ. ευρώ, συνεχίζοντας επάξια στο δρόμο των προηγούμενων κυβερνήσεων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ.

Πιο αναλυτικά, το σύνολο των δαπανών της γενικής κυβέρνησης (συμπεριλαμβάνονται ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ κ.ά.) για το 2018συρρικνώθηκε στα 86,34 δισ. ευρώ από 94,8 δισ. το 2015. Δηλαδή, μόνο γι’ αυτήν την περίοδο, η «δημοσιονομική προσαρμογή» στο σκέλος της διάλυσης των κρατικών κονδυλίων έφτασε στο αστρονομικό ποσό των 8,46 δισ. και σε ποσοστό 9%.

Από την άλλη, το σύνολο των κρατικών εσόδων (γενική κυβέρνηση) καταγράφηκε το 2018 στα 88,33 δισ. ευρώ από περίπου 84,8 δισ. το 2015, με διόγκωση στα 3,5 δισ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της φοροληστείας που συνεχίστηκε και εντάθηκε σε βάρος του λαού.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν απόδειξη ότι η «μετά το μνημόνιο εποχή» είναι στρωμένη με θυσίες δίχως τέλος για το λαό, όπως και η εποχή της κρίσης, ενώ αντίθετα το κεφάλαιο έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει για την απλόχερη στήριξη που απολαμβάνει από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό έρχονται να επαληθεύσουν με το παραπάνω και οι εξελίξεις της βδομάδας που πέρασε.

Αντιλαϊκή πλειοδοσία από ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ

Μόλις την περασμένη Τετάρτη, η κυβέρνηση απέρριψε στη Βουλή τέσσερις τροπολογίες που είχε καταθέσει το ΚΚΕ για την πραγματική στήριξη και ανακούφιση εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων από την αντιλαϊκή πολιτική που κλιμακώνεται.

Οι τροπολογίες αφορούσαν την ανακούφιση από χρέη προς τα Ταμεία, δήμους και Εφορία, την κατάργηση της διάταξης που προβλέπει μείωση του αφορολόγητου από την επόμενη χρονιά, όπως και την κατάργηση αντιαπεργιακών διατάξεων που ψήφισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Ολα αυτά τα μέτρα που προτείνει το ΚΚΕ, φέρνοντας στη Βουλή τις διεκδικήσεις σωματείων και φορέων του κινήματος, απορρίφθηκαν για μια ακόμη φορά χωρίς συζήτηση από την κυβέρνηση, με την εκκωφαντική μάλιστα συναίνεση της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και των άλλων κομμάτων.

Είχε προηγηθεί ένας ακόμα ψευτοκαβγάς ανάμεσα στην κυβέρνηση, που νομοθετεί «αθόρυβα» όσα έχει ανάγκη το κεφάλαιο, και τη ΝΔ, που κάνει πάταγο, πλειοδοτώντας σε αντιλαϊκά μέτρα, για να πάρει αυτή το χρίσμα του συνεχιστή της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής από τη θέση της κυβέρνησης.

Την ίδια μέρα ψηφίστηκε στη Βουλή το λεγόμενο «πακέτο ελάφρυνσης», πραγματικός δείκτης για το οποίο είναι οι πανηγυρισμοί με τους οποίους το υποδέχτηκε το κεφάλαιο. Το πακέτο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την επιδότηση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, που αποτελεί άμεση επιχορήγηση στους μεγάλους ομίλους για να βρουν φτηνότερη εργατική δύναμη, απαλλάσσοντας ουσιαστικά την εργοδοσία από μια υποχρέωση, που η ίδια θεωρεί κόστος.

Περιλαμβάνει επίσης μειώσεις στο ΦΠΑ για τρόφιμα και Ενέργεια, που είναι αμφίβολο αν θα περάσουν στα προϊόντα και τις υπηρεσίες, κατά δήλωση των ίδιων των μεγαλοεργοδοτών στο λιανεμπόριο, στην εστίαση και τον τουρισμό, που άρχισαν αμέσως τις κλάψες ότι απορρόφησαν οι ίδιοι τις προηγούμενες αυξήσεις του ΦΠΑ μετά το 2015 για να συγκρατήσουν τάχα τις τιμές και ότι τώρα δύσκολα θα τις «ρίξουν», αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο τα περιθώρια της κερδοφορίας τους.

Ωστόσο, κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι από τις μειώσεις του ΦΠΑ θα βγουν ενισχυμένες οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, που χαιρέτισαν ως «σωτήριο» το μέτρο της κυβέρνησης για την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία τους. Επομένως, «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει»…

Τα μέτρα της κυβέρνησης όχι μόνο δεν συνιστούν πορεία προς την ανάκτηση απωλειών, αλλά δίνουν άλλοθι στην κυβέρνηση να κλιμακώσει την επίθεση το επόμενο διάστημα, νομοθετώντας μια σειρά ρυθμίσεων που έχει ήδη τάξει στο κεφάλαιο για να διευκολύνει τις επενδύσεις του, συμπληρωματικά σε όσα δωράκια τού έχει κάνει μέχρι σήμερα.

Επικαιροποίηση των δεσμεύσεων στο κεφάλαιο

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η νέα εμβληματική παρέμβαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και συγκεκριμένα η πρώτη επικαιροποίηση της λεγόμενης «εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής», που έρχεται να «κουμπώσει» με τις βλέψεις του ΣΕΒ και άλλων τμημάτων του κεφαλαίου, αναφορικά με την ανάγκη τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, της προσέλκυσης νέων κερδοφόρων επενδύσεων στο «γόνιμο» έδαφος της αντιλαϊκής πολιτικής.

Μάλιστα, η στρατηγική αυτή, όπως ανοιχτά πλέον ομολογείται και από την κυβέρνηση, βρίσκεται σε άμεση και μόνιμη διασύνδεση με μια σειρά από μετρήσιμους αντιλαϊκούς στόχους και βέβαια με την κλιμάκωση των αναδιαρθρώσεων που προβλέπονται τόσο από το «ενισχυμένο εποπτικό πλαίσιο» όσο και από την «κανονικότητα» των Ευρωπαϊκών Εξαμήνων και με τις εκάστοτε συστάσεις που απευθύνει η πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Γ. Δραγασάκης, «μια βασική ευθύνη αυτήν την περίοδο ήταν να εναρμονίσουμε το περιεχόμενο της Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής με το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, το περιεχόμενο του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων, καθώς και με διάφορα κείμενα με τα οποία γίνεται ο συντονισμός με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ώστε να κινούνται όλα προς την ίδια στοχοθεσία και με τις ίδιες προτεραιότητες».

Το πλήρες σχέδιο αναμένεται να δημοσιοποιηθεί το επόμενο διάστημα, ωστόσο από τις σχετικές κυβερνητικές ανακοινώσεις προκύπτουν τα παρακάτω:

  • Η εκτίμηση ότι έως το 2023 μπορούν να υλοποιηθούν επενδύσεις της τάξεως των 55 δισ. ευρώ μόνο μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Μάλιστα, το επόμενο διάστημα αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή νομοσχέδιο για τον συγχρονισμό του ΠΔΕ με τα πολυετή προγράμματα του ΕΣΠΑ.
  • Προβλέπεται ο διπλασιασμός των «άμεσων ξένων επενδύσεων» από το 2% του ΑΕΠ σήμερα στο 4% μέχρι το 2025. Βέβαια η προοπτική αυτή έρχεται να «πατήσει» σε μια σειρά από εμβληματικές παρεμβάσεις στις οποίες προχώρησε η κυβέρνηση, σε βάρος των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων, με άξονα την προσέλκυση κερδοφόρων επενδύσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, στελέχη της κυβέρνησης υπενθυμίζουν το νόμο για τις «στρατηγικές επενδύσεις», την απλοποίηση των ρυθμίσεων για τα επιχειρηματικά πάρκα, την παροχή επενδυτικών κινήτρων για την εγκατάσταση στην Ελλάδα κέντρων ενδο-ομιλικών υπηρεσιών μεγάλων πολυεθνικών ομίλων.

Η πραγματικότητα θέτει τα διλήμματα

Κατά τα λοιπά, στις 5 Ιούνη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δημοσιοποιήσει τη νέα έκθεση «αξιολόγησης» που προβλέπεται από το σκέλος της «ενισχυμένης εποπτείας», ενώ ήδη προετοιμάζεται το επόμενο αντιλαϊκό πακέτο, πέρα και πάνω από αυτό που ήδη προβλέπεται στη «μεταμνημονιακή» συμφωνία.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Κομισιόν βάζει στο «μικροσκόπιο» τη λεγόμενη «βιωσιμότητα» του κρατικού χρέους και τη μάζα των πρωτογενών πλεονασμάτων στους κρατικούς προϋπολογισμούς της επόμενης περιόδου, μετά και τις διαπιστώσεις του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕSM), Κλ. Ρέγκλινγκ, ότι «ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος για φέτος μπορεί να μην πιαστεί και μάλιστα με σημαντική απόκλιση».

Βέβαια, αυτό δεν δείχνει να απασχολεί ιδιαίτερα την κυβέρνηση, καθώς ο ίδιος ο Ρέγκλινγκ διαπιστώνει ότι για την επόμενη χρονιά «θα προηγηθεί ο νέος κρατικός προϋπολογισμός» (για το 2020), δείχνοντας δηλαδή στην κατεύθυνση και νέου αντιλαϊκού πακέτου, ανεξάρτητα βέβαια από το κόμμα που θα αναλάβει το τιμόνι της αστικής διακυβέρνησης.

Όπως και να ‘χει, αν κάτι επιβεβαιώνεται, είναι ότι σ’ αυτό το σφικτό αντιλαϊκό πλαίσιο που διαμορφώνουν τα συμφέροντα και οι ανάγκες του κεφαλαίου, ο λαός θα συνεχίσει να βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτά και άλλα μέτρα, ενώ και οι όποιες ψευτοπαροχές θα βρίσκονται πάντα εντός των δημοσιονομικών ορίων που θέτει η θωράκιση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από το ποιος θα βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Το ίδιο λέει άλλωστε και ο ΣΥΡΙΖΑ, διαβεβαιώνοντας ότι το πακέτο «ελάφρυνσης» που ψήφισε, είναι προπάντων «αναπτυξιακό», συνδράμει δηλαδή την ανάκαμψη του κεφαλαίου και σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τα δημοσιονομικά εσκαμμένα, τα συμφωνηθέντα δηλαδή από την κυβέρνηση, τους επιχειρηματικούς ομίλους και τους «θεσμούς».

Άρα, το «καλύτερο» που έχουν να περιμένουν οι εργαζόμενοι και τα άλλα λαϊκά στρώματα από αυτήν και οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, είναι ορισμένα ψίχουλα από το τραπέζι της καπιταλιστικής κερδοφορίας, σαν αυτά που περιέχονται στο τελευταίο πακέτο του ΣΥΡΙΖΑ.

Να λοιπόν ποιο είναι το πραγματικό δίλημμα για το λαό μπροστά στην κάλπη: Θα στηρίξει με την ψήφο του το δρόμο που μας έφερε έως εδώ, στο έδαφος του οποίου η αντιλαϊκή πολιτική κλιμακώνεται στο διηνεκές για να διασφαλίσει τα κέρδη του κεφαλαίου; ‘Η θα δυναμώσει το ΚΚΕ, βάζοντας πλάτη στην οργάνωση της αντεπίθεσης για το εμπόδισμα των επόμενων μέτρων, τη διεκδίκηση πραγματικών μέτρων ανακούφισης του λαού και των απωλειών από τα χρόνια της κρίσης, ανοίγοντας με τη συμμαχία και την πάλη του την προοπτική να ικανοποιήσει τις σύγχρονες ανάγκες του;

Σ.

  • Από τον «Ριζοσπάστη» του ΣαββατοΚύριακου 18-19/5/2019