Η ταξική πάλη στην Ελλάδα στα χρόνια 1945–1946

  • Πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» στις 14 Νοέμβρη 1945 αναφέρεται στα εγκλήματα του αστικού κράτους και των παρακρατικώνσυμμοριών.

Με την αναφορά στο πώς διαμορφώθηκε η κατάσταση στη χώρα μετά το Δεκέμβρη του 1944 και μέχρι τη συγκρότηση του ΔΣΕ, ο «Ριζοσπάστης» ολοκληρώνει τη σειρά άρθρων που είχαν ξεκινήσει τον περασμένο Οκτώβρη, με το Αφιέρωμα στην Απελευθέρωση της Αθήνας. Ολη αυτή η αρθρογραφία αναφέρεται σε μια σημαντική περίοδο της Ιστορίας του ΚΚΕ, την περίοδο 1944-1946, όπου επικρατούσαν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης στη χώρα.

* * *

Στην εξεταζόμενη περίοδο υπήρχαν σημαντικές δυνατότητες να πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα σοσιαλιστική επανάσταση για την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας. Ο λόγος γίνεται πάντα για δυνατότητες ξεσπάσματος σοσιαλιστικής επανάστασης με προϋποθέσεις αυτή να νικήσει και όχι για τη βεβαιότητα της νίκης της. Το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε μια τέτοια εξέλιξη, οφείλεται κυρίως σε αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα, του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Στις 12 Φλεβάρη 1945 υπογράφτηκε η απαράδεκτη Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία ανάμεσα σε άλλα προέβλεπε: Την αποστράτευση και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής, τη διασφάλιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, την άρση του στρατιωτικού νόμου, την άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων ΕΑΜιτών, την αμνήστευση των «πολιτικών αδικημάτων» που διαπράχθηκαν το Δεκέμβρη (εξαιρούνταν τα «κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας» καθώς και όσοι δεν παρέδιδαν τα όπλα έως τις 15 Μάρτη), την απελευθέρωση των ομήρων του ΕΛΑΣ, τη συγκρότηση εθνικού στρατού, την εκκαθάριση των κρατικών υπαλλήλων και των σωμάτων ασφαλείας από δοσιλογικά στοιχεία και τέλος τη διενέργεια το «ταχύτερο δυνατόν» ελεύθερων και γνήσιων εκλογών και δημοψηφίσματος για το πολιτειακό.

Βεβαίως, τα προβλεπόμενα περί ελευθεριών και δικαιωμάτων ήταν λόγια του αέρα. Αμέσως μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ακολούθησε ένα άγριο πογκρόμ εναντίον του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ενώ μερικές χιλιάδες αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ διέφυγαν στο Μπούλκες, για να προφυλαχθούν από την αιματηρή καταστολή.

  • Η έκδοση του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ για την περίοδο 1918-1949 περιλαμβάνει 4 τόμους με την εξής διάρθρωση: Α1 Τόμος: «Διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες από την επικράτηση του καπιταλισμού έως την Οκτωβριανή Επανάσταση». Α2 Τόμος: «Μεσοπόλεμος: Οικονομία και πολιτική. Η ίδρυση του ΚΚΕ, τομή στην ελληνική κοινωνία». Β1 Τόμος: «Το ΚΚΕ στο Β’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο». Β2 Τόμος: «Η εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ)». Αξίζει να σημειωθεί πως, κατανεμημένα σε Παραρτήματα στους αντίστοιχους τόμους, περιλαμβάνονται μια σειρά από σημαντικά ντοκουμέντα (όπως η περίληψη των Πρακτικών του Α’ Συνεδρίου της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), η εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στην ΚΕ για το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, φωτοαντίγραφο της πρωτότυπης Απόφασης αυτοδιάλυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα Ρωσικά και μετάφρασή της στα Ελληνικά κ.ά.).
Ο απολογισμός της αστικής τρομοκρατίας ένα χρόνο μετά ήταν:

«Νεκροί: 1.192, τραυματίες: 6.413, συλληφθέντες: 70.000, βιασμένες γυναίκες: 165, ληστείες: 6.567, επιδρομές σε τυπογραφεία: 572, καταδιωκόμενοι: πάνω από 100.000. Ακόμα δρούσαν συμμορίες: 166, ενώ οι παράνομα οπλοφορούντες δολοφόνοι έφταναν τους 20.000».1

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης που επικρατούσε, αποτελούν οι σφαγές στην Καλαμάτα. Στις 16-20 Γενάρη 1946, Χίτες δολοφόνησαν 4 στελέχη του ΕΑΜ και άλλους πολίτες. Τότε η Χωροφυλακή συνέλαβε 32 Χίτες και τους φυλάκισε. Ομως στις 20 Γενάρη, εκατοντάδες οπλισμένοι «παρακρατικοί» εισέβαλαν στην πόλη. Φεύγοντας πήραν μαζί τους πολλούς ομήρους, από τους οποίους εκτέλεσαν πάνω από 40. Ο «Ριζοσπάστης» έκανε λόγο για «νύκτα Αγίου Βαρθολομαίου στην Καλαμάτα».2 Η κυβέρνηση κήρυξε το στρατιωτικό νόμο στη Μεσσηνία και τη Λακωνία. Αλλά αυτή η ενέργεια έγινε το πρόσχημα για να συλληφθούν κι άλλοι ΕΑΜίτες.

Ωστόσο, η καταστολή του αστικού κράτους, των παρακρατικών που αυτό εξαπέλυσε και των Βρετανών συμμάχων του, αν και απαραίτητη για την ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας, αδυνατούσε να ανατρέψει τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων που συνέχιζε να γέρνει υπέρ του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, παρά το γεγονός ότι μετά τον Δεκέμβρη και τη Βάρκιζα δεν ήταν το ίδιο ευνοϊκός με τον συσχετισμό που είχε διαμορφωθεί στο διάστημα της Απελευθέρωσης.

Κρίση στην οικονομία, αστάθεια στο αστικό πολιτικό σύστημα

Επιπλέον, βασικό στοιχείο των δυσκολιών της αστικής τάξης ήταν η βαθύτατη κρίση που σημάδευε την ελληνική καπιταλιστική οικονομία. Η δυσκολία σταθεροποίησης της αστικής εξουσίας και γρήγορης προώθησης της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης συνδεόταν και με τις συνεχιζόμενες άθλιες συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών μαζών.

Το Φλεβάρη του 1946, το εθνικό εισόδημα και η βιομηχανική παραγωγή αντιστοιχούσαν περίπου στο 1/3 των προπολεμικών. Η γεωργική παραγωγή ελάχιστα ξεπερνούσε αυτή των κατοχικών ετών, ενώ η παραγωγή δημητριακών αντιστοιχούσε στο 45% της προπολεμικής. Οι υποδομές και οι μεταφορές εμπορευμάτων και εργατικού δυναμικού ελάχιστα είχαν αποκατασταθεί.

Η εργατική απασχόληση στις βιομηχανίες της Αττικής βρισκόταν τον Ιούνη του 1945 στο 64% της προπολεμικής3, ενώ σύμφωνα με το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ (Μάρτης 1946) η ανεργία ξεπερνούσε το 50% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.4 Την ίδια περίοδο, ο δείκτης των πραγματικών μισθών και ημερομισθίων βρισκόταν στο 65% του προπολεμικού5, ενώ από τα έξοδα διαβίωσης μιας οικογένειας το 42% ήταν φόροι κατανάλωσης.Τέλος, το 1945 το 2% του πληθυσμού της χώρας κατείχε το 29,5% του παραγόμενου πλούτου, τη στιγμή που το φτωχότερο 17% του πληθυσμού κατείχε μόλις το 1,2%.7

Ταυτόχρονα με τα προηγούμενα, ήταν μεγάλη η αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος (από το Γενάρη μέχρι το φθινόπωρο 1945 είχαν σχηματιστεί 6 κυβερνήσεις) και συνδυαζόταν με οξύτατες ενδοαστικές αντιθέσεις. Σε όλη τη διάρκεια του 1945 ήταν έντονη η ενδοαστική αντιπαράθεση σχετικά με το πότε θα γίνονταν και με ποιο εκλογικό σύστημα οι βουλευτικές εκλογές (πλειοψηφικό, απλή αναλογική ή άλλο), καθώς και αν θα γίνονταν πριν ή μετά το δημοψήφισμα για το πολίτευμα. Μια σχετική σταθερότητα επήλθε τους πρώτους μήνες του 1946 και μετά από σθεναρή παρέμβαση του βρετανικού παράγοντα.

Ισχυρός παράγοντας το ΚΚΕ με μεγάλη επιρροή στο κίνημα

Την ίδια περίοδο, η οργανωμένη δύναμη και η επιρροή του ΚΚΕ το καθιστούσαν ισχυρό πολιτικό παράγοντα. Τα κομματικά μέλη ανέρχονταν σε 45.000 και στην ύπαιθρο 250.000 κομματικά μέλη είχαν περάσει με πρωτοβουλία του ΚΚΕ στο Αγροτικό Κόμμα (ΑΚΕ)8. Ενδεικτικό στοιχείο της επιρροής του ΚΚΕ και του ΕΑΜ αποτελούσε και το γεγονός ότι ο «Ριζοσπάστης» και η «Ελεύθερη Ελλάδα»είχαν τη μεγαλύτερη κυκλοφορία. Το ίδιο συνέβαινε και με τις περισσότερες τοπικές ΕΑΜικές εφημερίδες. Αξιοσημείωτη ήταν η επιρροή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στη νεολαία. Χαρακτηριστικά, στο Α’ Συνέδριο της ΕΠΟΝ (13-19 Γενάρη 1946) συμμετείχαν 354 αντιπρόσωποιαπ’ όλη την Ελλάδα, που, σύμφωνα με το Συνέδριο, εκπροσωπούσαν 450.000 μέλη.10

Ακόμα, στα τέλη του 1945 και στις αρχές του 1946:

«…στα εργατικά και υπαλληλικά συνδικάτα ο ΕΡΓΑΣ11συγκέντρωσε πάνω από το 90% των ψήφων. Ολες οι εργατικές και υπαλληλικές οικονομικές και πολιτικές απεργίες, όλες οι μαζικές εργατικές και υπαλληλικές κινητοποιήσεις οργανώνονταν και καθοδηγούνταν από τους κομμουνιστές. (…) Στους δημόσιους υπαλλήλους η επιρροή μας ήταν επίσης αποφασιστική. (…) Στους επαγγελματίες και βιοτέχνες κατακτούσαμε την μια οργάνωση ύστερα από την άλλη. (…) Στο χωριό, οι εκλογές που γινόντουσαν τότε στους αγροτικούς συνεταιρισμούς (…) έδειχναν ότι σαρώνουμε την Αντίδραση. (…) Στο ΣΕΓΑΣ, (…) είχαμε κατακτήσει την ηγεσία. (…) Διαθέταμε ακόμα τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα, τις οργανώσεις των αγωνιστών του ΕΛΑΣ, το Σώμα των αξιωματικών του ΕΛΑΣ».12

«Ριζοσπάστης», 2 Οκτώβρη 1945. Πρωτοσέλιδο για το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ.
Οργανωμένη παρουσία και στον στρατό

Τα προηγούμενα αποκτούσαν μεγαλύτερη σημασία, στο βαθμό που η γενικότερη υποχώρηση της Μ. Βρετανίας στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων καθιστούσε προβληματική την παραμονή των στρατευμάτων της στην Ελλάδα (αποδείχτηκε στη συνέχεια με την παράδοση των «σκήπτρων» στις ΗΠΑ). Παράλληλα, οι δυνάμεις καταστολής (και πρωταρχικά ο στρατός) ήταν ακόμα ευάλωτες, ιδιαίτερα έξω από την Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Στις γραμμές τους καταγραφόταν η ισχυρή οργανωμένη παρουσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης του ΔΣΕ Αλέκος Παπαγεωργίου:

«Το κράτος προέβη σε επιστράτευση ορισμένων ηλικιών. (…) Τα μέλη του ΚΚΕ και οι οπαδοί, που κατετάγησαν στο στρατό, αποτελούσαν το 55-60% (…). Εφαρμόστηκε αμέσως το τριαδικό σύστημα. (…) Σε κάθε στρατιωτικό τμήμα, λόχο, τάγμα, σύνταγμα, ταξιαρχία, υπήρχε τριμελής επιτροπή, η οποία καθοδηγούσε όλη την οργάνωση. Είχαν καθοριστεί οι συγκεκριμένες αποστολές κάθε στρατιωτικής μονάδας. (…) Ο αεροπόρος Φώτης (Κ2) καθοδηγούσε τις δυνάμεις της αεροπορίας στα αεροδρόμια Αττικής. Ο υποφαινόμενος (Κ3) καθοδηγούσε 15 μονάδες από λόχο και πάνω και ανεξάρτητα τμήματα. Υπεύθυνος για τα αστυνομικά τμήματα της περιοχής Αθηνών ήταν ο Μοίραρχος Χωροφυλακής Γεώργιος Τσαούσης (…). Ηταν έτοιμα 15 αεροπλάνα βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά που μπορούσαν να πετάξουν οποιαδήποτε στιγμή (…) Τα τεθωρακισμένα είχαν στρατοπεδεύσει στην περιοχή του Μενιδίου Αττικής (…) και στο τμήμα αυτό είχαμε μεγάλη επιρροή στους στρατιώτες (40-50%)».13

Επιπλέον, είχε αρχίσει και απλωνόταν η ένοπλη αντίσταση μερικών χιλιάδων ΕΑΜιτών και ΕΛΑΣιτών καταδιωκόμενων, οργανωμένων στις Ομάδες Δημοκρατικών Ενοπλων Καταδιωκόμενων (ΟΔΕΚ), ενώ χιλιάδες ήταν εκείνοι που επιδίωκαν να εξοπλιστούν. Οι ανελέητες διώξεις και συνολικά η αιματηρή τρομοκρατία από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι τις αρχές του 1946 δυνάμωναν και πλάταιναν την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από τον ένοπλο αγώνα.

Η 12η Ολομέλεια της ΚΕ και το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ

Συνοψίζοντας, στις αρχές του 1946, αν και όχι στην ίδια ένταση με το 1944, συνέχιζαν να υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις επαναστατικής κατάστασης και οι δυνατότητες ένοπλης λαϊκής εξέγερσης, με τη συμμετοχή σημαντικών δυνάμεων και του στρατού στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο απαιτούσε τη διόρθωση της γραμμής του ΚΚΕ σε επαναστατική ιδεολογικοπολιτική κατεύθυνση.

Σε αυτό το καθήκον δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (25-27 Ιούνη 1945) και το 7ο Συνέδριό του (1-6 Οκτώβρη 1945), δηλαδή τα δύο κομματικά σώματα που στόχευαν να αντλήσουν ουσιώδη διδάγματα από τη δράση του ΚΚΕ στα χρόνια της Κατοχής και του Δεκέμβρη 1944. Τα δύο σώματα έκριναν ως βασικά σωστή τη στρατηγική που είχε ακολουθήσει το ΚΚΕ, καθώς και την υπογραφή των Συμφωνιών της Καζέρτας, του Λιβάνου και της Βάρκιζας.14Ετσι, αν και συνέβαλαν στην οργανωτική ανασυγκρότηση του Κόμματος, σε συνθήκες στρατιωτικής ήττας και αστικής τρομοκρατίας, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τη ρίζα των ηττών και των υποχωρήσεων στη στρατηγική του ΚΚΕ και, κατά συνέπεια, να τη διορθώσουν επαναστατικά.

Η προηγούμενη αδυναμία αποτυπώθηκε και στην απουσία ενιαίας αντίληψης αναφορικά με την αναγκαιότητα και τις δυνατότητες μιας νέας ένοπλης αναμέτρησης με την αστική εξουσία και τους συμμάχους της. Είναι χαρακτηριστική της έλλειψης ενιαίας αντίληψης η τοποθέτηση του Δ. Παρτσαλίδη, ο οποίος στην εισήγησή του «για το Πρόγραμμα του ΚΚΕ» στο 7ο Συνέδριο υποστήριξε τον ειρηνικό δρόμο, σε αντίθεση με τον Ν. Ζαχαριάδη, ο οποίος θεωρούσε απαραίτητη την προετοιμασία του λαού για όλες τις μορφές πάλης.15

Η επίδραση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος

Στις αποφάσεις του ΚΚΕ επιδρούσε και η στρατηγική που διαμόρφωσε εκείνη την περίοδο το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που παρέμειναν στο ιμπεριαλιστικό σύστημα (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Δανία, Ελλάδα, Ιταλία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία), τα ΚΚ συμμετείχαν σε κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας»16, ενώ σε μια σειρά Λαϊκές Δημοκρατίες τα ΚΚ συγχωνεύονταν με τα σοσιαλδημοκρατικά. Στο ίδιο πλαίσιο, το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα δεν ευνοούσε την όξυνση της κατάστασης στην Ελλάδα.

Ιστορικά δεν είναι με ακρίβεια διερευνημένο και εξακριβωμένο αν η καθυστέρηση στη γενίκευση του ένοπλου αγώνα οφειλόταν κυρίως σε δισταγμό του Κόμματος ή κυρίως σε δισταγμό των αδελφών ΚΚ, πρώτα απ’ όλα του ΚΚ(μπ). Σημειώνουμε, ωστόσο, ότι μια σειρά στοιχεία δείχνουν ότι από το Κόμμα υπήρχαν ένας προσανατολισμός και ορισμένη προετοιμασία για γενική λαϊκή εξέγερση, όπως αποδεικνύουν και οι δύο εκθέσεις του αντιστράτηγου του ΔΣΕ Γιώργη Κικίτσα (Σαράντη Πρωτόπαπα), που βρίσκονται στο Αρχείο του ΚΚΕ και δημοσιεύονται στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1949.

Στην πρώτη έκθεση του Γιώργη Κικίτσα αναφέρεται χαρακτηριστικά:

«Αρχές 1946 με προοπτική μιας γενικής ξαφνικής Λαϊκής εξέγερσης είχε εκπονηθεί για την περιοχή Μακεδονίας Θράκης σχέδιο ενέργειας. Το σχέδιο αυτό με την επωνυμία «Χάλυψ Ι, Χάλυψ ΙΙ», καθόριζε τις διάφορες υποχρεώσεις για μια τέτοια περίπτωση στην περιοχή της Μακεδονίας – Θράκης.

Δυνατότητες για την επικράτηση μιας τέτοιας εξέγερσης τότε, υπήρχαν πολλές για να κυριαρχήσουμε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας μας. Μια τέτοια γενική ξαφνική εξέγερση θα εύρισκε από την πρώτη στιγμή το δημοκρατικό Λαό πρόθυμο να παλαίψει για τη λευτεριά του και θα βοηθούσε ολόψυχα την εξέγερση».17

Νύξη για συσκέψεις στρατιωτικών σε Αθήνα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη το Μάρτη του 1946 έκανε αργότερα και ο Θ. Μακρίδης, χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες18.

Ακόμα, στη δεύτερη έκθεση Κικίτσα επισημαινόταν:

«Τελικά αυτή η απόφαση για γενική ξαφνική εξέγερση και όλη η προετοιμασία που έγινε σταμάτησε.

Για ποιό λόγο σταμάτησε;

Η εξήγηση που δόθηκε τότε ήταν ότι τραβούσαμε για μια ομαλή δημοκρατική λύση. Θα παίρναμε μέρος στις εκλογές».19

Ενδεικτικό είναι επίσης το γεγονός ότι την ίδια περίοδο, δηλαδή στις αρχές του 1946, το ΚΚ(μπ.) δεν ευνοούσε την προοπτική της ένοπλης λαϊκής εξέγερσης. Στις 5 Φλεβάρη 1946, ο Ντιμιτρόφ απέστειλε με ραδιογράφημα στον Μολότοφ έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ, όπου αναφερόταν:

«…ανοίγονται δύο δρόμοι μπροστά στο λαϊκό – δημοκρατικό κίνημα και το Κόμμα: 1) Οργάνωση παλλαϊκής αντίστασης στην αντίδραση, μετεξελισσόμενης σε ΕΝΟΠΛΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ. Στην περίπτωση αυτή το λαϊκό κίνημα μπορεί την άνοιξη να συγκεντρώσει περίπου 40.000 ένοπλους αντάρτες (…) 2. Συνέχιση και ενίσχυση του ΜΑΖΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ σε συνδυασμό με τη μαζική ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ. (…) Σύμφωνα με τη δήλωση του Γενικού Γραμματέα [Νίκου Ζαχαριάδη], το Κόμμα θα ακολουθήσει το δρόμο της σκληρής αντίστασης στην αντίδραση. Ωστόσο, για την οριστική λύση του ζητήματος είναι απαραίτητο να γνωρίζει την προοπτική της διεθνούς εξέλιξης και της δυνατότητας ουσιαστικής βοήθειας από την πλευρά της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων δημοκρατικών κρατών».20

Στις 8 Φλεβάρη 1946, ο Μολότοφ διαμήνυσε στον Ντιμιτρόφ:

«Μεταδώστε όσο το δυνατόν πιο σύντομα στους Ελληνες, ότι εμείς θα τους συμβουλεύαμε να μην ακολουθήσουν το δρόμο που οδηγεί στην ένοπλη εξέγερση, αλλά να επιδιώξουν την ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα υπέρ της δημοκρατίας σε συνδυασμό με μαζική αυτοάμυνα, όπως ήδη αναφέρατε στο τηλεγράφημά σας».21

Λαμβάνοντας υπόψη τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων είναι εξηγήσιμη η αδυναμία της ΕΣΣΔ να εγγυηθεί τη στρατιωτική στήριξη του ένοπλου αγώνα στην Ελλάδα, με δεδομένη και τη βρετανική στρατιωτική παρουσία. Ωστόσο, αυτό δεν δικαιώνει και τις υποδείξεις του ΚΚ(Μπ.), που τάχθηκε υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές το Μάρτη του 1946, ενώ περιόριζε την ένοπλη πάλη στο επίπεδο της αυτοάμυνας.

Και μπορεί το ΚΚΕ και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του ΕΑΜ να αποφάσισαν την αποχή από τις εκλογές, αλλά η ταλάντευση της κομματικής ηγεσίας αναφορικά με τον ένοπλο αγώνα εκφράστηκε και στις Αποφάσεις της 2ης Ολομέλειας (Φλεβάρης 1946), που τον αντιμετώπιζαν ως μέσο πίεσης για δημοκρατικές εξελίξεις. Οπως σημείωσε αργότερα ο Ν. Ζαχαριάδης:

«…εκδηλώθηκαν οι εξής απόψεις: από τη μια μεριά έλεγαν, να πάμε μόνο ειρηνικά, η άλλη άποψη των στρατιωτικών ήταν να πάμε μόνο με τα όπλα. Και η Ολομέλεια αποφάσισε παραπέρα ανάπτυξη (…) προοδευτική ανάπτυξη του κινήματος, με ενίσχυση των ομάδων των καταδιωκόμενων για το προοδευτικό πέρασμα στον παρτιζάνικο αγώνα, στην ένοπλη αντίσταση».22

Το προεδρείο των εργασιών του 8ου Πανεργατικού Συνεδρίου της ΓΣΕΕ, 1 Μάρτη 1946.
Έλλειψη ξεκάθαρης στρατηγικής επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας

Η 2η Ολομέλεια της ΚΕ συνήλθε σε μια φάση της ταξικής πάλης που το ένοπλο λαϊκό κίνημα είχε σημαντικές δυνατότητες για να νικήσει, εφόσον βεβαίως υλοποιούνταν μια σειρά προϋποθέσεις από την πλευρά του ΚΚΕ. Μια απόφαση της 2ης Ολομέλειας που θα σηματοδοτούσε έναν γενικό ξεσηκωμό, θα ωρίμαζε περισσότερο τον υποκειμενικό παράγοντα, τόσο σε επίπεδο μαζών όσο και σε επίπεδο κομματικής καθοδήγησης.

Η 2η Ολομέλεια δεν πήρε τέτοια απόφαση, παρά τον συμβολισμό που της προσέδιδε το γεγονός ότι συνήλθε την ίδια ημερομηνία που είχε υπογραφεί, πριν ένα χρόνο, η Συμφωνία της Βάρκιζας. Αντίθετα, η 2η Ολομέλεια συγκέντρωσε την κύρια προσπάθεια «στην εξασφάλιση μιας ειρηνικής εσωτερικής εξέλιξης».

Με βάση τα προηγούμενα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο καθοδηγητικός πυρήνας του ΚΚΕ προσανατολιζόταν σε δυναμική αναμέτρηση με τον ταξικό αντίπαλο, δίχως όμως να έχει ξεκάθαρη στρατηγική επαναστατικής κατάκτησης της εργατικής εξουσίας, ενώ εξαρτούσε την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου από τη σύμφωνη θέση και από την πολεμική βοήθεια του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, με άμεσο αποτέλεσμα την καθυστέρηση της γενίκευσης του ένοπλου αγώνα. Οπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, χωρίς αυτό να μειώνει σε τίποτα την ηρωική δράση του ΔΣΕ, η συγκεκριμένη καθυστέρηση αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα για την αρνητική έκβαση του αγώνα του ΔΣΕ.

Η επεξεργασία επαναστατικής στρατηγικής από το ΚΚΕ θα οδηγούσε στο ξεκαθάρισμα από την αρχή του χαρακτήρα της ένοπλης πάλης ως πάλης για την εργατική εξουσία, θα επέτρεπε την επεξεργασία συνθημάτων και στόχων που θα βοηθούσαν σε μεγαλύτερη εργατική και λαϊκή συσπείρωση, θα οδηγούσε στον καθορισμό των μεγάλων πόλεων ως επίκεντρου του αγώνα (Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης κ.ά.), θα συνέβαλλε στη μεγαλύτερη μαζικότητα και αποφασιστικότητά του, στην εργατική του σύνθεση.

Η επιλογή του ένοπλου αγώνα, έστω και με καθυστέρηση, ήταν επιβεβλημένη. Μπροστά στο λαό έμπαινε το δίλημμα «υποταγή ή οργάνωση της πάλης και αντεπίθεση». Προς τιμήν του το λαϊκό κίνημα επέλεξε τον δεύτερο δρόμο.

Βρίσκονται εκτός πραγματικότητας ή ενεργούν εκ του πονηρού αυτοί που επικρίνουν το ΚΚΕ για την αποχή από τις εκλογές του 1946. Με τη συμμετοχή του θα νομιμοποιούσε το καθεστώς της αιματηρής τρομοκρατίας, που θα συνεχιζόταν και αν το ΚΚΕ συμμετείχε. Γιατί το θέμα που επιδίωκε να επιλύσει σε όφελός της η αστική τάξη ήταν η ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων.

Ακριβώς γι’ αυτό ο ένοπλος αγώνας 1946 – 1949 δεν ήταν αποτέλεσμα τυχοδιωκτικών επιλογών της ηγεσίας του ΚΚΕ, όπως ισχυρίζονται οπορτουνιστές και σειρά αστικών δυνάμεων. Είναι απόδειξη ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν χωράνε στα ιδεολογήματα της λεγόμενης «εθνικής ομοψυχίας» και της κατάργησης των ταξικών διαχωριστικών γραμμών.

Η επιλογή του ένοπλου αγώνα ήταν σωστή και γιατί η συνέχιση μιας πολιτικής υποχωρήσεων θα επιδρούσε βραχυχρόνια και πολύ περισσότερο μακροχρόνια αρνητικά στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, όσο και επειδή, όπως αποδείχτηκε και από την Ιστορία του 20ού αιώνα, ο δρόμος της ανατροπής της αστικής εξουσίας σε όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες ήταν ο μόνος που θα συνέβαλλε και στην αλλαγή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, επομένως και στην υπεράσπιση της ΕΣΣΔ και των Λαϊκών Δημοκρατιών.

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
  1. «Οι πραγματικές αιτίες του ελληνικού δράματος», εκδ. Τμήμα Διαφωτίσεως της ΚΕ του ΕΑΜ, Αθήνα, 1947, σελ. 8-9 (Περιέχεται το Υπόμνημα του Πολιτικού Συνασπισμού του ΕΑΜ στην Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ).
  2. «Ριζοσπάστης», 24-1-1946.
  3. Συλλογικό, «Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978», εκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1978, σελ. 238-241.
  4. Μιχάλης Κ. Λυμπεράτος, «Στα πρόθυρα του Εμφύλιου Πολέμου», εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2006, σελ. 213-214.
  5. Συλλογικό, «Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978», έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1978, σελ. 260.
  6. Μιχάλης Κ. Λυμπεράτος, «Στα πρόθυρα του Εμφύλιου Πολέμου», εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2006, σελ. 203.
  7. Βασίλειος Γ. Μανουσάκης, «Οικονομία και πολιτική στην Ελλάδα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», Διδακτορική Διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2014, σελ. 941.
  8. Αρχείο ΚΚΕ – Εγγραφο 542286, Εκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ στο ΚΚΣΕ με τίτλο «Η κατάσταση στην Ελλάδα και τα επείγοντα προβλήματα του κινήματός μας», 12-9-1946.
  9. «Ριζοσπάστης», 13-1-2002.
  10. «Νέα Γενιά», 16-31 Γενάρη 1946, σελ. 11.
  11. Συνδικαλιστική παράταξη που στήριζε το ΕΑΜ.
  12. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010, σελ. 608-609.
  13. Αλέκος Παπαγεωργίου, «Εμπειρίες ένοπλων αγώνων», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2001, σελ. 369 – 370 – 371.
  14. «Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ», τχ. Β’, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1945, σελ. 23-25 και «Απόφαση της 12ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Εισήγηση και τελικός λόγος του Νίκου Ζαχαριάδη», εκδ. «Ο Ρήγας», Αθήνα, 1945, σελ. 19.
  15. «Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ», τχ. Ε’, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1945, σελ. 16-18.
  16. Ιωάννα Παπαθανασίου, «Οι κομμουνιστές και οι πρώτες εκλογές στη Μεταπολεμική Ευρώπη: Μια ενιαία αντίληψη;» στο Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης» (Γρηγόριος Ψαλλίδας: Επιμ.), «Οι εκλογές του 1946 σταθμός στην πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας», εκδ. «Πατάκη», Αθήνα 2008, σελ. 97.
  17. Αρχείο του ΚΚΕ – Εγγραφο 503943, Εκθεση Γιώργη Κικίτσα «Για τη δεύτερη Εθνική μας Αντίσταση», περίοδος 1946-1947.
  18. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2010, σελ. 243-244 και ΚΕ του ΚΚΕ, «Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2011, σελ. 320.
  19. Αρχείο του ΚΚΕ – Εγγραφο 503697, Εκθεση Γιώργη Κικίτσα, 3-5-1956.
  20. CDA – CPA, F 1, Op. 7, Ath. Ed., όπως παρατίθεται στο Βασίλης Κόντης – Σπυρίδων Σφέτας (Επιμ.), «Εμφύλιος Πόλεμος. Εγγραφα από τα Γιουγκοσλαβικά και τα Βουλγαρικά Αρχεία», εκδ. «Παρατηρητής». Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 174-175.
  21. MAE, Archives Diplomatiques, Serie Z, Carton 68, Dossier 1, τ. 27, σελ. 21, όπως παρατίθεται στο Ιορντάν Μπάεφ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1997, σελ. 101 – 102.
  22. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 233-234.

  • Πανό στο κέντρο της Αθήνας που καλεί το λαό σε αποχή από τις εκλογές. Από τις εκλογές της 31ης Μάρτη απείχε ο πολιτικός συνασπισμός του ΕΑΜ, όπου συμμετείχε και το ΚΚΕ. Επίσης απείχαν το Κόμμα των Αριστερών Φιλελευθέρων, το ΣΚ-ΕΛΔ (Σοσιαλιστικό Κόμμα – Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας), το Προοδευτικό Κόμμα του Καφαντάρη, η Ενωση Δημοκρατικών Αριστερών, αλλά και μεμονωμένοι αστοί πολιτικοί (Εμμ. Τσουδερός, Γ. Καρτάλης). Από τη σκοπιά του ΚΚΕ, η απόφαση για την αποχή ήταν σωστή, όμως προέκυπτε μια αντιφατικότητα στο βαθμό που η αποχή δεν εντάχθηκε σε πολιτικό σχέδιο γενικευμένης σύγκρουσης για την εξουσία.