ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΜΙΣΘΟ : Μονιμοποιεί το αντεργατικό πλαίσιο ενεργοποιώντας το νόμο Βρούτση!

  • Αφού για τέσσερα χρόνια διατήρησε τους άθλιους μισθούς και τον υποκατώτατο, η κυβέρνηση έρχεται να μονιμοποιήσει το αντεργατικό πλαίσιο και την ενεργοποίηση της άθλιας διάταξης του νόμου Βρούτση που απαγορεύει τη συλλογική διαπραγμάτευση για το ύψος της Εθνικής Γενικής ΣΣΕ.
  • Η κυβέρνηση αγνοεί τις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματοςαπέρριψε την πρόταση νόμου από το ΚΚΕ και φανερώνει το μέγεθος της εξαπάτησης όλων των προηγούμενων χρόνων.
  • Ακόμα και αυτή η μικρή αύξηση – 50 ευρώ το μήνα, που θα μείνουν μόνο 25 μετά τη νέα μείωση του αφορολόγητου – δεν θα γινόταν αν δεν υπήρχαν οι διεκδικήσεις των εργαζομένων, με την καθοριστική συμβολή του ΚΚΕ, οι οποίες πρέπει να συνεχιστούν και να δυναμώσουν.
  • Η κυβέρνηση κρύβει το καθεστώς των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, που έχει οδηγήσει χιλιάδες εργαζόμενους να μην παίρνουν ούτε τον κατώτατο μισθό. Ενώ με την τακτική της «καλύβας του Χότζα» παίρνει πίσω πολλαπλάσια κι αυτές τις αυξήσεις, με μέτρα όπως η μείωση του αφορολόγητου από την επόμενη χρονιά.
«Τυρί στη φάκα» η εξαγγελία για 650 ευρώ μεικτά
Αρνείται για μια ακόμα φορά την απαίτηση για επαναφορά στα 751 ευρώ

Με τις αποφάσεις του χτεσινού υπουργικού συμβουλίου και τις πανηγυρικές τοποθετήσεις και δηλώσεις του πρωθυπουργού, της υπουργού Εργασίας και άλλων κυβερνητικών στελεχών, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έθεσε για πρώτη φορά σε εφαρμογή τον εμβληματικό μνημονιακό νόμο 4172/2013 για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού με βάση τα κριτήρια του κεφαλαίου, όπως ακριβώς είχε συμφωνήσει και δεσμευτεί απέναντι στους «θεσμούς» ΕΕ – ΔΝΤ.

Μετά από 4 χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κατά τα οποία διατηρήθηκε το αίσχος του κατώτατου μισθού των 586 ευρώ μεικτά και 511 ευρώ για τους νέους, ο Αλ. Τσίπρας ανακοίνωσε χτες με διθυραμβικούς τόνους τη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού στα 650 ευρώ μεικτά. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, με την απόφαση αυτή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αρνείται για μια φορά ακόμη την επαναφορά του κατώτερου μισθού στα 751 ευρώ, όπως απαιτεί το εργατικό κίνημα και όπως και η ίδια τάχα «δεσμευόταν» μέχρι το 2015. Αρνείται δηλαδή η κυβέρνηση την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα επίπεδα του 2012, όταν πετσοκόπηκε σε μια νύχτα με την ΠΥΣ 6/2012, την οποία και η ίδια διατήρησε άθικτη για τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Επιπλέον, αν και χτες ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων», ο νόμος που εφαρμόζει η κυβέρνηση καταργεί μόνιμα τις συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον κατώτατο μισθό, ο καθορισμός του οποίου θα γίνεται από την εκάστοτε κυβέρνηση και μάλιστα σύμφωνα με τις αρχές της «ανταγωνιστικότητας», της «παραγωγικότητας» και εν γένει με την «κατάσταση της ελληνικής οικονομίας», δηλαδή σύμφωνα με τα συμφέροντα του κεφαλαίου και τα σκαμπανεβάσματα της καπιταλιστικής οικονομίας.

Στην πράξη, η χτεσινή εξαγγελία της κυβέρνησης είναι το «τυρί στη φάκα» της εργασιακής ζούγκλας, την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ ενίσχυσε παραπέρα, συνεχίζοντας το αντιλαϊκό έργο των προκατόχων της. Είναι επομένως προκλητική η προσπάθεια που έκανε και χτες ο πρωθυπουργός να απαριθμήσει «σημαντικές επιτυχίες» της κυβέρνησής του «στο πεδίο της αγοράς εργασίας». Σε αυτό το πλαίσιο επικαλέστηκε τη «μείωση της μαύρης εργασίας», την «επέκταση» κάποιων Συλλογικών Συμβάσεων και τη μείωση της ανεργίας.

Ολα αυτά, όταν ακόμα και τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν τη μείωση των ελέγχων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, τη διαρκή χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας που εκφράζεται και με αύξηση των εργατικών «ατυχημάτων», τη συνεχή διεύρυνση της μερικής απασχόλησης σε βάρος της πλήρους. Όσο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, διατηρείται άθικτο το πλαίσιο που επιτρέπει στις εργοδοτικές οργανώσεις να αρνούνται την υπογραφή τους, ενώ και για τις ελάχιστες ΣΣΕ που κηρύχθηκαν «υποχρεωτικές» – μόλις 10 – η εργοδοσία έχει πλήθος από «παράθυρα» στην διάθεσή της («ευελιξία», «ενοικίαση» εργαζομένων κ.ο.κ.) για να αποφεύγει την εφαρμογή τους.

Μόλις 515 ευρώ καθαρά μετά την εφαρμογή της νέας μείωσης του αφορολόγητου!

Η εργασιακή ζούγκλα, που βιώνουν εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτοί, δεν αλλάζει από τις κυβερνητικές αποφάσεις για τον κατώτατο μισθό. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται και… γαλαντόμος με τα 650 ευρώ μεικτά, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο κατώτατος μισθός που θα εισπράττει καθαρά ο εργαζόμενος, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών του εισφορών, θα διαμορφωθεί μόλις στα 542,79 ευρώ, από 489,31 ευρώ σήμερα.

Μάλιστα, μετά τη νέα μείωση του αφορολόγητου από την 1/1/2020, την οποία έχει ήδη ψηφίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, και την επιβολή φόρου σε αυτά τα ποσά που μέχρι φέτος δεν εμπίπτουν στη φορολογία, το ποσό αυτό θα μειωθεί στα 514,75 ευρώ. Δηλαδή, η πραγματική αύξηση που θα φτάνει στην τσέπη του μισθωτού τον επόμενο χρόνο θα είναι μόλις 25,44 ευρώ και σε ποσοστό 5,2%, καθώς η υπόλοιπη αύξηση θα κατευθυνθεί προς τα ταμεία του κράτους και από κει με διάφορους τρόπους ξανά στη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου.

Επιπλέον, σύμφωνα με την απόφαση, ο χρόνος προϋπηρεσίας των μισθωτών στον ίδιο εργοδότη, ο οποίος «πάγωσε» το 2012, θα συνεχίσει να μην υπολογίζεται και έτσι οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να γλιτώνουν την προσαύξηση των τριετιών. Και αυτό, όπως προβλέπει η μνημονιακή νομοθεσία που διατηρείται άθικτη, θα συνεχιστεί μέχρι η ανεργία να πέσει κάτω από το 10%!

Οσο για την κατάργηση του «υποκατώτατου» μισθού, η κυβέρνηση φρόντισε εκ των προτέρων και επιδοτεί τους εργοδότες με το 50% των ασφαλιστικών εισφορών για τους νέους εργαζόμενους, μεταφέροντας έτσι το βάρος από τις επιχειρήσεις στη φορολογία των εργαζομένων και του λαού.

Χαρακτηριστικές επισημάνσεις των «εμπειρογνωμόνων»

Χαρακτηριστικές του «κορσέ» που αποτελεί για τον κατώτατο μισθό ο νόμος 4172/2013, τον οποίο εφαρμόζει με πανηγύρια ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι οι εκτιμήσεις που κάνει η Επιτροπή των «εμπειρογνωμόνων» στο σχετικό πόρισμά της.

Οπως αναφέρει, μια τέτοια περιορισμένη «αναμόρφωση» του κατώτατου μισθού «δεν θα θέσει σε κίνδυνο την ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας», «μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των φορολογικών εσόδων (και των ασφαλιστικών εισφορών)», «μπορεί μέσω της (μικρής) τόνωσης της ζήτησης να επηρεάσει θετικά τις επενδύσεις», αλλά και «μπορεί να βοηθήσει στην αποπληρωμή των δανείων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και στην αύξηση της ικανότητας χορήγησης δανείων από τις τράπεζες».

Αντίστοιχα επιχειρήματα πρόβαλαν και χτες ο Αλ. Τσίπρας στο υπουργικό συμβούλιο και κυβερνητικά στελέχη σε δηλώσεις τους. Κατά συνέπεια, και με τη συγκεκριμένη παρέμβαση, ο ΣΥΡΙΖΑ προτάσσει την υπηρέτηση των στρατηγικών στόχων του κεφαλαίου, και όχι βέβαια τον «περιορισμό των ανισοτήτων» και την «ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων», όπως ισχυρίστηκε χτες ο πρωθυπουργός.

Αλλωστε, όπως σημείωνε και το πόρισμα, η μισθολογική επίπτωση στο σύνολο της οικονομίας, στο επίπεδο της αύξησης που τελικά αποφάσισε χτες το υπουργικό συμβούλιο, δεν ξεπερνά το 3%, ενώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους η συνολική μισθολογική επίπτωση δεν ξεπερνά το 1%! Τόσο πολύ επιβαρύνει η κυβέρνηση τους μεγαλοεργοδότες και «περιορίζει τις κοινωνικές ανισότητες»…

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ:
Απέναντι στην κοροϊδία, αγώνας για ανάκτηση των απωλειών και ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών

Σε ανακοίνωσή του για το υπουργικό συμβούλιο και την εξαγγελία για τον κατώτατο μισθό, το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ επισημαίνει τα εξής:

«Αφού ο πρωθυπουργός μάζεψε τους υπουργούς, για να στήσει μια ακόμη προεκλογική φιέστα στις πλάτες των εργαζομένων, θα έπρεπε – τιμής ένεκεν – να καλέσει και τον πρώην υπουργό Εργασίας της κυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, Γ. Βρούτση, απ’ τη στιγμή που τον δικό του μνημονιακό νόμο ενεργοποιεί σήμερα η κυβέρνηση, αφού μόλις πριν ένα μήνα απέρριψε ξανά την πρόταση νόμου του ΚΚΕ για επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ.

Να θυμίσουμε ότι η κυβέρνηση, που συμπλήρωσε 4 χρόνια θητείας αυτές τις μέρες, διατυμπάνιζε ότι ο πρώτος νόμος της θα ήταν η επαναφορά στα 751 ευρώ. Αφού για 4 χρόνια διατήρησε τους άθλιους μισθούς και τον υποκατώτατο, έρχεται με τη σημερινή της απόφαση να μονιμοποιήσει το αντεργατικό πλαίσιο και την ενεργοποίηση της άθλιας διάταξης, σύμφωνα με την οποία ο κατώτατος μισθός θα καθορίζεται με απόφαση του υπουργού Εργασίας, απαγορεύοντας έτσι τη συλλογική διαπραγμάτευση των εργαζομένων για το ύψος της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ο νόμος αυτός λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια ως επιταχυντής της μείωσης του μέσου μισθού και συνεχίζει.

Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση αγνοεί τις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος, που κατατέθηκαν και ως πρόταση νόμου από το ΚΚΕ, και φανερώνει το μέγεθος της εξαπάτησης όλων των προηγούμενων χρόνων.

Βέβαια κι αυτή η μικρή αύξηση ακόμη δεν θα γινόταν αν δεν υπήρχαν αυτές οι διεκδικήσεις, με την καθοριστική συμβολή του ΚΚΕ, οι οποίες πρέπει να συνεχιστούν και να δυναμώσουν.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η κυβέρνηση κρύβει το καθεστώς των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, που έχει οδηγήσει πάνω απ’ τις μισές νέες θέσεις εργασίες να είναι μερικής απασχόλησης και 1 στους 5 εργαζόμενους (από 1 στους 10 το 2013), ιδιαίτερα νέους, να εργάζονται με τέτοιες εργασιακές σχέσεις και να μην παίρνουν ούτε καν τον κατώτατο μισθό.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση εφαρμόζοντας την τακτική της «καλύβας του Χότζα» παίρνει πίσω πολλαπλάσια, με ένα σωρό άλλα αντιλαϊκά μέτρα, που διατηρεί και επεκτείνει, όπως η μείωση του αφορολόγητου από την επόμενη χρονιά.

Για τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα τους νέους, είναι κρίσιμο ζήτημα να γυρίσουν την πλάτη στην κοροϊδία, να δυναμώσει ο αγώνας για την κατάργηση όλου του αντεργατικού οπλοστασίου, που συνδιαμόρφωσαν διαδοχικά οι κυβερνήσεις ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και το οποίο παραμένει σε ισχύ, για την ανάκτηση των απωλειών και την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών».

  • Από τον «Ριζοσπάστη» της τρίτης 29 Γενάρη 2019