ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ : Χυδαίος αντικομμουνισμός με αφορμή την 23η Αυγούστου

Την ανιστόρητη και επικίνδυνη εξίσωση φασισμού – κομμουνισμού αναπαράγει η κοινή δήλωση που έκαναν την Πέμπτη ο α’ αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σοσιαλδημοκράτης Φρανς Τίμερμανς και η επίτροπος Δικαιοσύνης Βιέρας Γιούροβα, με αφορμή την 23η Αυγούστου, που καθιερώθηκε από την ΕΕ ως «Ευρωπαϊκή Μέρα μνήμης στα θύματα του ολοκληρωτισμού και των αυταρχικών καθεστώτων».

Οι δύο αξιωματούχοι της ΕΕ αναπαράγουν τη συκοφαντία της «συνεργασίας της ΕΣΣΔ με τη ναζιστική Γερμανία», μέσω του Συμφώνου Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ, που υπογράφτηκε στις 23 Αυγούστου του 1939, το οποίο όπως λένε «άνοιξε ένα μαύρο κεφάλαιο στην ευρωπαϊκή ιστορία (…) Σε μια Ευρώπη που η ελευθερία και η δημοκρατία δεν ήταν παρά μόνο ένα όνειρο. Δεκάδες εκατομμύρια εκτοπίζονταν, βασανίζονταν και δολοφονούνταν κάτω από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ευρώπης».

Στην ίδια αισχρή δήλωση, πανηγυρίζουν για την ανατροπή του σοσιαλισμού πριν από 30 χρόνια με την «πτώση του σιδηρού παραπετάσματος», όπως λένε, που δήθεν «έφερε πίσω την ελευθερία και τη δημοκρατία» και «ένωσε την Ευρώπη». Καταλήγουν προκλητικά και με κυνισμό ότι «πρέπει να διατηρήσουμε ζωντανή τη μνήμη ώστε να εμπνέει τις νέες γενιές στην υπεράσπιση των βασικών δικαιωμάτων, της έννομης τάξης και της δημοκρατίας (…) Στεκόμαστε ενάντια στον ολοκληρωτισμό και στα αυταρχικά καθεστώτα κάθε είδους».

Στο ίδιο πνεύμα της αντικομμουνιστικής υστερίας είναι και κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν την Παρασκευή οι υπουργοί πέντε χωρών της ΕΕ: Λιθουανίας, Λετονίας, Εσθονίας (Βαλτικών χωρών της πρώην ΕΣΣΔ, όπου οι αντιδραστικές κυβερνήσεις τιμούν με παρελάσεις ως «απελευθερωτές» τα ναζιστικά τάγματα των Ες – Ες και τους συνεργάτες τους), Πολωνίας και Ρουμανίας.

Οι απολογητές του σάπιου καπιταλισμού και της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, επιτίθενται στον σοσιαλισμό – κομμουνισμό με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και όχι στο παρελθόν, επειδή θέλουν να θωρακίσουν το βάρβαρο σύστημα από τη μόνη πραγματική και ρεαλιστική διέξοδο για το λαό, που δεν είναι άλλη από την ανατροπή του.

Σε κάθε περίπτωση, με την εξίσωση του κομμουνισμού με το ναζισμό, κάτω από την ομπρέλα του «ολοκληρωτισμού», στην πραγματικότητα αθωώνεται η εγκληματική ιδεολογία του ναζισμού και επιβεβαιώνεται ότι επίσημη ιδεολογία της ΕΕ είναι ο αντικομουνισμός.

Για την ιστορία, το σοβιετογερμανικό Σύμφωνο μη επίθεσης, το γνωστό Σύμφωνο «Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ», επήλθε μετά τη Συμφωνία του Μονάχου το 1938 (μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας, Βρετανίας και Γαλλίας), που ουσιαστικά «έσπρωχνε» τον Χίτλερ προς Ανατολάς και αφού όλες οι αλλεπάλληλες προσπάθειες προσέγγισης της ΕΣΣΔ με τις «δημοκρατίες» της Ευρώπης για τη συγκρότηση μετώπου κατά της επιθετικότητας του φασισμού είχαν αποτύχει.

Έτσι, το Σύμφωνο «Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ» ήταν το μοναδικό μέσο άμυνας που είχε απομείνει στη Σοβιετική Ένωση δεδομένων των συνθηκών. Εξασφάλισε στη χώρα 21 πολύτιμους μήνες ειρήνης, που κατόπιν αποδείχτηκαν ανεκτίμητοι στην πολεμική της προετοιμασία ενόψει της αναπόφευκτης γερμανικής επίθεσης.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1991 ΣΤΗΝ ΠΡΩΗΝ ΕΣΣΔ :

Τα γεγονότα που σημάδεψαν την «τελική πράξη» της αντεπανάστασης
  • Η συγκρότηση της Κρατικής Επιτροπής Έκτακτης Ανάγκης, η επικράτηση Γιέλτσιν και η διάλυση της ΕΣΣΔ.

Στις 19 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 28 χρόνια από την επίσημη «αρχή του τέλους» της ΕΣΣΔ. Ήταν η τελευταία πράξη της διαδικασίας, που είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν και οδήγησε στην πλήρη επικράτηση των δυνάμεων της αντεπανάστασης και στην κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Οι συνεπείς κομμουνιστικές δυνάμεις, που είχαν συγκροτήσει διάφορες πολιτικές κινήσεις εντός και εκτός του Κομμουνιστικού Κόμματος, αν και αντέδρασαν στην τελευταία φάση της προδοσίας, ενάντια στην «περεστρόικα», δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να την αποκαλύψουν και να οργανώσουν με επιτυχία την επαναστατική αντίδραση της εργατικής τάξης.

Τα γεγονότα

Στις 19 Αυγούστου 1991, μια ομάδα ανώτατων στελεχών του σοβιετικού κράτους ανακοίνωσε τη δημιουργία της Κρατικής Επιτροπής Έκτακτης Ανάγκης (ΚΕΕΑ), δηλώνοντας πως για «λόγους υγείας» ο Μ. Γκορμπατσόφ δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του.

Έτσι, επί της ουσίας, η ΚΕΕΑ δεν άνοιξε την ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση με την οπορτουνιστική – αντεπαναστατική γραμμή της περεστρόικα, ούτε επεδίωξε να αποκαλύψει στους εργαζόμενους τις στοχεύσεις της. Επιπλέον, δεν απευθύνθηκε στις υγιείς κομμουνιστικές δυνάμεις μέσα στο ΚΚΣΕ, ούτε στις πλατιές μάζες των εργαζομένων που επιθυμούσαν τη διαφύλαξη της ΕΣΣΔ και του σοσιαλισμού, όπως είχαν εκφραστεί πριν λίγους μήνες στο πανενωσιακό δημοψήφισμα.

Στην ΚΕΕΑ συμμετείχαν ο Γκενάντι Γιανάεφ, αντιπρόεδρος της ΕΣΣΔ, ο Βαλεντίν Παβλόφ,πρωθυπουργός της ΕΣΣΔ, ο Βλαντιμίρ Κριουτσκόφ, πρόεδρος της KGB, ο Ντιμίτρι Γιαζόφ, υπουργός Αμυνας, ο Ολεγκ Μπακλάνοφ, πρώτος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Αμυνας, ο Αλεξάντρ Τιζιακόφ,πρόεδρος της Ένωσης των κρατικών βιομηχανικών επιχειρήσεων, ο Βασίλι Σταροντούμπτσεφ, πρόεδρος της Αγροτικής Ένωσης.

Κατά της ΚΕΕΑ τάχτηκε ο Μπορίς Γιέλτσιν, πρόεδρος τότε της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, που κάλεσε σε κινητοποιήσεις κατά της «χούντας», όπως τη χαρακτήρισε. Στο πλευρό του βρέθηκαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τα ΜΜΕ, που παρουσίασαν τα γεγονότα ως «στρατιωτικό πραξικόπημα».

Η ΚΕΕΑ, πέρα από τη διακήρυξη ότι εργάζεται για τη σωτηρία της ΕΣΣΔ και την είσοδο στη Μόσχα ορισμένων στρατιωτικών μονάδων (που εκ των υστέρων αποδείχτηκε πως ήταν άοπλες), δεν προχώρησε σε κάποιες σαφείς πολιτικές ή άλλες ενέργειες και μετά από λίγα εικοσιτετράωρα οδηγήθηκε σε παραίτηση.

Τα μέλη της και άλλα στελέχη του σοβιετικού κράτους και του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ), όπως ο πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, Ανατόλι Λουκιάνοφ, και το μέλος του ΠΓ του ΚΚΣΕ Ολεγκ Σένιν, συνελήφθησαν. Ενώ ορισμένα άλλα στελέχη του σοβιετικού κράτους και του ΚΚΣΕ «αυτοκτόνησαν» με περίεργους τρόπους εκείνες τις μέρες.

Η επικράτηση Γιέλτσιν

Ο Γιέλτσιν, που ηγούνταν των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων της αντεπανάστασης, μετά την ανατροπή της ΚΕΕΑ, προχώρησε στην απαγόρευση της δράσης του ΚΚΣΕ και λίγο αργότερα στην υπογραφή της συμφωνίας διάλυσης της ΕΣΣΔ, με τους τότε Προέδρους της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, Κραφτσούκ και Σουσκέβιτς, αντίστοιχα.

Να σημειωθεί ότι η δίκη των μελών της ΚΕΕΑ ξεκίνησε τον Γενάρη του 1993 και ολοκληρώθηκε τον Φλεβάρη του 1994, με την αμνηστία που δόθηκε σε αυτούς και σε όσους είχαν συλληφθεί για τα αιματηρά γεγονότα του Οκτώβρη του 1993, που ολοκληρώθηκαν με το βομβαρδισμό του Κοινοβουλίου από τα τανκς του Γιέλτσιν.

Η αστική δημοσιογραφία ισχυρίζεται πως η ΚΕΕΑ ήταν μια προσπάθεια να «σταματήσει η Ιστορία», θέλοντας να πείσει πως ο καπιταλισμός και η παλινόρθωσή του ήταν αναπόφευκτα.

Στις γραμμές των κομμουνιστών της Ρωσίας κυριαρχεί η εκτίμηση πως επρόκειτο για μια «δονκιχωτική» προσπάθεια διάσωσης της Σοβιετικής Ενωσης, που βάδιζε προς την καταστροφή. Μια προσπάθεια, που, ωστόσο, δεν απέδωσε, γιατί πέρα από τις «καλές προθέσεις» των πρωταγωνιστών, δεν υπήρχε σοβαρό σχέδιο, ούτε η ανάλογη αποφασιστικότητα που απαιτούνταν για να στεφθεί με επιτυχία.

Τα βαθύτερα αίτια των ανατροπών

Το τι ακριβώς ήταν η ΚΕΕΑ θα απαιτηθεί, πιθανόν, χρόνος για να το μάθουμε, όταν θα είναι γνωστά και άλλα «κομμάτια» του «παζλ» εκείνης της εποχής. Εκείνο που έχει σημασία σήμερα είναι η γνώση των βαθύτερων αιτιών της ανατροπής του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, όπου στην «τελική πράξη» του δράματος ρόλο έπαιξε η ΚΕΕΑ.

Στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου, «Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό», το Κόμμα μας εκτίμησε ότι το ΚΚΣΕ, με σημείο στροφής το 20ό Συνέδριό του, το 1956, υιοθέτησε μια σειρά οπορτουνιστικές θέσεις για τα ζητήματα της οικονομίας, της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος και των διεθνών σχέσεων.

Σε αυτό το Συνέδριο άλλαξε ο συσχετισμός στη διαπάλη που διεξαγόταν όλη την προηγούμενη περίοδο, με στροφή υπέρ των αναθεωρητικών – οπορτουνιστικών θέσεων, με αποτέλεσμα το κόμμα σταδιακά να χάνει τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά, ώστε τη δεκαετία του ’80 να επικρατήσει ο οπορτουνισμός με την περεστρόικα και την αντεπανάσταση.

Η βαθύτερη ανάλυση δείχνει ότι με τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις Κοσίγκιν τη δεκαετία του ’60 αδυνάτισε ο κεντρικός σχεδιασμός, υιοθετήθηκε ως κίνητρο της παραγωγής το καπιταλιστικό κέρδος, υπήρξε πτώση της δυναμικής της σοσιαλιστικής ανάπτυξης.

Οι μεταρρυθμίσεις ενίσχυσαν το βραχυπρόθεσμο ατομικό και ομαδικό συμφέρον σε βάρος των γενικών κοινωνικών συμφερόντων. Δημιούργησαν έτσι στην πορεία το κοινωνικό έδαφος για να ανδρωθεί και να επικρατήσει, τελικά, η αντεπανάσταση.

Σε επόμενο φύλλο, ο «Ριζοσπάστης» θα επανέλθει με πιο αναλυτικές αναφορές και εκτιμήσεις για την περίοδο αυτή, που παίχτηκε ένα από τα τελευταία επεισόδια της αντεπανάστασης στην πρώην ΕΣΣΔ.

  • Από τον «Ριζοσπάστη» του Σαββατο-Κύριακου 24-25/8/2019