ΚΙΝΗΜΑΤΟΡΓΑΦΟΣ : «Πλημμυρίδα» αγοραίου αντικομμουνισμού

Αυτές τις μέρες διεξάγεται το Φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας», που φέτος συμπληρώνει 25 χρόνια. Συνολικά θα παρουσιαστούν 115 μεγάλου μήκους ταινίες και 63 μικρού μήκους, καθώς επίσης διεξάγονται και πολλά αφιερώματα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ. Ένα από τα αφιερώματα που πραγματοποιήθηκε, είχε τίτλο: «Το Ξύπνημα της Άνοιξης: Άγρια Άνθη του Τσεχικού Νέου Κύματος».

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ίσως, ακόμα και από τις ταινίες που προβάλλονται στο αφιέρωμα, έχει το κείμενο του διευθυντή του Φεστιβάλ, Λ. Κατσίκα. Ένα κείμενο με σαφή προσπάθεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, αξιοποιώντας τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, τον Αύγουστο του 1968. Ένα κείμενο που παρουσιάζει τη βοήθεια που παρείχαν η ΕΣΣΔ και οι άλλες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Ουγγαρία, Πολωνία, Βουλγαρία) – την οποία ζήτησαν μέλη της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και της Εθνοσυνέλευσης – ως ωμή επέμβαση και εισβολή στο εσωτερικό της χώρας και χαρακτηρίζει, από την άλλη, προοδευτική την προσπάθεια επικράτησης της αντεπανάστασης και ανατροπής της εργατικής εξουσίας. Ένα κείμενο που μοιάζει να γράφτηκε από τον αντικομμουνιστικό «Κινηματογραφικό Σύνδεσμο Διατήρησης των Αμερικανικών Ιδεωδών», με πρόεδρο τον Τζον Γουέιν την περίοδο του μακαρθισμού, με ταυτόχρονη ανάδειξη σε θετικό καταλύτη του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, επικεφαλής της οπορτουνιστικής πτέρυγας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας.

Ακόμα και η επιλογή των ταινιών, αλλά και η σειρά με την οποία προβάλλονται, δημιουργεί σκόπιμες συγχύσεις και σίγουρα δεν γίνεται από μια πλευρά κριτικής αποτίμησης της οικοδόμησης του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα. Έτσι, παρουσιάζονται ταινίες φανερά εχθρικές στο σοσιαλιστικό κράτος και άλλες που σαφώς έχουν άλλο πυρήνα και περιεχόμενο. Γίνεται προσπάθεια, μέσω και των κειμένων που συνοδεύουν τις ταινίες, να ταυτίσει ο θεατής τον φασισμό με τον κομμουνισμό μέσα από τη δημιουργία μιας γενικευμένης αίσθησης εναντίωσης στον «ολοκληρωτισμό».

Οι δημιουργοί του αφιερώματος, ουσιαστικά, το «τραβάνε από τα μαλλιά», για να δώσουν το περιεχόμενο που οι ίδιοι θέλουν, ακόμα κι αν δεν τους «βγαίνει» τις περισσότερες φορές από το ίδιο το περιεχόμενο των ταινιών. Το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα εχθρικής στάσης απέναντι στο σοσιαλιστικό κράτος είναι «Οι έρωτες μιας ξανθιάς» του Μίλος Φόρμαν, που η συγκεκριμένη ταινία ουσιαστικά αποτέλεσε και το διαβατήριό του για τις ΗΠΑ. Ο Φόρμαν επιλέγει να παρουσιάσει σαν καρικατούρες τους εκπροσώπους του σοσιαλιστικού κράτους της Τσεχοσλοβακίας. Αυτή η περιγραφή γίνεται με φανερά απαξιωτικό τρόπο. Ο σκηνοθέτης δεν σατιρίζει, για να διορθώσει. Συνειδητά, σατιρίζει, για να απαξιώσει!

Ενώ ταυτόχρονα μέσα στο πρόγραμμα προβάλλονται και αξιόλογες ταινίες, όπως οι παρακάτω:

«Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν». Ένας έφηβος καταναλώνει τη ζωή του (και καταναλώνεται και ο ίδιος, βέβαια) με τα προσωπικά του. Ο νεαρός Τσέχος εργάζεται ως βοηθός σταθμάρχη, την περίοδο που ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης, και η πατρίδα του, φυσικά, είναι κάτω από τη γερμανική κατοχή. Η αναζήτηση για την προσωπική του αυτογνωσία τον οδηγεί – και τον εντάσσει – στο σύνολο. Αυτός, που απλώς «έβλεπε τα τρένα να περνούν», παρεμβαίνει. Και παρεμβαίνει αποφασιστικά. Και καθοριστικά. Και μάλιστα με προσωπική θυσία!

«Το μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού». Μια ταινία εξαιρετική για την ανθρωπιά της και την πλοκή των συναισθημάτων, που τοποθετείται στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που εφάρμοσαν οι ναζί.

Τέλος, επειδή ως γνωστόν η έννοια της αισθητικής συμπεριλαμβάνει και τα στοιχεία της γνώσης και της αλήθειας, θα αφήσουμε να απαντήσει στους εμπνευστές του αφιερώματος ο Μίλαν Κόχουτ, Τσεχο-αμερικανός καλλιτέχνης, συγγραφέας, που μαζί με τον Κούντερα ήταν οι πιο προβεβλημένοι καλλιτέχνες της «Άνοιξης της Πράγας», από μια συνέντευξή του το 2014:

«Πριν από τη λεγόμενη «Βελούδινη Επανάσταση», οι άνθρωποι παραπονούνταν ότι δεν έχουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες ή σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ταινιών. Δεν είχαν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό όποτε ήθελαν και τα λοιπά. Αλλά δεν συνειδητοποιούν ότι η αξιοπρέπεια της ζωής τους ήταν πολύ, πολύ καλύτερη τότε από ό,τι είναι σήμερα. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι όταν εισερχόταν ο καπιταλισμός, θα άρχιζαν να αισθάνονται άγχη/αγωνίες, πολύ βαθιές υπαρξιακές αγωνίες. Θα άρχιζαν να τρομοκρατούνται… Στο σοσιαλισμό, η Τσεχοσλοβακία παρήγαγε κυριολεκτικά τα πάντα, από βελόνες μέχρι αμαξοστοιχίες.

Ήταν μια αυτοσυντηρούμενη χώρα. Τώρα όλα έχουν αλλάξει! Όλες οι εθνικές βιομηχανίες έχουν… πωληθεί ή κλαπεί… Και αφού έχουν ιδιωτικοποιηθεί, η παραγωγή μεταφέρθηκε στα ανατολικά, και η λεγόμενη Δυτική «επένδυση» εγκαταστάθηκε στη χώρα, δημιουργώντας «εργάτες – σκλάβους» και τεράστιες αίθουσες παραγωγής, όπου οι άνθρωποι εργάζονται όπως στις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, όπως στην ταινία «Μοντέρνοι Καιροί». Και είναι στ’ αλήθεια κρίμα που οι άνθρωποι δεν κατανόησαν τι σημαίνει η λέξη «ελευθερία». Στον σοσιαλισμό, που η Δύση ονόμαζε «ολοκληρωτικό σύστημα» (…) είχαμε άφθονο χρόνο. Είχαμε την αληθινή πολυτέλεια του χρόνου, στο σοσιαλιστικό σύστημα. Κι έτσι μπορούσες ν’ απολαύσεις την ανάγνωση βιβλίων, την ακρόαση μουσικής, την παρακολούθηση ταινιών…».1

  1. http://www.counterpunch.org/2014/10/24/freest-under-czech-communism/(έκδοση 24-26 Οκτώβρη, 2014)
  • Από τον «Ριζοσπάστη» της Παρασκευής 27/9/2019