20 χρόνια μετά το ΕΥΡΩ : Εντεινόμενες ανισομετρίες, επιβράδυνση και «κίνδυνοι» για την Ευρωζώνη

Μια εικοσαετία μετά το «κλείδωμα» του ευρώ (αρχικά σε λογιστική μορφή, το Γενάρη του 1999), οι εντεινόμενες ανισομετρίες στις οικονομίες της Ευρωζώνης, που καταγράφουν στις εκθέσεις που δημοσιεύουν αυτή την περίοδο αστικά επιτελεία και ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, επιβεβαιώνουν ότι στο έδαφος της καπιταλιστικής ανισομετρίας που βρίσκεται στο DNA του σάπιου συστήματος, η «ψαλίδα» ανάμεσα στις καπιταλιστικές οικονομίες που συγκροτούν την ιμπεριαλιστική ένωση όχι μόνο δεν έκλεισε όλα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά αντίθετα μεγάλωσε, φέρνοντας στην επιφάνεια με νέα ορμή ανταγωνισμούς και φυγόκεντρες τάσεις.

Παράλληλα, οι τρέχουσες εξελίξεις και οι νεότερες διαπιστώσεις τους, οι ρυθμοί «κόπωσης» και επιβράδυνσης των καπιταλιστικών οικονομιών καθώς και οι πολλαπλοί παράγοντες κινδύνου και αβεβαιότητας που εντοπίζουν, θέτουν ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας την κλιμάκωση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων σε πρώτη φάση σε ό,τι αφορά την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), αλλά και συνολικά τη λεγόμενη «οικονομική διακυβέρνηση» της ιμπεριαλιστικής ένωσης. Προσπάθεια που βέβαια προχωράει εν μέσω σφοδρών ανταγωνισμών και πρόσκαιρων συμβιβασμών, που εκφράζονται και σε πολιτικό επίπεδο, ενόψει και των προσεχών ευρωεκλογών αλλά και της αλλαγής σκυτάλης που θα ακολουθήσει το 2019 σε επιτελικές θέσεις της ΕΕ και της Ευρωζώνης (Κομισιόν, ΕΚΤ).

«Πραγματική απόκλιση αντί για σύγκλιση»

«Η υιοθέτηση του ευρώ δεν λειτούργησε ως καταλύτης πραγματικής σύγκλισης, όπως αρχικά αναμενόταν», υπογραμμίζεται σε ειδικό κεφάλαιο της έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδας για τη «Νομισματική πολιτική 2018», γεγονός βέβαια που πέρα απ’ το ότι είναι αποκαλυπτικό για τα «φούμαρα» περί «σύγκλισης», φέρνει στην επιφάνεια τους προβληματισμούς και τις συζητήσεις των αστικών επιτελείων της Ευρωζώνης.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η κρίση «οδήγησε σε πραγματική απόκλιση, η οποία δεν σχετίζεται αποκλειστικά με τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση στην Ελλάδα». Ανεξάρτητα από την περίπτωση της ελληνικής οικονομίας και της όποιας συμβολής της στις καταγραφόμενες «πραγματικές αποκλίσεις», «η εισοδηματική ανισότητα μεταξύ των χωρών – μελών της Ευρωζώνης έχει αυξηθεί από το 2012 σε ανησυχητικά επίπεδα», ενώ «ταυτόχρονα, η διαρθρωτική ανομοιογένεια των χωρών υποδηλώνει ότι απόλυτη σύγκλιση δεν είναι εφικτή, εντός ή εκτός μιας νομισματικής ένωσης», διαπιστώνει η έκθεση της ΤτΕ.

Σε αυτό το φόντο, ουσιαστικά ομολογούνται και οι δυσκολίες στην προσπάθεια για την εμβάθυνση της ΟΝΕ, γύρω από την οποία εκδηλώνονται οι ενδοαστικοί ανταγωνισμοί.

Σύμφωνα με την έκθεση, «η διεύρυνση της πραγματικής απόκλισης των χωρών της Ευρωζώνης δημιουργεί φυγόκεντρες δυνάμεις και λειτουργεί ανασταλτικά στην προσπάθεια για σύγκλιση των πολιτικών που απαιτούνται για μια ισχυρή νομισματική ένωση».

Με αυτό το δεδομένο, ως κεντρικό ζητούμενο προβάλλει «η ενίσχυση της πραγματικής σύγκλισης», που με τη σειρά της «προϋποθέτει την αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας και της καινοτομίας».

Βέβαια, η προοπτική αυτή «απαιτεί την επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές προϊόντων και εργασίας», σε συνδυασμό και με άλλες αναδιαρθρώσεις που σηματοδοτούν έναν νέο γύρο έντασης της εκμετάλλευσης και αποσκοπούν στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Μεταξύ αυτών, η ΤτΕ ιεραρχεί την αναβάθμιση της «ποιότητας των θεσμών», την επένδυση στις νέες τεχνολογίες και την αναβάθμιση του «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Για την ώρα, οι προσπάθειες που ήδη έχουν αναληφθεί για την ενίσχυση της «αρχιτεκτονικής» της ΟΝΕ μετά την κρίση «αναμένεται να συντελέσουν θετικά σε αυτή την κατεύθυνση», σημειώνεται στην έκθεση της ΤτΕ.

Εντείνονται οι ανισομετρίες

Ενδιαφέρον έχει και το κομμάτι της έκθεσης της ΤτΕ όπου καταγράφονται 4 περίοδοι διαφορετικών ταχυτήτων και ανισομετριών στο ιστορικό της ΕΕ, επιβεβαιώνοντας ότι τα περί «σύγκλισης» των καπιταλιστικών οικονομιών όχι μόνο δεν έχουν βάση και δεν έγιναν πραγματικότητα ποτέ και πουθενά, αλλά αντίθετα κάθε φορά έφερναν με νέα ένταση στην επιφάνεια ανταγωνισμούς, όσο και τα αντίστοιχα αντιλαϊκά σχέδια.

Ειδικότερα:

Από το 1960 και μέχρι τη λεγόμενη «πετρελαϊκή κρίση» του 1973, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες χαμηλότερων εισοδημάτων (π.χ. Ελλάδα, Πορτογαλία και Ισπανία) αυξανόταν με ρυθμό πολύ ταχύτερο από τον αντίστοιχο των χωρών με υψηλότερα εισοδήματα.

Από το 1986, με την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, μέχρι και την υιοθέτηση του ευρώ το 1999, ο ρυθμός πραγματικής σύγκλισης ήταν πιο υποτονικός.

Την περίοδο 2000-2009 η διαδικασία σύγκλισης στη ζώνη του ευρώ παρουσίασε σημάδια κόπωσης.

Η εκδήλωση της τελευταίας καπιταλιστικής κρίσης από το 2010 οδήγησε σε «έντονη πραγματική απόκλιση» μέχρι και το τέλος του 2017.

Ταυτόχρονα, η σύμφωνα με την αστική ορολογία «ονομαστική σύγκλιση» – δηλαδή τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, για πληθωρισμό, επιτόκια, ελλείμματα – όσο και η «κυκλική σύγκλιση» που σχετίζεται με το συγχρονισμό του οικονομικού κύκλου των κρατών της ΟΝΕ, έτσι ώστε η εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής να είναι αποτελεσματική, δεν επαρκούν για τη διασφάλιση της βιώσιμης σύγκλισης «όταν υπάρχουν διαρθρωτικές διαφορές μεταξύ των χωρών».

Σε αυτό το φόντο προβάλλει η ανάγκη του ευρωπαϊκού κεφαλαίου αναφορικά με την κλιμάκωση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων. Όπως χαρακτηριστικά τονίζεται, «αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Ευρωπαίοι ηγέτες και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δίνουν μεγάλη έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και στην ανάγκη διαρθρωτικής σύγκλισης».

Η έμφαση δίνεται στην εμβάθυνση της ΟΝΕ «τόσο με την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών όσο και με θέσπιση, με κοινοτική νομοθεσία, κοινών προτύπων υψηλού επιπέδου για την αγορά εργασίας, την ανταγωνιστικότητα, το επιχειρηματικό περιβάλλον και τη δημόσια διοίκηση».

Θολώνει η ανάκαμψη

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μεγέθυνση του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη έπιασε «ταβάνι» το 2017 με ρυθμό 2,4%, που αποτέλεσε και ρεκόρ της τελευταίας δεκαετίας.

Για το 2018 εκτιμάται στο 2,1%, ενώ για το 2019 προβλέπεται σε 1,9% και για το 2020 σε 1,7%.

Μάλιστα, αυτά αποτελούν λίγο – πολύ το… αισιόδοξο σενάριο, αφού όπως χαρακτηριστικά τονίζεται, «οι προβλέψεις χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και υπάρχουν πολλοί αλληλένδετοι κίνδυνοι δυσμενέστερων εξελίξεων. Η εκδήλωση οποιουδήποτε από αυτούς τους κινδύνους θα μπορούσε να ενισχύσει τους άλλους και να μεγιστοποιήσει τον αντίκτυπό τους».

Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται:

— Η αύξηση της παγκόσμιας αβεβαιότητας, οι εντάσεις στο διεθνές εμπόριο και οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα έχουν αρνητικές συνέπειες για την οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη.

— Η «υπερθέρμανση» της αμερικανικής οικονομίας, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχύτερη από την αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων, γεγονός που θα είχε πολλές αρνητικές δευτερογενείς επιπτώσεις, πέραν των ΗΠΑ, ιδίως στις αναδυόμενες αγορές που είναι ευάλωτες σε αλλαγές των ροών κεφαλαίων και εκτεθειμένες σε χρέος εκφρασμένο σε δολάρια ΗΠΑ. Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε όξυνση των εντάσεων στις χρηματαγορές.

— Η αναμενόμενη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ θα μπορούσε να τροφοδοτήσει περαιτέρω εντάσεις στο εμπόριο με την Κίνα, με αποτέλεσμα «να αυξηθεί ο κίνδυνος άτακτης προσαρμογής στην Κίνα».

Σε ό,τι αφορά τις θέσεις απασχόλησης στην ΕΕ, επισημαίνεται πως «θα πρέπει να συνεχίσουν να ευνοούνται από τη συνεχή ανάπτυξη και την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε ορισμένα κράτη – μέλη».

Μετάδοση «κινδύνων» από αναδυόμενες οικονομίες

Παράλληλα, η ΕΚΤ στο τελευταίο «οικονομικό δελτίο» της, εξετάζοντας την κατάσταση που διαμορφώνεται στις οικονομίες που ταξινομούνται στην κατηγορία των αναδυόμενων, αναφέρει: «Οι εξελίξεις γεννούν ανησυχίες σχετικά με τις προοπτικές των αναδυόμενων οικονομιών και δημιουργούν ερωτηματικά για το κατά πόσον οι εν λόγω χώρες ενδέχεται να βιώσουν μια επανάληψη προγενέστερων κρίσεων, όπως η ασιατική κρίση που είχε εκδηλωθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1990».

Μεταξύ άλλων, η έκθεση της ΕΚΤ αναφέρει ότι «ιστορικά, οι κρίσεις στις αναδυόμενες οικονομίες τείνουν να συνοδεύονται από περιόδους ανατίμησης του δολαρίου ΗΠΑ, με αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να εκτίθενται σε μεγάλες αναντιστοιχίες νομίσματος μεταξύ των απαιτήσεων και των υποχρεώσεών τους σε δολάρια ΗΠΑχωρίς να έχουν προβεί σε αντιστάθμιση κινδύνου».

Καθώς οι αναδυόμενες οικονομίες κατέχουν σήμερα πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ (σε όρους ισοτιμίας αγοραστικών δυνάμεων), «οι εξελίξεις στις οικονομίες αυτές θα μπορούσαν να έχουν σημαντική επίπτωση και σε άλλες χώρες μέσω πολλών και διαφόρων διαύλων, όπως του εμπορίου, του χρηματοπιστωτικού τομέα και της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης», καταλήγει η έκθεση της ΕΚΤ.

Α. Σ.

  • Από τον «Ριζοσπάστη» της Παρασκευής 4 Γενάρη 2019