ΚΟ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ : Πολύτιμα συμπεράσματα για το σήμερα και το αύριο από την ημερίδα με θέμα «1940-1949: Δεκαετία όξυνσης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα»

«1940 – 1949: Δεκαετία όξυνσης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα»: Με το θέμα αυτό πραγματοποιήθηκε σήμερα στην αίθουσα συνεδρίων του ΚΚΕ στον Περισσό, η ενδιαφέρουσα ημερίδα της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ. Μια πρωτοβουλία που παρακολούθησαν μέλη και φίλοι του Κόμματος, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, νέοι, φοιτητές και σπουδαστές και εντάσσεται στις δραστηριότητες της Οργάνωσης, με αφορμή την επέτειο για τα 75 χρόνια από την Απελευθέρωση της Αθήνας και την ταξική σύγκρουση του Δεκέμβρη του ’44.

Στην ημερίδα παραβρέθηκε ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας.

Υπενθυμίζεται ότι στο ίδιο πλαίσιο πρωτοβουλιών, είναι σε εξέλιξη η Έκθεση αρχειακού υλικού του Κόμματος, στην έδρα της ΚΟ Αττικής (Αχαρνών 241), με τίτλο: «Ένας αιώνας δράσης μέσα από τις εκδόσεις του ΚΚΕ» (περισσότερα εδώ και εδώ).

Στο φουαγιέ της κεντρικής Αίθουσας Συνεδρίων διακινούνταν το Λεύκωμα που έχει επιμεληθεί η ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ, με τίτλο: «1944. Η Απελευθέρωση της Αθήνας και η ταξική σύγκρουση του Δεκέμβρη. Ντοκουμέντα και διδάγματα», μια έκδοση που φέρνει για πρώτη φορά στο φως ντοκουμέντα της περιόδου στην οποία αναφέρεται.

Η εκδήλωση παρουσίασης του Λευκώματος θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 15 Δεκέμβρη, στις 7.00 μ.μ. στο γήπεδο «Σπόρτιγκ» και θα ολοκληρωθεί με μεγάλη συναυλία αφιερωμένη στο αντάρτικο τραγούδι. Συμμετέχουν: Ρίτα Αντωνοπούλου, Στάθης Δρογώσης, Κώστας Θωμαΐδης, Νατάσα Μουσάδη, Μαριάννα Πολυχρονίδη, Κώστας Τριανταφυλλίδης, Διονύσης Τσακνής, Μανώλης Φάμελλος. Ενορχήστρωση: Θύμιος Παπαδόπουλος.

Στο  φουαγιέ υπήρχε και έκθεση σε ταμπλό, με φωτογραφίες, χάρτες, φύλλα του «Ριζοσπάστη» και άλλα ντοκουμέντα. Στιγμιότυπα από την κατοχή, την οργάνωση της αλληλεγγύης και του ένοπλου αγώνα, την απελευθέρωση, την ένοπλη ταξική σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944, που «ζωντάνεψαν» στα μάτια όσων συμμετείχαν στην ημερίδα, την κρίσιμη δεκαετία του ’40, που ήταν δεκαετία όξυνσης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα.

Τους συμμετέχοντες στην ημερίδα καλωσόρισε η Βαγγελιώ Σεφέρη, μέλος της ΕΠ της ΚΟ Αττικής, σημειώνοντας ότι στόχος είναι όχι μόνο η ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας, αλλά και να αποτελέσει υλικό για εξαγωγή συμπερασμάτων για τους αγώνες και την ταξική πάλη σήμερα.

Η ομιλία της Ελένης Μπέλλου

Την κεντρική ομιλία στην ημερίδα της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ έκανε η Ελένη Μπέλλου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ και είχε θέμα: «Η στρατηγική του ΚΚΕ την περίοδο 1940 – 1949»(διαβάστε εδώ και δείτε video)

Ξεκινώντας, αναφέρθηκε στην υποκρισία που διέπει τις αναλύσεις του αστικού κράτους και των θεσμών του, που βάζουν π.χ. στο επίκεντρο τη λεγόμενη «εθνική ομοψυχία». Και συνεχίζοντας, σημείωσε ότι η δεκαετία του 1940 είναι «αντιπροσωπευτικά πλούσια σε γεγονότα προς απόδειξη της πλήρους διάστασης ανάμεσα στα εργατικά – λαϊκά από τη μια μεριά και τα καπιταλιστικά συμφέροντα από την άλλη».

Αφού στάθηκε στον ηρωισμό που επέδειξε το Κόμμα και τη δεκαετία του 1940, υπογράμμισε ότι ταυτόχρονα «υπερηφανευόμαστε και γιατί το Κόμμα μας δεν φοβήθηκε να βάλει βαθιά το νυστέρι στην Ιστορία του, να αναζητήσει και τις δικές του αδυναμίες, τα δικά του λάθη, εκείνα που αν δεν γινόντουσαν, αυτός ο αγώνας στον οποίο ηγήθηκε το ΚΚΕ ενδεχομένως να έφτανε στη νίκη, στην κατάργηση των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων, στο ξεκίνημα της νέας, της σοσιαλιστικής κοινωνίας».

Μεταξύ άλλων, η ομιλήτρια στάθηκε στην πολιτική συμμαχιών που ακολούθησαν οι κομμουνιστικές δυνάμεις πολλών χωρών, κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που «επιχείρησαν ευρύτερες κοινωνικές – πολιτικές συμμαχίες, αντιφασιστικά – απελευθερωτικά μέτωπα πάλης, πιστεύοντας ότι η συχνά συμβιβαστική μέχρι και προδοτική στάση των αστικών κυβερνητικών ηγεσιών θα έδινε τη δυνατότητα, μέσω ενισχυμένων δημοκρατικών κοινοβουλευτικών μεταρρυθμίσεων, να ανοίξει ο δρόμος πιο εκτεταμένων κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών, που αρχικά θα χτύπαγαν την ασυδοσία των μονοπωλίων, χωρίς να καταργούν την καπιταλιστική ιδιοκτησία, θα επέκτειναν έναν κρατικό παραγωγικό τομέα πάνω στον οποίο θα στηριζόταν η φιλεργατική και φιλολαϊκή πολιτική». Όπως εξήγησε, σε αυτή τη γραμμή, τα συνθήματα της «εθνικής ενότητας», «χρησιμοποιήθηκαν και από ΚΚ, προσπαθώντας βέβαια να τους προσδώσουν ορισμένο ταξικό περιεχόμενο, όμως διαχωρίζοντας ως αντιπάλους όχι το σύνολο, αλλά μέρος των αστικών πολιτικών δυνάμεων, αυτές που πιο φανερά συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις κατοχής ή τις φιλοβασιλικές ή τις πιο αντικομμουνιστικές».

Από την άλλη, ανέδειξε ότι «οι πολιτικοί – στρατιωτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης δεν παρασύρθηκαν στη λογική της «εθνικής ενότητας» και «εθνικής ομοψυχίας», ούτε στις πιο δύσκολες στιγμές του ελληνικού έθνους. Παρέμειναν ταξικά προσηλωμένοι, ακόμα και όταν το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ απελευθέρωνε από τους ξένους κατακτητές, χωρίς να θέτει στόχο ανατροπής της αστικής εξουσίας, κατάργησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας», τόνισε μεταξύ άλλων.

Η Ελ. Μπέλλου εξήγησε ότι λόγω των στρατηγικών αδυναμιών που είχε το Κόμμα, δεν μπόρεσε να αξιολογήσει την ταξική πάλη που διεξαγόταν και με τη μορφή επιθέσεων από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ, από τα Τάγματα Ασφαλείας, από τις βρετανικές δυνάμεις και με τη μορφή ρυμούλκησης της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στο Λίβανο και στην υπογραφή των Συμφωνιών Λιβάνου και Καζέρτας, τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου.

Σε αντιπαράθεση με την αστική και οπορτουνιστική ιστοριογραφία, ανέδειξε το πώς εξετάζει το Κόμμα τις αντιφάσεις που είχε η στρατηγική του εκείνη την περίοδο, που εντοπίζονται και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, αλλά και το 1946, στην Ολομέλεια του Φλεβάρη, αντιφάσεις που σημάδεψαν και τον ΔΣΕ. Σχετικά με τα παραπάνω, αναφέρθηκε και σε συγκεκριμένα κομμάτια στους Τόμους του Δοκιμίου Ιστορίας του Κόμματος, π.χ. σε συνάρτηση με τη θέση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος απέναντι στον ένοπλο λαϊκό αγώνα.

Αναφερόμενη σε συμπεράσματα από τη δεκαετία του 1940, τόνισε σαν πρώτο και ισχυρότερο διαχρονικό συμπέρασμα το «ότι ο βαθύς διαχωρισμός ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους υφιστάμενους την εκμετάλλευση, δεν ξεθωριάζει, δεν υποσκελίζεται από οποιαδήποτε άλλη αντίθεση και αλίμονο όταν το επαναστατικό εργατικό κίνημα χαράσσει την πολιτική του, μακροπρόθεσμα ή μέσο/βραχυπρόθεσμα, παρακάμπτοντας αυτή τη νομοτέλεια».

Και δείχνοντας την αξία τέτοιων συμπερασμάτων, επισήμανε ότι αυτά «αφορούν και τη διαμόρφωση των Θέσεων και της στάσης του Κόμματος σε σειρά σημαντικών ζητημάτων σε μη επαναστατικές συνθήκες: Είτε είναι το πρόβλημα των τουρκικών απειλών και διεκδικήσεων, είτε η μαζική είσοδος προσφύγων πολέμου ή οικονομικών μεταναστών, είτε η μαζική ανεργία λόγω εκτεταμένης οικονομικής κρίσης, είτε καταστροφών στον περιβάλλοντα χώρο ως συνέπειες της βιομηχανικής, οικοδομικής και οποιασδήποτε άλλης ανθρώπινης παρέμβασης στη φύση, αφού αυτή γίνεται με στόχο το κέρδος, στο έδαφος του σχεδιασμού που υπηρετεί τον ανταγωνισμό και όχι την κοινωνική ευημερία».

Ολοκληρώνοντας, στάθηκε στο ρόλο της επαναστατικής θεωρίας στη διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής, από όπου «προκύπτει το διαχρονικό καθήκον των κομμουνιστών για αυτομόρφωση, για ουσιαστική αντίληψη της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας».

«Ο σοσιαλισμός – κομμουνισμός δεν είναι μια ευχή, δεν είναι μια δίκαιη, αλλά ιδεατή προσέγγιση μιας άλλης κοινωνίας. Είναι η επιστημονικά τεκμηριωμένη δυνατότητα να περάσει η ανθρωπότητα στην ανώτερη οικονομική – κοινωνική – πολιτική – πολιτιστική οργάνωσή της, με βάση το επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης, της τεχνολογίας, των μέσων παραγωγής που η ίδια έχει δημιουργήσει, που μπορούν να βρουν διέξοδο πλήρους αξιοποίησής τους με κοινωνική ιδιοκτησία και επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό, επομένως με επαναστατική σοσιαλιστική εξουσία.

Αλλά και για να φτάσει σ’ αυτό το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και να οικοδομήσει τη νέα, την κομμουνιστική κοινωνία, το επαναστατικό υποκείμενο χρειάζεται να υπηρετεί το ταξικό του συμφέρον με επιστημονικότητα, επομένως και με ανάλογη προσέγγιση της Ιστορίας», τόνισε.

Η ομιλία του Θοδωρή Χιώνη

Τη δεύτερη ομιλία στην ημερίδα έκανε ο Θοδωρής Χιώνης, μέλος του ΠΓ της ΚΕ, με θέμα: «Η οργανωτική ανασυγκρότηση και η πορεία του ΚΚΕ την περίοδο 1940 – 1949», στην οποία, ξεκινώντας, αναφέρθηκε στην κατάσταση που βρήκε το Κόμμα η έναρξη της κατοχής. (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Όπως είπε, για τα μέλη του Κόμματος, «2.000 ήταν όλοι κι όλοι, με μόλις 350 έξω από τις φυλακές και τις εξορίες, οι πιο πολλοί σκόρπιοι και ασύνδετοι, ενώ η κρατική ασφάλεια είχε δημιουργήσει τη χαφιέδικη «Προσωρινή Διοίκηση», σε συνεργασία με πρώην στελέχη του ΚΚΕ που συνθηκολόγησαν με τον ταξικό αντίπαλο». Υπογράμμισε ωστόσο ότι τίποτα δεν στάθηκε ικανό να σταματήσει τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, που άλλωστε ήταν δοκιμασμένοι και σφυρηλατημένοι στους σκληρούς αγώνες του μεσοπολέμου και της μεταξικής δικτατορίας.

Συνεχίζοντας, ανέδειξε και με αριθμητικά στοιχεία την εκρηκτική οργανωτική ανάπτυξη του Κόμματος: Στις αρχές του 1942 ήταν 2.000, τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου 12.000, 70.000 το Νοέμβρη του 1943, για να φτάσουν τις 250.000 την περίοδο της Απελευθέρωσης και τις 435.000 κατά τη διάρκεια της ένοπλης ταξικής σύγκρουσης του Δεκέμβρη του ’44. Σημείωσε ότι αυτή την τεράστια ανάπτυξη, το ΚΚΕ την κατέκτησε με το σπαθί του, «γιατί ήταν στην πρώτη γραμμή στη μάχη για την επιβίωση, τις απεργίες, το μαζικό πολιτικό και ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα, συγκεντρώνοντας στις γραμμές του αγωνιστές που «καλίγωναν το ψύλλο» και ήταν έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους ανά πάσα στιγμή…».

Ξεχωριστή αναφορά έκανε στην οργανωτική ανάπτυξη της ΚΟΑ, που από 2.700 μέλη την άνοιξη του 1943, έφτασε τα 10.500 μέλη το Νοέμβρη, ενώ στην Απελευθέρωση έφτασαν τις 35.000.

Ο Θ. Χιώνης μετέφερε μάλιστα τα λόγια του ίδιου του τότε Γραμματέα της Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ, του Β. Μπαρτζιώτα, που αποτύπωναν την ανησυχία του Κόμματος για την ανάπτυξη της δουλειάς στην εργατική τάξη: «Για μια ορισμένη περίοδο και μέχρι να αλλάξουμε την κατάσταση, ό,τι καλύτερο είχε σε στελεχικό δυναμικό η ΚΟΑ, το ρίξαμε στη δουλειά στην εργατική τάξη. Καταπιαστήκαμε με όλα και τα πιο μικρά ζητήματα των εργατών στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, αρχίζοντας από τις πιο απλές μορφές πάλης (επιτροπές π.χ. διαμαρτυρίας στους υπευθύνους, μέχρι την κατάληξη αυτής της πάλης σε μικρές στάσεις εργασίας και γενικότερους απεργιακούς αγώνες. Οι καινούριες μέθοδοι δουλειάς που χρησιμοποιήσαμε ήταν ανάμεσα στα άλλα (σύντομο και συγκεκριμένο διαφωτιστικό υλικό, συνεδριάσεις στα σπίτια κοντά στα εργοστάσια με συμπαθούντες στο Κόμμα, προσπάθειες στελεχών της ΚΟΑ να πιάσουν δουλειά σε βασικούς κλάδους και ιδιαίτερα στα πολεμικά εργοστάσια, κλπ.) και η ολόπλευρη προσπάθειά μας να προφυλάξουμε τους εργαζόμενους που δουλεύουν απ’ τον κίνδυνο να διωχτούν από τη δουλειά ή να τους καταδώσουν στους κατακτητές(…), την πάλη μας για τις άμεσες και ζωτικές διεκδικήσεις των εργαζομένων τις συνδυάζαμε και τις συντονίζαμε με το ξεκαθάρισμα των εργατικών σωματείων από τους διορισμένους στις διοικήσεις πράκτορες των καταχτητών (..)».

Όπως είπε παρακάτω ο Θ. Χιώνης, αναφερόμενος στη συγκέντρωση εργατών στις Κομματικές Οργανώσεις, «η ιστορική πείρα έχει αποδείξει ότι η εργατική σύνθεση ενός ΚΚ, είναι ακόμα πιο επιβεβλημένη όταν υπάρχουν υπεράριθμα αγροτικά και μικροαστικά στρώματα».

Ο Θ. Χιώνης ανέδειξε επίσης πλευρές της λειτουργίας του Κόμματος κατά τη διάρκεια της κατοχής, αλλά και το πώς επέδρασε συνολικά στην οργανωτική του συγκρότηση η εξέλιξη της ταξικής πάλης, οι δυσκολίες μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η έντονη απογοήτευση, κλπ. Σημείωσε π.χ. ότι η νέα κατάσταση δεν επηρέασε «μόνο ΕΑΜικές μάζες, αλλά και μέλη του Κόμματος, που διέρρευσαν ή διαγράφηκαν, περίπου 20.000 με 25.000. Παρ’ όλα αυτά, η οργανωμένη δύναμη και επιρροή του Κόμματος παρέμενε πολύ μεγάλη και ενώ βρισκόταν σε συνεχή αναμέτρηση με τη «λευκή τρομοκρατία»».

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη σημαντική βελτίωση στη λειτουργία του Κόμματος με την επιστροφή από το Νταχάου, του Ν. Ζαχαριάδη και την αποφασιστική του συμβολή, όπως με την εφαρμογή του νέου καταστατικού που ενέκρινε το 7ο Συνέδριο, αντιμετωπίζοντας την αμορφία που υπήρχε την περίοδο της κατοχής και τη χαλάρωση μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Καταθέτοντας ορισμένα συμπεράσματα, ο Θ. Χιώνης ξεχώρισε την αναγκαιότητα «της αυτοτελούς ιδεολογικής – πολιτικής δράσης και οργανωτικής αυτοτέλειας του Κόμματος σε όλες τις συνθήκες. Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ή αναστολής της, ειρηνικής περιόδου ή πολέμου, ανόδου ή υποχώρησης της ταξικής πάλης, νόμιμης – ημινόμιμης ή παράνομης δράσης. Ζήτημα που αφορά επίσης τη σχέση του Κόμματος με το λαϊκό κίνημα, σε όλες τις φάσεις που θα περάσει και τις μορφές έκφρασης που θα παίρνει η συμμαχία της εργατικής τάξης με τους αυτοαπασχολούμενους της πόλης και της αγροτιάς. Άλλωστε, η δύναμη του ΚΚΕ βρίσκεται στην ικανότητα, την εποχή περάσματος από το καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και παρά τα ζικ-ζακ, να δρα ως Κόμμα επαναστατικό. Με οργανωτική συγκρότηση που στηρίζεται στην εργατική τάξη, με ύπαρξη ΚΟΒ και ενδιάμεσων οργάνων σε κάθε περίπτωση, εξασφαλίζοντας τη λειτουργία και την περιφρούρησή τους, ευθύνη που βρίσκεται πρώτα απ’ όλα στην ΚΕ και το ΠΓ».

Η ομιλία του Χάρη Ραζάκου

Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε με ομιλία από τον Χάρη Ραζάκο, συνεργάτη του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ και υποψήφιο διδάκτορα Ιστορίας, που είχε θέμα: «Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και οι διεθνείς σύμμαχοί τους την περίοδο 1940 – 1949» (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Ο ομιλητής ανέλυσε τις διαφοροποιήσεις στη στάση της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού κατά τη διάρκεια της κατοχής, σημειώνοντας ότι παρά αυτές τις διαφοροποιήσεις, οι οποίες βρίσκονταν σε αλληλεξάρτηση με την εκάστοτε αναμόρφωση των διεθνών συμμαχιών τους, ο στόχος τους είναι κοινός και ξεκάθαρος: «Όλες οι ελληνικές αστικές πολιτικές δυνάμεις συντάσσονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο κοινό μέτωπο ενάντια στον αγωνιζόμενο λαό και τον πολιτικό και οργανωτικό καθοδηγητή του σε αυτό τον αγώνα, το ΚΚΕ». Όπως είπε, συνολικά η στάση του αστικού πολιτικού κόσμου είχε κοινό παρονομαστή και ήταν αντικομμουνιστική, ενώ όσο πλησίαζε η αναμενόμενη Απελευθέρωση και εντεινόταν η πάλη για τη μεταπολεμική εξουσία, εξαλείφθηκαν οι όποιες διαφοροποιήσεις ανάμεσά τους.

Συνέχισε, αναλύοντας τη στάση του αστικού πολιτικού προσωπικού μετά τη Βάρκιζα, με τις αστικές στοχεύσεις να επικεντρώνουν στην ολοκληρωτική επικράτηση σε βάρος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, κάτι που δεν αποδείχτηκε εύκολη υπόθεση όπως είπε.

Ξεχωριστή αναφορά έκανε στην «ιδιότυπη ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα» της «Εθνικοφροσύνης» που αξιοποιήθηκε για να συσπειρωθεί ο αστικός πολιτικός κόσμος, αποτελώντας τη βάση των διώξεων, ιδίως στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, αλλά και στη μετεμφυλιακή περίοδο. Αναλύοντας τα παραπάνω, στάθηκε και στη στάση του λεγόμενου «Κέντρου», που επιστράτευσε τη «θεωρία των δύο άκρων».

Συνέχισε την ομιλία του με αναφορά στις νόθες εκλογές του 1946 και στον ταξικό Εμφύλιο πόλεμο, στο περίφημο Γ’ Ψήφισμα του 1946 για την αντιμετώπιση του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος από το αστικό κράτος. Όπως είπε, μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές, «η Βουλή της περιόδου 1946-49 αποτελεί το πιο τρανταχτό παράδειγμα της συσπείρωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, κάθε φορά που μπορεί αυτό να κλονίζεται και να αμφισβητείται η κυριαρχία του».

Η ομιλία του Νίκου Μαυροκέφαλου

Ο Β’ κύκλος της Ημερίδας άνοιξε με ομιλία από τον Νίκο Μαυροκέφαλο, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και με θέμα: «Η ουτοπία της «Εθνικής Ενότητας» και η δράση του εργατικού κινήματος» (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Οι μεγάλοι σταθμοί του εργατικού κινήματος τη δεκαετία του 1940, περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων στην ομιλία του, όπου, όπως είπε, «ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση, η προσφορά, η οργάνωση και ο αγώνας ήταν τα στοιχεία που χαρακτήρισαν τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ και τη σχέση τους με το εργατικό, συνδικαλιστικό κίνημα».

Μίλησε για την ίδρυση του Εργατικού ΕΑΜ (το οποίο αποτέλεσε τον προάγγελο του ΕΑΜ), που πήρε χαρακτηριστικά πλατιάς εργατικής και λαϊκής οργάνωσης, με μια δράση που ξέφυγε από τα στενά όρια της συνδικαλιστικής πάλης και έγινε πόλος συσπείρωσης δεκάδων μαζικών φορέων της πόλης, γυναικείων, φοιτητικών και άλλων νεολαιίστικων μαζικών οργανώσεων.

Συνέχισε με αναφορές σε μεγάλους απεργιακούς αγώνες και διαδηλώσεις, όπως η περίφημη απεργία των Τριατατικών (ΤΤΤ) μέσα στην κατοχή, η ιστορική απεργία ενάντια στην επιστράτευση χιλιάδων Ελλήνων εργατών από τους ναζί, επίσης στην θρυλική Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ), κ.λπ.

Ακολούθως, έκανε αναφορά στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου μετά την Απελευθέρωση, στην οποία συμμετείχαν και ΕΑΜίτες υπουργοί, σημειώνοντας ότι «το ΚΚΕ, παρότι στήριζε τις εργατικές διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις, βρέθηκε σε δύσκολη θέση, λόγω της πολιτικής της δημοκρατικής εξομάλυνσης που υποστήριζε».

Στάθηκε ιδιαίτερα στο όργιο καταστολής μετά τη Βάρκιζα και στην εργοδοτική τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς. Αλλά και στην ίδρυση και σημαντική δράση του ΕΡΓΑΣ (ΕΡΓατικός Αντιφασιστικός Συνασπισμός), στις εξελίξεις στη ΓΣΕΕ εκείνη την περίοδο με την απευθείας παρέμβαση του αστικού κράτους, το πογκρόμ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου σε συνδικάτα και συνδικαλιστές, με διώξεις, δολοφονίες, καταδίκες στελεχών του εργατικού κινήματος.

Καταλήγοντας,  σημείωσε: «Η δράση του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1940, παρά τα λάθη και τις αδυναμίες, μας γεμίζει περηφάνια. Γίνεται οδηγός για το παρόν και το μέλλον. Διαπαιδαγωγεί τις νέες γενιές κομμουνιστών, τις γενιές των εργατικών στελεχών που θα ηγηθούν στους νέους αγώνες του εργατικού κινήματος, για τη μεγάλη Κοινωνική Συμμαχία που θα αναμετρηθεί με την καπιταλιστική εξουσία, για την κοινωνική απελευθέρωση, το Σοσιαλισμό».

Η ομιλία του Αναστάση Γκίκα

Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο Αναστάσης Γκίκας,  μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ και διδάκτορας Ιστορίας, με την ομιλία του να έχει θέμα: «Η σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα και στις άλλες περιοχές της Ελλάδας» (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Όπως σημείωσε, «ο Δεκέμβρης του 1944 ήταν μια κρίσιμη ταξική σύγκρουση, που αντικειμενικά ήταν αναπόφευκτη, στο βαθμό που το ζήτημα της εξουσίας, το ποιος – ποιον, παρέμενε ανοιχτό, με την πολιτική κυριαρχία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στο σύνολο σχεδόν της χώρας και την ύπαρξη ενός μαζικού -ένοπλου- λαϊκού κινήματος να βαραίνει καταλυτικά στους σχεδιασμούς της εγχώριας ελληνικής αστικής τάξης (και των διεθνών συμμάχων της), παρά τις όποιες διαγραφείσες ταλαντεύσεις, υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, από τη μεριά του πρώτου».

Ο ομιλητής έκανε εκτενή αναφορά στα γεγονότα που προηγήθηκαν, στο τελεσίγραφο του Σκόμπι που απαιτούσε τη διάλυση του ΕΛΑΣ, στην απόρριψη αυτής της διαταγής από το ΕΑΜ και τα όσα ακολούθησαν την Κυριακή 3 Δεκέμβρη στο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, όπου οι δυνάμεις του Έβερτ άνοιξαν πυρ στο άοπλο πλήθος, σκορπώντας το θάνατο. Την επόμενη μέρα, ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά, σε μια συγκλονιστική ατμόσφαιρα πένθους, αλλά και μαχητικότητας, συνόδευσε τους ηρωικούς νεκρούς του στο Α’ νεκροταφείο όπου έγινε η κηδεία τους. Το πανό που κρατούσαν μαυροφορεμένες κοπέλες στην κεφαλή της πορείας έγραφε: «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. ΕΑΜ». Στην επιστροφή από το νεκροταφείο πραγματοποιήθηκε νέα δολοφονική επίθεση κατά του πλήθους.

Στη συνέχεια, μίλησε για τη γενίκευση των συγκρούσεων και παρουσίασε στοιχεία από τον πραγματικά άνισο, από την άποψη της δύναμης πυρός, αγώνα που διεξήγε το ΕΑΜ στις 33 μέρες των μαχών της Αθήνας και του Πειραιά. Όπως εξήγησε, «στη σύγκρουση του Δεκέμβρη, στην πρωτεύουσα ο ταξικός αντίπαλος μπορεί μεν να είχε την υπεροπλία, που επετεύχθη κυρίως με τη σταδιακή συγκέντρωση σημαντικών βρετανικών δυνάμεων. Ωστόσο, δεν ήταν αυτή που κατ’ αρχήν έκρινε την έκβασή της. Με μια μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα, με μια μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη σύγκρουση, οι όροι της θα ήταν αναμφίβολα ευνοϊκότεροι για το λαϊκό κίνημα. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν ήταν δυνατό δίχως τον ανάλογο στρατηγικό προσανατολισμό, δηλαδή την επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας».

Ο Αν. Γκίκας ολοκλήρωσε την ομιλία του υπενθυμίζοντας το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στο Δοκίμιο Ιστορίας του Κόμματος: «Η σύγκρουση του Δεκέμβρη ήταν αναπόφευκτη. Η στάση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να μην υποχωρήσουν στην αξίωση της ντόπιας αστικής τάξης και των διεθνών συμμάχων της για τον αφοπλισμό του λαϊκού κινήματος, ήταν επιβεβλημένη. Η υποχώρηση θα σήμαινε απόλυτη πολιτική και ηθική απαξίωση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, θα τσάκιζε το εργατικό – λαϊκό κίνημα. Ωστόσο, η μάχη είχε περισσότερο αμυντικό χαρακτήρα απέναντι στην αστική επιθετικότητα και την πίεση για συμβιβασμό».

Η ομιλία του Θοδωρή Σκολαρίκου

Κλείνοντας το Β’ Κύκλο, ο Θοδωρής Σκολαρίκος, μέλος του Γραφείου της ΕΠ της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ, πραγματοποίησε ομιλία με θέμα: «Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας και του Πειραιά» (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στα πρώτα βήματα του ΕΛΑΣ της Αθήνας και του Πειραιά, στη στελέχωσή του, στην αξιοθαύμαστη προσπάθεια και αυτοθυσία των μαχητών του και του λαού της πόλης για να βρεθούν όπλα. Τις ημέρες της Απελευθέρωσης, η συνολική δύναμη του ΕΛΑΣ Αθήνα – Πειραιά ήταν 23.150 άνδρες, από τους οποίους 6.000 ελαφρά οπλισμένοι και άλλοι 3.000 με πιστόλια και περίστροφα.

«Η συγκρότηση του ΕΛΑΣ στην Αθήνα και τον Πειραιά είχε να αντιμετωπίσει υπέρμετρες δυσκολίες, σε σχέση με τον αντίστοιχο της υπαίθρου. Ήταν ένας στρατός που δημιουργήθηκε, αναπτύχθηκε και έδρασε μέσα σε αστικό περιβάλλον και δη στην πρωτεύουσα της χώρας, δηλαδή στην έδρα των δυνάμεων καταστολής των αρχών κατοχής και του αστικού κράτους», τόνισε ο Θ. Σκολαρίκος. Όπως σημείωσε, ο ΕΛΑΣ έδωσε ηρωικές μάχες με τους κατακτητές, με πιο εμβληματική αυτή της Κοκκινιάς και χάλασε τα σχέδια των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων να καταστρέψουν υποδομές κατά την αποχώρησή τους. Από τις πλέον σφοδρές μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, ήταν αυτή κατά του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη.

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στις μέρες του Δεκέμβρη, όπου ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά έδωσε τη μάχη των οδοφραγμάτων. Χαρακτηριστικό είναι ότι στον Πειραιά στήθηκαν σχεδόν 2.000 οδοφράγματα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ηρωική δράση που ανέπτυξε ο Λόχος Σπουδαστών, ο οποίος μετονομάστηκε σε Λόχο «Λόρδος Μπάυρον» κατά τη διάρκεια της ένοπλης ταξικής αναμέτρησης με τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις το Δεκέμβρη του ’44.

Ο Θ. Σκολαρίκος υπογράμμισε επίσης πως νευραλγικής σημασίας οργάνωση στο πλευρό των μαχητών του ΕΛΑΣ, ήταν η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα, γνωστή ως ΟΠΛΑ, η οποία «στην πορεία απέκτησε κρίσιμες πηγές πληροφοριών σε όλες τις κυβερνητικές υπηρεσίες και σε πολλά ιδρύματα», «συγκρότησε ομάδες τιμωρίας προδοτών του λαϊκού κινήματος, τιμώρησε κουκουλοφόρους και υπαίτιους σφαγών σε περιοχές της Αθήνας και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας».

«Ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά που αγωνίζονταν για να απελευθερωθεί από τη ναζιστική κατοχή, αγκάλιασε τον ΕΛΑΣ, γιατί τον ένιωθε ως δικό του δημιούργημα, ως την αιχμή του δόρατος για την αντίστασή του στις θηριωδίες των κατοχικών αρχών και την απελευθέρωσή του», είπε σε άλλο σημείο της ομιλίας του.

Η ομιλία της Φιλιώς Τόλια

«Η συμβολή των γυναικών στους αγώνες της περιόδου»: Με το θέμα αυτό άνοιξε ο τρίτος κύκλος της ημερίδας από τη Φιλιώ Τόλια, συνεργάτη του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ και υποψήφια διδάκτορα Ιστορίας, να αναφέρεται στην ιδιαίτερη δουλειά που ανέπτυξε το Κόμμα στις γυναίκες εκείνα τα χρόνια (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Περιέγραψε πως εντάχθηκαν οι γυναίκες στο αντιστασιακό κίνημα και έφτασαν να είναι τα μισά μέλη της ΕΠΟΝ και της Εθνικής Αλληλεγγύης. Μίλησε για την ένταξή τους στην ένοπλη πάλη, στον ΕΛΑΣ, αλλά και για την επίσημη αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών και την αναγνώριση της νομικής ισότητας των φύλων από τη Λαϊκή Εξουσία που εγκαθίδρυσε το ΕΑΜ, προς το τέλος της κατοχής, μια πράξη που συντελέστηκε όταν η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) κατοχύρωσε με νόμο την ισότητα ανδρών και γυναικών, ενώ για πρώτη φορά οι γυναίκες εξέλεγαν και εκλέγονταν.

Μίλησε, επίσης, για το βαθμό οργάνωσης των γυναικών στο ΚΚΕ, τη θέσπιση της Γυναικείας Γραμματείας της ΚΕ του Κόμματος, αλλά και για τις διώξεις που υπέστησαν οι αγωνίστριες από το αστικό κράτος, τις εκτελέσεις, τις φυλακίσεις και τις εξορίες. Επίσης, για την ίδρυση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γυναικών τον Φλεβάρη του 1946, που απέδειξε ότι παρά τις ασφυκτικές συνθήκες τρομοκρατίας, οι προσπάθειες οργάνωσης του γυναικείου κινήματος δεν ανακόπηκαν, αντίθετα ενισχύθηκαν.

Ξεχωριστή αναφορά έκανε η ομιλήτρια στη συμμετοχή των γυναικών στον ΔΣΕ, όπου διαμορφώθηκε μια διόλου ευκαταφρόνητη δύναμη γυναικών, με τις αξιωματικούς να αποτελούν το 10% περίπου του συνολικού αριθμού των αξιωματικών του ΔΣΕ. Όπως είπε, «γυναίκες δρούσαν και στελέχωσαν όλα τα τμήματα του ΔΣΕ: Στα έμπεδα, στην επιμελητεία, στα νοσοκομεία, στη μεταφορά των τραυματιών, στους ελεύθερους σκοπευτές, στους ΠΕ πόλεων, στην πρώτη γραμμή του μετώπου», για να καταλήξει: «Οι γυναίκες που συμμετείχαν στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, στην ΕΠΟΝ, στον ΔΣΕ, που εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, οδηγήθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα, άντεξαν, γιατί συνέδεσαν τη ζωή τους με την πάλη για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Αντιστάθηκαν στη βία της αστικής τάξης και παρά τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, πρόβαλαν την ταξική πάλη. Η πορεία τους το διάστημα 1940 – 1949 αναδεικνύει την καταλυτική επίδραση της κομμουνιστικής ιδεολογίας στη χειραφέτηση των γυναικών».

Η ομιλία του Βασίλη Μόσχου

Ο Βασίλης Μόσχος, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ και διδάκτορας Ιστορίας, πραγματοποίησε ομιλία με θέμα: «Η στάση και η δράση των καλλιτεχνών» (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Μίλησε για τη στάση τους στον πόλεμο, τη δημιουργία οργανώσεων όπως το ΕΑΜ Λογοτεχνών, το ΕΑΜ Καλλιτεχνών, οι Νέοι Καλλιτέχνες, κ.ά. «Υπό τη σκέπη αυτών των οργανώσεων και την καθοδήγηση των τομέων διαφώτισης των Κομματικών Οργανώσεων Αθήνας και Μακεδονίας, καταγράφεται ένα πλήθος πρωτοβουλιών», όπως σημείωσε.

Αναφορά έκανε επίσης στις πολυεπίπεδες διώξεις απέναντι στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κόσμο κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά, όπου οι Βρετανοί εκτόπισαν πνευματικούς ανθρώπους, μεταξύ των οποίων ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος, ο ποιητής Άρης Αλεξάνδρου, ο στιχουργός Βαγγέλης Γκούφας και ο πεζογράφος Γιώργος Βαλέτας. Στη Δεκεμβριανή αναμέτρηση θα δούμε αρκετούς στο πλάι του ΕΛΑΣ και του λόχου «λόρδος Βύρων», είτε ενόπλους στους δρόμους της Αθήνας, είτε ως δίκτυο υποστήριξης.

Όπως είπε, η κορύφωση της ταξικής πάλης το διάστημα 1946 – 1949 απαιτεί από τον καθένα να πάρει μέρος με τη μια ή την άλλη πλευρά, κομμουνιστές λογοτέχνες και συμπορευόμενοι κινούνται ανάμεσα στη στήριξη στον ΔΣΕ και στην αξιοποίηση χαραμάδων στη νόμιμη πολιτική δράση.

«Μια διαπίστωση της ιστορικής έρευνας είναι η θέση: «Οι λογοτέχνες γράφουν τη δεκαετία 1940 – 1950, συνάμα όμως πράττουν»», είπε, εξηγώντας παράλληλα πως «όλη η παραπάνω δραστηριότητα, ωστόσο, φωτίζει και τις προγραμματικές αδυναμίες του Κόμματος τη δεκαετία 1940 – 1950, αλλά και τις συντελούμενες διεργασίες».

Συνοψίζοντας, σημείωσε πως «οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες και η δραστηριότητά τους συνιστούν ένα πεδίο σύνθετο, ίσως ανεξάντλητο, πολύπλευρα δραστικό, συνυφασμένο με τις ταξικές – πολιτικές αντιθέσεις, τις διεργασίες, τις διαιρέσεις, το ιδεολογικό κλίμα και τα διακυβεύματα της εποχής. Συνυφασμένο εν τέλει με την ιστορική εξέλιξη ως την κατάργηση της εκμετάλλευσης, ως το επόμενο βήμα στην Ιστορία της ανθρωπότητας, το Σοσιαλισμό».

Η ομιλία του Δημήτρη Ξεκαλάκη

Η ημερίδα ολοκληρώθηκε με ομιλία από τον Δημήτρη Ξεκαλάκη, μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ και της ΕΠ της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ, που είχε θέμα: «Από τη Βάρκιζα στην ταξική σύγκρουση 1946 – 1949» (διαβάστε εδώ και δείτε video). 

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στην απαράδεκτη συμφωνία της Βάρκιζας, που όπως είπε, αποτέλεσε έναν απαράδεκτο συμβιβασμό, με πολύ αρνητικές συνέπειες σε βάρος του λαϊκού κινήματος, που βαραίνει την ηγεσία του ΚΚΕ, αφού: «Ανεξάρτητα από τις όποιες διεθνείς παραινέσεις δέχτηκε το Κόμμα για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, έπρεπε να απορρίψει και την παραμικρή σκέψη για την παράδοση των όπλων και τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Έπρεπε το Κόμμα να ανασυνταχθεί και ο ΕΛΑΣ να συνεχίσει τον αγώνα έξω από την Αθήνα. […] Η απαράδεκτη υποχώρηση, όντας σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος και γενικά του λαού, απέβαινε σε βάρος και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος».

Στάθηκε αναλυτικά στο όργιο τρομοκρατίας που εξαπέλυσε η αστική τάξη και τα όργανά της ενάντια στο ΚΚΕ και στο κίνημα μετά την υπογραφή της συμφωνίας, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι τελικά «αντί να γίνει η εκκαθάριση του στρατού από τους δωσίλογους, με βάση τη Συμφωνία, διώχτηκαν οι ΕΑΜίτες».

«Επιβεβαιώθηκε ακόμα μια φορά ότι με την αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει συμφωνία», υπογράμμισε ο Δ. Ξεκαλάκης.

Συνέχισε κάνοντας αναφορά στη 12η Ολομέλεια και το 7ο Συνέδριο του Κόμματος, που κατέγραψαν σημαντικά βήματα στην ανασυγκρότηση και πρόταξαν την ανάγκη της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας, που λειτουργούσε ως επιλογή αναχώματος στην κλιμακούμενη δολοφονική τρομοκρατία.

Στάθηκε στο πώς συγκροτήθηκαν οι Ομάδες Καταδιωκόμενων Δημοκρατικών Αγωνιστών (ΟΚΔΑ), ή οι Ομάδες Δημοκρατικών Ενόπλων Καταδιωκόμενων Αγωνιστών (ΟΔΕΚΑ, ΟΔΕΚ), που αποτέλεσαν τους πρώτους αντάρτικους σχηματισμούς, φτάνοντας μέχρι την επίθεση στο σταθμό χωροφυλακής στο Λιτόχωρο το Μάρτη 1946 και τη μετονομασία των αντάρτικων δυνάμεων σε Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας στις 27 Δεκέμβρη 1946. «Το ΚΚΕ, προς τιμήν του ακολούθησε το δρόμο της ένοπλης σύγκρουσης, επιβεβαιώνοντας ότι παρά τα λάθη και τις αδυναμίες του, δεν συμβιβάστηκε με τον ταξικό εχθρό και δεν ενσωματώθηκε. Ακολούθησε η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), της κορυφαίας ταξικής σύγκρουσης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα, που απέδειξε ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν χωράνε στα ιδεολογήματα της λεγόμενης «εθνικής ομοψυχίας» και της κατάργησης των ταξικών διαχωριστικών γραμμών», σημείωσε μεταξύ άλλων.