ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: «Σπιναλόγκα, Βωμός και Ασκληπιείο»

  • Του Γιώργου Μηλιώνη, Μέλους του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ.

«Σπιναλόγκα, Βωμός και Ασκληπιείο» είναι ο τίτλος του ποιητικού δοκιμίου της Μαριάνθης Αλειφεροπούλου – Χαλβατζή (εκδόσεις «Gutenberg»), αλλά η Σπιναλόγκα είναι μόνο η αφορμή, καθώς η συγγραφέας, γιατρός και η ίδια, προσεγγίζει τόσο σύγχρονα προβλήματα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων αλλά και τον κοινωνικό ρόλο της Ιατρικής.

Το ποιητικό δοκίμιο αποτελεί αδιάσπαστη ενότητα με τον πρόλογο, τα ιστορικά στοιχεία και το σπάνιο φωτογραφικό υλικό που το συνοδεύουν, με την συγγραφέα να τονίζει πως το ζήτημα ήταν πολύ ευρύτερο από τη φοβερή ασθένεια αυτή καθαυτή.

Και αυτό διότι, όπως αποδεικνύει, η ασθένεια έπληττε κυρίως εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα, με την κατάστασή τους να επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από την πλήρη απομόνωση σε άθλιες συνθήκες στην οποία τους οδηγούσε το αστικό κράτος.

Σε ό,τι αφορά δε τις συνθήκες περίθαλψής τους, η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη γι’ αυτούς μέσα σε ένα γενικότερο άθλιο πλαίσιο που αφορούσε τον τρόπο ζωής συνολικά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Ουδείς ή ελάχιστοι ήταν εκείνοι που πήγαιναν ως νοσηλευτικό προσωπικό στη Σπιναλόγκα και τελικά η «λύση» βρέθηκε με ποινικούς καταδίκους των φυλακών Ιτζεδίν, την άλλη κατηγορία «απόβλητων» της κοινωνίας, στους οποίους ετέθη το δίλημμα «ή στο κελί ή στη Σπιναλόγκα».

Όσο δε για το ιατρικό προσωπικό, μια επίσκεψη τον χρόνο στο νησί και αν, μόνο και μόνο για να «τηρηθεί το πρόγραμμα».

Όλα αυτά κατ’ αρχάς αναδεικνύονται στο διάλογο, υπό μορφή ποιήματος, μεταξύ μιας ώριμης γιατρού -της συγγραφέα- που επισκέπτεται τη Σπιναλόγκα ιχνηλατώντας την ιστορία του νησιού και αναζητώντας απαντήσεις για το ρόλο της Ιατρικής, της ίδιας της Σπιναλόγκας «ανθρωποποιημένης», της Ασκληπιάδας ως κοινωνικής συνείδησης της Ιατρικής και της Ιστορίας.

Στο ποιητικό δοκίμιο επίσης αναδεικνύεται και η πάλη των ασθενών της Σπιναλόγκας, η αδάμαστη θέλησή τους να ζήσουν, που τους οδήγησε στο να δημιουργήσουν μέσα στην εγκατάλειψη μια δική τους κοινωνική οργάνωση με νόμους, συνήθειες, ενότητα απέναντι στην απομόνωση και στην καταδίκη σε αργό θάνατο.

ΕΈαν αργό θάνατο που τους ακολούθησε και τα επόμενα χρόνια, όταν η Σπιναλόγκα έκλεισε το 1957, και είχε τη μορφή του στιγματισμένου, του «λεπρού», της επαιτείας και της εγκατάλειψης στο «Λοιμωδών».

Όμως στο ποιητικό δοκίμιο, η συγγραφέας θέτει και το μέγα θέμα της κοινωνικής συνείδησης της Ιατρικής και υπογραμμίζει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο η «θεραπεία της αρρώστιας», ως «επιστημονικής – τεχνικής» διαδικασίας, αλλά κυρίως ο άρρωστος, ο ίδιος ο άνθρωπος, όχι βεβαίως μόνο ως «σώμα» αλλά ως το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων που καθορίζουν συνολικά τη ζωή του.

Η Μ. Αλειφεροπούλου – Χαλβατζή αποδεικνύει ότι οι αιτίες μιας ασθένειας δεν είναι μια «αστοχία της φύσης» αλλά είναι βαθιά ριζωμένες στις κοινωνικές σχέσεις και άρρηκτα δεμένες με τον τρόπο ζωής που υφίστανται στην εκμεταλλευτική κοινωνία εκατομμύρια εργαζομένων και φτωχών ανθρώπων.

Τι στάση θα κρατήσει ο επιστήμονας που έχει δώσει τον όρκο του Ιπποκράτη απέναντι σε αυτές τις κοινωνικές σχέσεις; Θα τις αναδείξει ως αιτίες για την ελλιπή πρόληψη, την εμπορευματοποιημένη αγωγή, τον κοινωνικό στιγματισμό των ασθενών; Θα φροντίσει πριν απ’ όλα για τον άνθρωπο; `Η, από την άλλη, θα επιλέξει να μη μιλήσει για αυτά και να παραδώσει και την Σπιναλόγκα στη λήθη, προκειμένου να λησμονηθούν αυτές ακριβώς οι αιτίες;

Τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτει η συγγραφέας στο τέλος του ποιητικού της δοκιμίου «Σπιναλόγκα Βωμός και Ασκληπιείο» είναι πολύτιμα, ξαφνιάζουν τον αναγνώστη, για το πόσα δεν γνωρίζει, επειδή αυτή η ιστορία «έπρεπε» να μείνει κρυφή.