ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ – ΕΥΡΩΖΩΝΗ: Οργανώνουν τη νέα επίθεση στο λαό, τον καλούν να διαλέξει τι θα χάσει

«Η αίσθηση εγρήγορσης θα πρέπει να είναι ακόμη περισσότερο έντονη, με δεδομένο πως στο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν αποκλείεται επιδείνωση στο επόμενο διάστημα ή ακόμη και στοιχεία κρίσης».

Αυτό επεσήμανε, τη βδομάδα που πέρασε, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) αναφορικά με την κατάσταση που διαμορφώνεται στην ελληνική οικονομία αλλά και τους όρους και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας των εγχώριων επιχειρηματικών ομίλων και περνάνε μέσα από την ένταση της αντιλαϊκής επίθεσης.

Την ίδια ώρα, στο κάδρο των διεργασιών της τρέχουσας περιόδου προβάλλει το ζήτημα της τελικής διαμόρφωσης των μεγεθών του κρατικού προϋπολογισμού για το 2019, η «συζήτηση» επί του οποίου συνεχίζεται τόσο στο πλαίσιο του «ενισχυμένου εποπτικού πλαισίου» όσο και στην «κανονικότητα» των Ευρωπαϊκών Εξαμήνων, των «μνημονίων διαρκείας» της ΕΕ, όπου εντάσσεται από φέτος και η ελληνική οικονομία.

Τα ζητήματα αυτά βρέθηκαν και στην ατζέντα της συζήτησης της ομάδας Εργασίας των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, Πέμπτη και Παρασκευή, όπου κυριάρχησε το θέμα των εξελίξεων στην ιταλική οικονομία, που αποτυπώνει από μια ακόμα σκοπιά τους ανταγωνισμούς που οξύνονται στην Ευρωζώνη, την ώρα που η διεθνής οικονομία μπαίνει σε τροχιά νέας κρίσης.

Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη

Αποκαλυπτική των παζαριών που συνεχίζονται είναι και η παρέμβαση μέσα στη βδομάδα του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλ. Ρέγκλινγκ: «Είναι θετικό πως ήδη υπάρχει υπεραπόδοση (υπερπλεόνασμα), όχι όμως τόσο μεγάλη που να δικαιολογεί αυτόματα την κατάργηση του μέτρου της μείωσης των συντάξεων».

Σε αυτό το πλαίσιο, στο τραπέζι επανέρχεται η πρόταση περί «μερικής» εφαρμογής του νέου αντιλαϊκού μέτρου, σε συνδυασμό βέβαια με άλλα ισοδύναμα.

Μάλιστα, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, στα εξεταζόμενα αντιλαϊκά σενάρια βρίσκεται και αυτό της μερικής περικοπής των συντάξεων σε συνδυασμό με τη «μερική» εφαρμογή του προνομοθετημένου μέτρου για την κατακρεούργηση του αφορολόγητου ορίου, προκειμένου να συμπληρωθεί το «δημοσιονομικό κενό» του 2019. Σε κάθε περίπτωση, η ολοκληρωτική εφαρμογή του μέτρου για το αφορολόγητο ξεκινά από το 2020.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται η δυνατότητα «αναβολής» του προνομοθετημένου μέτρου, με τη συνοδευτική αντιλαϊκή ρήτρα ενεργοποίησης σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από πηγές, το μέτρο για τις συντάξεις δεν πρέπει να καταργηθεί, αλλά να ανασταλεί, προκειμένου να επιστρατευθεί «αν χρειαστεί», καθώς, όπως λένε, οι συνθήκες ενδέχεται να αλλάξουν στην πορεία προς το χειρότερο και έτσι να καταστεί επιβεβλημένη η κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς».

Την ίδια ώρα, η πλευρά των ευρωπαϊκών «θεσμών» – χωρίς την επιβολή του μέτρου για τις συντάξεις – εκτιμά τα πλεονάσματα του 2019 στο επίπεδο του 3,2% – 3,3% του ΑΕΠ, δηλαδή χαμηλότερα από το στόχο, γεγονός που μεταφράζεται σε πρόσθετες αντιλαϊκές παρεμβάσεις της τάξης των 500 εκατ. ευρώ, έτσι ώστε πέρα από την επίτευξη του στόχου για το πλεόνασμα, να δημιουργηθεί και ένα πρόσθετο «μαξιλάρι ασφαλείας»…

Ενώ, όπως προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, οι αντιλαϊκοί στόχοι για τα «πλεονάσματα» στη διάρκεια της επόμενης 4ετίας (μέχρι το 2002) διογκώνονται κατά 4,5 δισ. ή πάνω από 1 δισ. κατά μέσο όρο σε ετήσια βάση.

Την ίδια ώρα, πληροφορίες φέρουν την κυβέρνηση να έχει στα «σκαριά» το νομοσχέδιο με το πακέτο των λεγόμενων «αντίμετρων», που παρά την κυβερνητική προπαγάνδα που επιχειρεί να καλλιεργήσει κάλπικες προσδοκίες στο λαό, είναι χαρακτηριστικό της «επόμενης μέρας», αφού έρχεται να αναδιανείμει τη φτώχεια για να μοιράσει μερικά ψίχουλα, που ούτε κατά διάνοια δεν αποτελούν ανάκτηση των όσων έχασαν τα λαϊκά στρώματα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και όσων θα τους παίρνει «από την άλλη τσέπη» το σύνολο της αντιλαϊκής επίθεσης. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι αυτά τα ελάχιστα προϋποθέτουν και νέες αντιλαϊκές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της κατακρεούργησης κονδυλίων που αφορούν ακόμα και στοιχειώδεις κοινωνικές ανάγκες.

Την ίδια ώρα, το εν λόγω «πακέτο» περιλαμβάνει καραμπινάτα μέτρα στήριξης του κεφαλαίου. Μεταξύ των προωθούμενων διατάξεων δεσπόζουν η μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη κατά τέσσερις μονάδες, από το 29% στο 25% σε βάθος τετραετίας, αρχής γενομένης από το 2019, και η κρατική επιδότηση του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών για νέους μισθωτούς έως 25 ετών, σε ορίζοντα διετίας, 50% από 1/1/19 και 100% από 1/1/20, η οποία με τη σειρά της συνδυάζεται με τη διαμόρφωση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους εργαζόμενους.

Η αβέβαιη ανάκαμψη οξύνει τα αντιλαϊκά αντανακλαστικά

«Οι όποιες κινήσεις στην οικονομική πολιτική δεν πρέπει να δημιουργούν την αίσθηση ότι αυτή θα κινηθεί προς δημοσιονομικά ανεύθυνες ή προς αντιαναπτυξιακές κατευθύνσεις», επισημαίνει το ΙΟΒΕ στην «τριμηνιαία έκθεση», αναφορικά με τον πυρήνα της αντιλαϊκής πολιτικής που θα εφαρμοστεί στην επόμενη περίοδο, ανεξάρτητα από το ποιο μείγμα και εκδοχή θα τον περιβάλλει.

Σε αντίθετη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται, «η όποια αναβολή στη μείωση των συντάξεων θα είναι ιδιαίτερα βραχύβια και η περικοπή θα καταστεί αναπόφευκτη πολύ σύντομα, ενώ η αναβολή θα έχει ενδιάμεσα και ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία». Δηλαδή, με απλά λόγια, σε αυτήν τη φάση ακόμη και μια πρόσκαιρη αναβολή του προνομοθετημένου μέτρου για τις συντάξεις θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στη διαμόρφωση κατάλληλου κλίματος «επιχειρηματικής εμπιστοσύνης».

Επιπλέον, η ανάκαμψη της οικονομίας και η προσέλκυση ικανής μάζας κερδοφόρων επενδύσεων προϋποθέτουν την κλιμάκωση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων, ταυτόχρονα βέβαια και σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική πολιτική για «υπερπλεονάσματα», τη διεύρυνση της φοροληστείας απέναντι στο λαό, τη συμπίεση κρατικών κονδυλίων που αφορούν στην κάλυψη ακόμη και στοιχειωδών κοινωνικών αναγκών.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ΙΟΒΕ εστιάζει στους παρακάτω άξονες και «προβληματισμούς»:

Στο επίπεδο της ανταγωνιστικότητας, «υπάρχει ο κίνδυνος η αύξηση της αμοιβής της εργασίας να οδηγήσει σε οπισθοδρόμηση, στο βαθμό που δεν υπάρχει σημαντική βελτίωση της παραγωγικότητας και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος».

Κεντρική σημασία θα έχει «το πότε και με ποιους όρους θα επιτευχθεί η ουσιαστική πρόσβαση στις αγορές για τη χρηματοδότηση της οικονομίας που τώρα είναι αναιμική». Σήμερα, όπως επισημαίνουν, «η οικονομία κινείται σε μια ενδιάμεση περιοχή, όπου δεν υπάρχει πλέον η προστασία των προγραμμάτων, αλλά και δεν έχει ακόμη επιτευχθεί η πρόσβαση στις αγορές».

«Προβληματισμοί», μεταξύ άλλων, διατυπώνονται για την «υπερβολική επιβάρυνση της εργασίας μέσω ασφαλιστικών εισφορών» (διάβαζε τις ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται μέσω της εργοδοσίας, για «το χαμηλό επίπεδο των δημοσίων επενδύσεων», αλλά και τη μείωση της αξίας των ακινήτων «λόγω στρεβλωτικών χαρακτηριστικών του σχετικού φόρου»).

Στην πλευρά της χρηματοδότησης της οικονομίας, κομβικής σημασίας είναι η βελτίωση της λειτουργίας των τραπεζών με όσο το δυνατόν πιο γρήγορους ρυθμούς. Στο «διά ταύτα» επισημαίνεται ότι «οι κινήσεις χειρισμού των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι θετικές, όμως δεν καταγράφονται με τον γρήγορο ρυθμό που θα μπορούσαν εάν υπήρχε ευρύτερη ισχυρή ανάπτυξη».

Η ύπαρξη του λεγόμενου «μαξιλαριού ασφαλείας» δεν μπορεί να προκαλεί εφησυχασμό. Όπως λένε, «όσο παρατείνεται η περίοδος μη ομαλής χρηματοδότησης, αυξάνεται και η πιθανότητα πως τελικά η χρηματοδότηση θα γίνει με δυσχέρεια» τόσο για το ελληνικό κράτος όσο και συνολικά για την ελληνική οικονομία.

Α. Σ.

  • Από τον «Ριζοσπάστη» του Σαββατο-Κύριακου 27-18/10/2018