ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ : Οι ταινίες της εβδομάδας (Trailer)

Η πολυαναμενόμενη ταινία «Ο Ιρλανδός» του Μάρτιν Σκορτσέζε, αλλά και η «Πετρούνια», ξεχωρίζουν από τις νέες ταινίες που βγαίνουν σήμερα στις αίθουσες. Παράλληλα, συνεχίζεται η προβολή του αριστουργήματος του Κεν Λόουοτς «Δυστυχώς απουσιάζατε».

Δυστυχώς απουσιάζατε / Sorry we missed you (2019), του Ken Loach

Όσες λέξεις και να γράψεις για τις ταινίες του Κεν Λόουτς, είναι πάντα λίγες, πρώτον γιατί θίγει τόσα πολλά κοινωνικά ζητήματα σε κάθε ταινία του που δημιουργούν μια ολόκληρη αλυσίδα σκέψης, και δεύτερον γιατί στις ιστορίες του μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου, την οικογένειά σου και τελικά ολόκληρη την κοινωνία. Ο Λόουτς είναι από τους «τελευταίους των Μοϊκανών» στο πολιτικό σινεμά. Βρίσκεται σταθερά και μόνο στο πλευρό της εργατικής τάξης σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του και παρ’ όλες τις διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς με τις απόψεις του, είναι αδύνατον να μην του αναγνωρίσει ότι όσο ωριμάζει ως δημιουργός, κόβει με το νυστέρι πιο βαθιά το παρφουμαρισμένο πτώμα του καπιταλισμού.

Από την πρώτη στιγμή που παρακολουθείς το «Sorry we missed you», ξέρεις ακριβώς σε ποια πλευρά ανήκει, ποια πλευρά περιγράφει και πάνω σε ποια ζητήματα θέλει να προβληματίσει χωρίς διδακτικισμούς και μεγαλοστομίες.

Το «Sorry we missed you» αναφέρεται σε μια οικογένεια της εργατικής τάξης που προσπαθεί να «κρατηθεί ζωντανή στη σκηνή» και να μη διαλυθεί κυριολεκτικά και μεταφορικά μέσα στις άθλιες εργασιακές συνθήκες που βιώνει στη Μ. Βρετανία του σήμερα. Στο προσκήνιο μπαίνει το ζήτημα των «zero hour contracts» (συμβόλαια μηδενικών ωρών), που αποτελεί την κορωνίδα των «ευέλικτων» μορφών εργασίας και την τεράστια παγίδα της «αυτοαπασχόλησης» στα πολυεθνικά μονοπώλια. Δόγμα των οποίων αποτελεί το «η ταχύτητα μετράει». Αυτές οι μορφές απασχόλησης απεικονίζονται τόσο διεξοδικά στην ταινία, που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ανάλυση.

Επιγραμματικά η οικογένεια ζει σε νοίκι, κανείς τους δεν έχει σταθερή εργασία, οι γονείς αναγκάζονται να λείπουν όλη μέρα, ακόμα και νύχτα από το σπίτι. Η οικογένεια λειτουργεί δια τηλεφώνου. Το μικρότερο μέλος της οικογένειας αναγκάζεται να έχει ευθύνες που της στερούν την παιδική ηλικία, το έφηβο μέλος της οικογένειας αμφισβητεί τα πάντα, συνειδητοποιεί το αδιέξοδο και δεν βλέπει μέλλον πουθενά… Η μητέρα έχει μέσα της όλο το βάρος του κόσμου γιατί προσπαθεί να αντεπεξέλθει σε εξοντωτικές συνθήκες, προσπαθώντας να κάνει τα πάντα με ένα τηλέφωνο στο χέρι, από τη δουλειά της μέχρι την επικοινωνία με την οικογένειά της. Ο πατέρας επιλέγει να μπει ως εξωτερικός «συνεργάτης» σε μια από τις εταιρείες που πείθουν τους εργάτες να εκμεταλλεύονται τον εαυτό τους οικειοθελώς με «ληστρικούς», σχεδόν μεσαιωνικούς όρους απασχόλησης.

Γιατί ο καπιταλισμός σού δίνει την ελευθερία της επιλογής, είσαι ελεύθερος να επιλέξεις τις συνθήκες που θα σε ξεζουμίσει. Είσαι ελεύθερος να επιλέξεις ένα σκάνερ να καταγράφει κάθε σου κίνηση κάθε δυο λεπτά για 14 ώρες τη μέρα. Είσαι ελεύθερος να επιλέξεις το μπουκάλι που θα «εναποθέτεις τα ούρα» σου, γιατί δεν έχεις δικαίωμα ούτε τουαλέτα να πας, μιας και η ταχύτητα που θα πλουτίζει το αφεντικό είναι αντιστρόφως ανάλογη ακόμα και των βασικών ανθρώπινων αναγκών του εργάτη. Είσαι ελεύθερος να θυσιάσεις ακόμα και την ίδια σου τη ζωή, τις σχέσεις σου, τα παιδιά σου για τα κέρδη του, αφού για εκείνον είσαι αναλώσιμος και εκτιμάει δεόντως ότι αργείς να το συνειδητοποιήσεις ο ίδιος…

Θα ήταν τεράστια παράλειψη να μην αναφερθεί κανείς στη μόνιμη συνεργασία του Κεν Λόουτς με τον σεναριογράφο Πολ Λάβερτι, που στην ουσία είναι ο συνδημιουργός των ταινιών του. Στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για δυο τόσο διαλεκτικά δεμένους δημιουργούς ταυτόσημης αξίας, που είναι αδύνατον να ξεχωριστεί η καλλιτεχνική τους ιδιότητα.

The Irishman/ Ο Ιρλανδός (2019), του Martin Scorsese

Η πολυαναμενόμενη ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, που είναι στηριγμένη στο βιβλίο του Charles Brandt «I Heard You Paint Houses», βγαίνει και στους ελληνικούς κινηματογράφους λίγες μέρες πριν ξεκινήσει να προβάλλεται στο «Netflix». «Ο Ιρλανδός» ήταν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο του Σκορτσέζε που δεν βρήκε ανταπόκριση στα παραδοσιακά κινηματογραφικά στούντιο, αλλά στη διαδικτυακή πλατφόρμα «Netflix», που τελικά ανέλαβε τη χρηματοδότηση. Με αφορμή την ταινία, ανοίγει εκ νέου η κουβέντα, με αιχμή τα άλματα στην τεχνολογία, για τη μάχη που μαίνεται ανάμεσα στα μεγάλα στούντιο και τις διαδικτυακές πλατφόρμες στον τομέα την κινηματογραφικής παραγωγής. Οι διαδικτυακές πλατφόρμες προσεγγίζουν σπουδαίους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες ευελπιστώντας να διαδραματίσουν έναν πολύ σημαντικότερο ρόλο, να αυξήσουν το κοινό τους, να κατοχυρωθούν καλλιτεχνικά, ώστε να κερδίσουν μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα της οπτικοακουστικής παραγωγής.

Ο Σκορτσέζε φαίνεται να προσπαθεί να κλείσει τον κύκλο της μέχρι τώρα θεματολογίας της φιλμογραφίας του, η οποία ξεκινά με τους «Κακόφημους Δρόμους» το 1973, με τον «Ιρλανδό», γι’ αυτό και καταπιάνεται ξανά με τον κόσμο της Μαφίας, τη σχέση της με το επίσημο κράτος. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ιρλανδός Φρανκ Σίραν (τον οποίο ερμηνεύει ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο), ένας βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που έγινε εκτελεστής της Μαφίας. Ήταν ο μπράβος και ο προσωπικός εκτελεστής του Ράσελ Μπαφαλίνο (τον οποίο ερμηνεύει μοναδικά ο Τζο Πέσι). Ο Σκορτσέζε στην ταινία του ασχολείται και με άλλες ιστορικές φιγούρες του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και με τον περιβόητο Τζίμι Χόφα, πρόεδρο του συνδικάτου των Οδηγών Φορτηγών (Teamsters Union) των ΗΠΑ (τον οποίο ερμηνεύει ο Αλ Πατσίνο). Οι σχέσεις του Χόφα με τη Μαφία είναι διαβόητες, αφού μέρος του συνταξιοδοτικού ταμείου του συνδικάτου το «διαχειριζόταν» εκείνη, αλλά και οι ξεπουλημένοι ηγέτες της Ένωσης ήταν πρόθυμοι να αναστείλουν απεργιακές κινητοποιήσεις, μόλις δωροδοκούνταν. Η ταινία καταπιάνεται και με την εξαφάνιση του Τζίμι Χόφα, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει διαλευκανθεί.

Το κεντρικό μήνυμα της ταινίας εστιάζει στο ρόλο της Μαφίας, χωρίς όμως να αναδεικνύει το σύστημα μέσα στο οποίο αυτή ανδρώνεται, αποκτά τη δύναμη να παρεμβαίνει στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Στην ταινία φαίνεται, με μια υπερβολή, εκείνη να ανεβοκατεβάζει Προέδρους, γενικούς εισαγγελείς, προέδρους συνδικάτων, να τους σκοτώνει ενίοτε, να ορίζει την εξωτερική πολιτική, με λίγα λόγια εκείνη να καθορίζει το σύστημα σύμφωνα με τις ανάγκες της. Παρόλο που θα είχε τις ευκαιρίες να αναδείξει άλλες ουσιαστικές πλευρές. Για παράδειγμα, η περίπτωση του Τζ. Χόφα και η ανέλιξή του σε συνδικαλιστικό ηγέτη θα προσφερόταν να ανοίξει το ζήτημα μέσα σε ποιο περιβάλλον τέτοιες «συνδικαλιστικές μαφίες» επιβλήθηκαν. Στο περιβάλλον δηλαδή του μακαρθισμού, του σκληρού αντικομμουνισμού, της απο-κομμουνιστικοποίησης των συνδικάτων, που δεν επέβαλε βεβαίως η Μαφία, όσο και αν αξιοποιήθηκε σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά το αστικό πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ, συνολικά, «υγιές» και «μαφιόζικο». Ο Σκορτσέζε θα μπορούσε να φωτίσει με το μεγάλο σκηνοθετικό του ταλέντο την ανάδειξη όλων εκείνων των μηχανισμών κρατικών – παρακρατικών, οικονομικών που δρουν πίσω από τη βιτρίνα της αστικής δημοκρατίας. Η έλλειψη αυτή αντικειμενικά οδηγεί στην πεσιμιστική άποψη του σκηνοθέτη ότι «η δύναμη της ιστορίας, η σκοτεινή καρδιά της είναι ότι το κακό θα υπάρχει πάντα. Το σύστημα είναι ανίκητο». Όσο δε για την Κούβα, που αναφέρεται στην ταινία, εμείς σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι ο βασικός λόγος της Κρίσης των Πυραύλων το 1962 δεν ήταν για να πάρει πίσω η Μαφία τα καζίνο που ήλεγχε, πριν από την Επανάσταση.

Μέσα σε 3,5 ώρες, πραγματικά πολλές, η ταινία καταπιάνεται με την ιστορία πέντε δεκαετιών. Φτάνοντας στο 2000, παρακολουθούμε τον ηλικιωμένο, πια, Φρανκ Σίραν να είναι μόνος του σε ένα γηροκομείο και να αφηγείται τη ζωή του. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όλοι πεθαίνουμε μόνοι μας, με τις αφηγήσεις μας, τις ενοχές μας(;) σαν τον Φρανκ Σίραν, πράγμα που πραγματικά πολύ λίγο μας αφορά για εγκληματίες τέτοιου μεγέθους.

Αξίζουμε να σημειώσουμε ότι ο Σκορτσέζε επέλεξε οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τους ρόλους, ανά τις δεκαετίες, να είναι οι ίδιοι. Για να το πετύχει αυτό, χρησιμοποίησε την πρωτοπόρα τεχνολογία VFX de-aging, για να αφαιρέσει χρόνια από τους πρωταγωνιστές.

Τέλος, ολόκληρη η παραγωγή είναι εξαιρετική σκηνοθετικά, φωτογραφικά, στα ειδικά age effects κ.λπ. Και πώς δεν θα ήταν, άλλωστε ο Σκορτσέζε είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Το καστ είναι εξίσου εντυπωσιακό. Τρεις μεγάλοι ηθοποιοί του Χόλιγουντ είναι εκεί, με προεξέχοντα τον Τζο Πέσι.

Υπάρχει Θεός, το όνομά της είναι Πετρούνια / Gospod postoi, imeto i’ e Petrunija (2019) της Teona Strugar Mitevska

Ενδιαφέρον θέμα που αφορά στην αληθινή ιστορία μιας άνεργης ανύπαντρης γυναίκας, που τη μέρα του αγιασμού των υδάτων στη Βόρεια Μακεδονία κόντρα στις παραδόσεις βουτάει και πιάνει τον σταυρό για να έχει καλή τύχη για όλη τη χρονιά. Τότε όλη η συντηρητική κοινωνία στρέφεται εναντίον της. Τη συλλαμβάνουν χωρίς να έχει παραβιάσει κανένα νόμο επειδή τους προκαλεί αμηχανία το γεγονός. Περισσότερο στην ταινία παρουσιάζεται η οπισθοχώρηση της κοινωνίας στη γείτονα χώρα, αφού η Mitevska δεν το σκάβει πιο βαθιά και μένει στην αντίληψη του «φεμινισμού» κόντρα στην «πατριαρχία».

  • Από τον «Ριζοσπάστη» της Πέμπτης 21/11/2019 και το πόρταλ «902.gr»