ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ : Αναζήτηση συμβιβασμών στην «κινούμενη άμμο» των αντιθέσεων

Δίχως αποτέλεσμα έληξε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (ΕΣ) που συνήλθε χτες σε τηλεδιάσκεψη, 4η φορά στη διάρκεια της πανδημίας, με βασικό ζήτημα τη δημιουργία «Ταμείου Ανάκαμψης» της ευρωενωσιακής οικονομίας, παραπέμποντας το θέμα σε επόμενη Σύνοδο Κορυφής στις αρχές Μάη, πιθανότατα στις 6/5. Απέτυχε, έτσι, άλλη μια προσπάθεια να γεφυρωθούν, με έναν πρόσκαιρο συμβιβασμό, οι αντιθέσεις που οξύνονται στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής ένωσης, μπροστά στη νέα κρίση και τη διαχείρισή της.

Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρίαση ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, σημείωσε ότι οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησαν από την Κομισιόν να επεξεργαστεί τα «σημεία μιας κοινής προσέγγισης» για ένα σχέδιο κοινής χρηματοδότησης της ΕΕ σε ό,τι αφορά την οικονομική ανάκαμψη μετά την πανδημία, όπως και ότι επιθυμούν η Κομισιόν να συνδέσει το σχέδιο αυτό με τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2021 – 2027, σημειώνοντας πως η συμφωνία για το Ταμείο και τον προϋπολογισμό της ΕΕ «θα είναι δύσκολη, αλλά υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση».

Από την πλευρά της, η επικεφαλής της Κομισιόν, Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, σημείωσε ότι «η ανάκαμψη δεν θα είναι συμμετρική αν δεν υπάρχει κοινή δράση» και τόνισε ότι αυτή πρέπει να σχεδιαστεί βάσει των ψηφιακών και «πράσινων» προτεραιοτήτων της ΕΕ, που έχει στόχο να βρουν διεξόδους τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια, αλλά και ότι η Κομισιόν θα εξετάσει «καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία» στον επόμενο προϋπολογισμό, στέλνοντας σε κάθε περίπτωση το λογαριασμό στους λαούς.

Είχε προηγηθεί η «δραματική» έκκληση της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία συμμετείχε στη χτεσινή διάσκεψη προειδοποιώντας με ύφεση έως και 15% εντός του 2020 και ζητώντας γενναία στήριξη της οικονομίας από τις κυβερνήσεις των κρατών – μελών.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Bloomberg», το σχέδιο της Κομισιόν που παρουσιάστηκε ως βάση συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανέρχεται στα 2 τρισ. ευρώ και μεταξύ άλλων προβλέπει ότι η ΕΕ θα ενσωματώσει ένα «Ταμείο Ανάκαμψης», ύψους 300 δισ. ευρώ, στον προϋπολογισμό της για την περίοδο 2021 – 2027, καθώς και δύο Ταμεία ύψους 200 δισ. ευρώ για την προστασία των εσωτερικών αγορών της, ότι θα αναδιαρθρώσει άλλα και ότι θα δανειστεί 320 δισ. ευρώ από τις κεφαλαιαγορές, με το μισό ποσό από τα κεφάλαια που θα αντλήσει να δίνεται στις χώρες με τη μορφή δανείων και το υπόλοιπο να παραμένει στον προϋπολογισμό της ΕΕ για να καλύπτει τους ετήσιους τόκους, ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ.

Θυμίζουμε ότι 9 χώρες της Ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων οι Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία, υποστηρίζουν ότι το Ταμείο θα πρέπει να χρηματοδοτείται με «αμοιβαιοποίηση» του χρέους, μέσω έκδοσης κάποιας μορφής ευρωενωσιακών κορονο-ομολόγων, πρόταση που απορρίπτει η Γερμανία, η οποία και σε μια προσπάθεια συμβιβασμών για να διατηρήσει τη συνοχή της ΕΕ, παραπέμπει στην αύξηση του μεσοπρόθεσμου προϋπολογισμού.

Η Γερμανίδα καγκελάριος, Αγκελα Μέρκελ, χτες το πρωί, σε ομιλία της στη Βουλή της χώρας της, τόνισε ότι ακόμη και στην περίπτωση που η χτεσινή τηλεδιάσκεψη αποφάσιζε την έκδοση τέτοιων ομολόγων, η υλοποίηση της απόφασης θα ήταν «χρονοβόρα και δύσκολη», σημειώνοντας πως επειδή τα κράτη – μέλη θα παρέδιδαν στην ΕΕ μέρος των δημοσιονομικών τους δικαιωμάτων θα έπρεπε να αλλάξουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες και κάτι τέτοιο προϋποθέτει την έγκριση των Κοινοβουλίων των 27 κρατών – μελών της ΕΕ, ενώ το ζητούμενο αυτήν τη στιγμή είναι να υπάρξει «γρήγορα βοήθεια και να αποκτηθούν γρήγορα εργαλεία». «Ενα ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την τόνωση της οικονομίας θα μπορούσε να στηρίξει αυτήν τη διαδικασία», τόνισε και πρόσθεσε ότι θα πρέπει τα κράτη – μέλη να διαθέσουν για ένα ορισμένο διάστημα μεγαλύτερα ποσά για τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Επέμεινε δε ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ για το διάστημα 2021 – 2027 είναι το «βέλτιστο εργαλείο για την αλληλέγγυα χρηματοδότηση κοινών στόχων στην ΕΕ».

Από την πλευρά του, ο Ιταλός πρωθυπουργός, Τζ. Κόντε, που φέρεται να ζήτησε το «Ταμείο Ανάκαμψης» να έχει έναν κουμπαρά 1,5 τρισ. ευρώ και να παρέχει «επιχορηγήσεις» και όχι δάνεια στα κράτη – μέλη, με τον ίδιο να δηλώνει πάντως μετά τη χτεσινή συνεδρίαση πως «έχουμε σημειώσει μεγάλη πρόοδο, αδιανόητο μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες».

Σύμφωνα με το «Ρόιτερς» πάντως στις «επιχορηγήσεις» αντιτίθενται ευθέως Αυστρία, Δανία, Σουηδία και Ολλανδία.

  • Ζυγισμένοι – στοιχισμένοι στις απαιτήσεις του κεφαλαίου

Μεταφέροντας τα «θέλω» του εγχώριου κεφαλαίου, ο Κυρ. Μητσοτάκης, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, στην τοποθέτησή του υποστήριξε «πλήρως την επείγουσα συγκρότηση ενός Ταμείου Ανάκαμψης επιπροσθέτως της λειτουργίας του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ)», όπου παραπέμπει το Βερολίνο, σημειώνοντας ότι το Ταμείο αυτό πρέπει να είναι «πολύ μεγάλο» και ότι θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί με κάποιου είδους κοινό εργαλείο μακροπρόθεσμου χρέους, ζήτησε αυτό να λειτουργήσει εμπροσθοβαρώς και να εστιάσει πρωτίστως σε επιχορηγήσεις προς τα κράτη – μέλη παρά σε δάνεια, λέγοντας ότι «δεν πρέπει να επιτρέψουμε περαιτέρω αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ» και ότι αυτό «θα ήταν πράξη προς το συμφέρον όλων των χωρών» κι όχι μόνο πράξη αλληλεγγύης.

Παραπέρα, με πρεμούρα της κυβέρνησης και την επανεκκίνηση τουριστικών ροών προς τη χώρα, ζήτησε την επεξεργασία μιας πολύ συγκεκριμένης πρότασης για την επανέναρξη των αεροπορικών συνδέσεων, το συντομότερο δυνατόν και να υπάρξει κοινή δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για «να στηριχθεί ο τουρισμός στις χώρες του Νότου».

Τέλος, ζήτησε «να σταλεί ένα καθαρό μήνυμα προς την Τουρκία για τις προκλητικές ενέργειές της τόσο στο Αιγαίο όσο κι έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας», για να εισπράξει άλλη μια φορά …τσάι και συμπάθεια.

Στο ίδιο μήκος κύματος νωρίτερα, «να υιοθετηθούν άμεσα μέτρα όπως το ευρω-ομόλογο και να συμφωνηθεί η επέκταση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού» για τη θωράκιση του κεφαλαίου αλλά και της συνοχής της ΕΕ ζητούσε και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρας, παρεμβαίνοντας στην Προπαρασκευαστική Σύνοδο των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών (PES) χτες, που ως είθισται προηγείται των Συνόδων Κορυφής. Στο πλαίσιο αυτό εξέφρασε τη στήριξή του στην ισπανική πρόταση (αλλά και στην πρόταση του Αμερικανού μεγαλοεπενδυτή Τζ. Σόρος) για «αέναα ομόλογα», στις γαλλικές θέσεις για αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας και για το 2021, «προάσπιση της πράσινης και ψηφιακής ατζέντας» για να βρουν διεξόδους τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια και πρωτοβουλίες για «να μην ξαναφουντώσει η κρίση ασφαλείας και Προσφυγικού» τόσο απέναντι στη Λιβύη όσο και προς την Τουρκία προκειμένου επ’ απειλή κυρώσεων να σεβαστεί τη συμφωνία με την ΕΕ που εγκλωβίζει πρόσφυγες και μετανάστες στην Ελλάδα.

  • Στο… ύψος τους τα μεγάλα κρατικά χρέη και η ανισόμετρη κατανομή τους

Την ίδια ώρα, μια ακόμα πλευρά για το υπόβαθρο των αντιθέσεων που μεγαλώνουν δίνουν και οι χτεσινές ανακοινώσεις της Eurostat σχετικά με τα μεγάλα κρατικά χρέη στην ΕΕ, όσο και την ανισόμετρη κατανομή τους.

Ο μέσος όρος του κρατικού χρέους των χωρών της Ευρωζώνης το τέταρτο τρίμηνο του 2019 ανήλθε στο 84,1% του ΑΕΠ, ενώ στην ΕΕ των 27 το χρέος ανήλθε στο 77,8%. Το ίδιο τρίμηνο του 2018 το χρέος κινούνταν στο 85,8% και 79.6% αντίστοιχα.

Τα υψηλότερα ποσοστά κρατικού χρέους καταγράφονται στην Ελλάδα (176,6%), στην Ιταλία (134,8%) και την Πορτογαλία (117,7%) και τα χαμηλότερα στην Εσθονία, (8,4%), στην Βουλγαρία (20,4%) και το Λουξεμβούργο (22,1%).

Στη Γερμανία το ποσοστό χρέους προς το ΑΕΠ κινούνταν στο 59,8%, στη Γαλλία στο 98,1% και στην Ισπανία στο 95,5%.

«Η Άποψή μας» : Σάπισε

Η συζήτηση για ένα «νέο σχέδιο Μάρσαλ», ή ένα νέο «New Deal», με επίκεντρο τις γνωστές «επεκτατικές» συνταγές, οι προτάσεις χρηματιστών και διαφόρων άλλων αρπακτικών για «αέναα ομόλογα» της ΕΕ, οι γαλλογερμανικοί εύθραυστοι συμβιβασμοί και οι ισπανικές «προτάσεις – γέφυρα» για τη χρηματοδότηση του «ταμείου ανασυγκρότησης» στην Ευρωζώνη, είναι μερικά από όσα βρίσκονται στο τραπέζι της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις διάφορες μερίδες του κεφαλαίου και τα καπιταλιστικά κράτη, για την αντιμετώπιση των συνεπειών από την επιδημία και κυρίως για τη διαχείριση της νέας καπιταλιστικής κρίσης που βρίσκεται «προ των πυλών».

Όλα αυτά τα σχέδια και οι προτάσεις έχουν έναν και μόνο κοινό παρονομαστή: Το πώς θα δώσουν «οξυγόνο» στον ιστορικά ξεπερασμένο καπιταλισμό, πώς θα θωρακίσουν τα κέρδη και την εξουσία του κεφαλαίου, φορτώνοντας τους λαούς με ακόμα περισσότερη εκμετάλλευση, φτώχεια, χρέη, ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η συζήτηση αυτή γίνεται υπό την απειλή μιας νέας καπιταλιστικής κρίσης, που, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, θα χτυπήσει με σφοδρότητα όλες τις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη, λίγα μόλις χρόνια μετά την τελευταία κρίση και ενώ μεσολάβησε μια σύντομη περίοδος αναιμικών ρυθμών ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία.

Τα μεγάλα λόγια για «βιώσιμη» και «αειφόρο» ανάπτυξη, που τα επιτεύγματά της θα απολάμβαναν οι λαοί μετά την τελευταία κρίση, καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος.

Αντί γι’ αυτά, οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν νέο γύρο αντεργατικών μέτρων, στο όνομα της διαχείρισης της πανδημίας, που ήρθαν όμως για να μείνουν. Οι στρατιές των ανέργων που μεγαλώνουν στις ΗΠΑ και σε άλλες καπιταλιστικές «μητροπόλεις», οι προβλέψεις για θεαματική άνοδο της ανεργίας και στη χώρα μας είναι ενδεικτικά.

Επιβεβαιώνεται και μ’ αυτόν τον τρόπο ότι το σύστημα βολοδέρνει στα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις του και ότι η τεράστια υπερσυσσώρευση κεφαλαίων δεν μπορεί να λυθεί με κανένα από τα «γιατροσόφια» της αστικής διαχείρισης.

Στη χώρα μας, άλλωστε, δοκιμάσαμε και τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ και τη σοσιαλδημοκρατική του ΣΥΡΙΖΑ. Καμιά από τις δύο, ούτε οι παραλλαγές τους, που προτείνουν διάφοροι πρόθυμοι «ναυαγοσώστες» του συστήματος, δεν απέτρεψαν τη νέα κρίση, παρά τις υποσχέσεις και τα μεγάλα λόγια.

Αντίθετα, οι ανταγωνισμοί οξύνονται και οι κρίσεις επαναλαμβάνονται, με μόνιμα θύματα τους εργαζόμενους και τον λαό. Τις αντιθέσεις αυτές καταγράφει άλλωστε και η σημερινή εικόνα της ΕΕ, όπου το ζήτημα της συνοχής της επανέρχεται με οξύτητα. Σε κάθε περίπτωση, αποκαλύπτεται ξανά το ψέμα της «αλληλεγγύης», η οποία αφορά μόνο την ενιαία επίθεση ενάντια στους λαούς, την ώρα που οι ανταγωνισμοί μεγαλώνουν.

Αλλά και οι εκατόμβες των νεκρών στις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, με ορόσημο τους ομαδικούς τάφους στη Νέα Υόρκη, η κατάρρευση των συστημάτων Υγείας, με τα θεμέλιά τους υποσκαμμένα από την πολιτική που λογαριάζει σαν κόστος τις λαϊκές ανάγκες, δείχνουν με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο ότι το εκμεταλλευτικό σύστημα όχι μόνο δεν μπορεί να τις ικανοποιήσει, με βάση τις σημερινές μεγάλες δυνατότητες, αλλά ανοιχτά τις εχθρεύεται, για να διασφαλίσει τα κέρδη μιας χούφτας μονοπωλίων.

Τη δυσοσμία αυτού του συστήματος δεν μπορεί να την καλύψει κανένας πρόσκαιρος συμβιβασμός, στη βάση συνταγών διαχείρισης που εφαρμόστηκαν και στο παρελθόν, σε άλλες ιστορικές συνθήκες, και οι οποίες δεν γιάτρεψαν βέβαια τις αντιφάσεις, ούτε απέτρεψαν τα αδιέξοδα.

Το διακύβευμα, επομένως, για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα δεν μπορεί να είναι με ποια συνταγή θα ξαναπληρώσουν την καπιταλιστική κρίση, όπως πλήρωσαν την προηγούμενη και όπως πληρώνουν την πανδημία.

Αυτό που προβάλλει ορμητικά στο προσκήνιο είναι η ανάγκη να δυναμώσει σήμερα ο αγώνας, που θα ανοίξει το δρόμο για το ελπιδοφόρο αύριο. Στους σημερινούς αγώνες με σύνθημα «ο λαός πλήρωσε πολλά, δεν θα πληρώσει ξανά!» να διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για αντεπίθεση, που θα σπάσει τον «φαύλο κύκλο», σε σύγκρουση με το κεφάλαιο και την εξουσία του.

  • Από τον Ριζοσπάστη της Παρασκευής 24/4/2020