ΔΙΚΗ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ: Πολιτικό εργαλείο για κάθε χρήση η ναζιστική εγκληματική Χρυσή Αυγή

Αποσπάσματα από τις δύο τελευταίες αγορεύσεις των συνηγόρων της Πολιτικής Αγωγής των κομμουνιστών και συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ, Αντώνη Αντανασιώτη και Αγγελου Βρεττού.

Στη δίκη της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή ολοκληρώθηκαν την Παρασκευή οι αγορεύσεις και των συνηγόρων της Πολιτικής Αγωγής των κομμουνιστών και συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ. Οι συνήγοροι που αγόρευσαν κατά σειρά είναι οι: Χάρης Στρατής, Μάνος Μαλαγάρης, Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος, Αντώνης Αντανασιώτης και Αγγελος Βρεττός. Από τη Δευτέρα ξεκινούν οι αγορεύσεις των υπερασπιστών των χρυσαυγιτών.

Σήμερα, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει αποσπάσματα από την αγόρευση του Αντώνη Αντανασιώτη, που ολοκληρώθηκε την περασμένη Τετάρτη 12 Φλεβάρη, και του Αγγελου Βρεττού, που ολοκληρώθηκε την Πέμπτη 13 Φλεβάρη.

Ο Αντώνης Αντανασιώτης σημείωσε σχετικά με την προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να εμφανιστεί ως αντισυστημική δύναμη: «Καταρχάς, στο οικονομικό επίπεδο, που είναι η θεμελιακή βάση του συστήματος, οι θέσεις και οι προτάσεις της κάθε άλλο παρά θίγουν το καθοριστικό στοιχείο του, δηλαδή την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής (…) Επίσης, η Χρυσή Αυγή υποστηρίζει ότι οι κοινωνικές τάξεις, τις οποίες διαχωρίζει με ασαφή, στενά εισοδηματικά κριτήρια, έχουν ενιαία εθνικά συμφέροντα στη βάση της κοινής φυλετικής καταγωγής ότι δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις και ότι η ταξική πάλη έρχεται από τα έξω (από τους «μπολσεβίκους») (…) Ο ταξικός διαχωρισμός της κοινωνίας εμφανίζεται δηλαδή ως ζήτημα διαφορετικών δεξιοτήτων κι επιλογών επαγγέλματος (π.χ. άλλος επιλέγει να γίνει εφοπλιστής, άλλος να γίνει ναυτεργάτης, τόσο απλά)».

«Το «λαϊκό» κράτος πρέπει, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, να διασφαλίζει την ταξική συνεργασία για το καλό του έθνους, το οποίο έχει δήθεν ενιαία συμφέροντα, δηλαδή ο «πατριώτης» εφοπλιστής που υψώνει την κάθε ξένη «σημαία ευκαιρίας» στα καράβια του για να μη φορολογείται, με τον εργάτη που παλεύει για το μεροκάματό του», τόνισε χαρακτηριστικά. «Η θέση της λοιπόν, στην ουσία, είναι μια διαχείριση του συστήματος, αφήνοντας άθικτη τη βάση του, όπου οι εργάτες πρέπει να υποταχτούν με τον πιο βίαιο τρόπο στους καπιταλιστές, να διαιωνιστεί η εκμετάλλευσή τους, στο όνομα της ταξικής συνεργασίας, για το καλό του έθνους. Τόσο βαθιά «αντισυστημική» δύναμη είναι!».

Και πρόσθεσε: «Ακόλουθη με τις θέσεις της είναι και η πρακτική στήριξη και διασυνδέσεις που έχει η Χρυσή Αυγή με το μεγάλο κεφάλαιο και την εργοδοσία, το αυξημένο ενδιαφέρον της, π.χ. για τις φοροαπαλλαγές στους εφοπλιστές με σχετικές Ερωτήσεις στη Βουλή. Είναι φυσικά χαρακτηριστική η περίπτωση των εργολάβων της Ζώνης του Περάματος, την οποία εξετάζουμε στη σχετική υπόθεση της δολοφονικής επίθεσης στους κομμουνιστές και συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, αλλά δεν είναι η μόνη. Υπάρχουν αρκετές άλλες περιπτώσεις, π.χ. η χρησιμοποίησή της ως απεργοσπαστικού μηχανισμού στην απεργία του σωματείου της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά, το 2017, για την υπογραφή ΣΣΕ, τα δουλεμπορικά γραφεία που προωθεί για την προσέλκυση φτηνού εργατικού δυναμικού στους εργοδότες κ.λπ.».

«Η ιστορική εμπειρία λοιπόν δείχνει, υπογράμμισε ο Αντώνης Αντανασιώτης, ότι ο φασισμός και ο ναζισμός, προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους, συνδυάζουν την ύπαρξη και δράση μιας εγκληματικής – τρομοκρατικής οργάνωσης με ένοπλα τάγματα εφόδου, που έχει την ανοχή ή και τη στήριξη του κράτους, με την ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος – κόμματος. Έτσι, μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα και η διφυής λειτουργία και δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, ως εγκληματικής οργάνωσης, με το μανδύα του πολιτικού κόμματος. Και εξηγεί καλύτερα και την προσπάθεια που ξεκίνησε στο 2ο Συνέδριό της το 1992, να ανοιχτεί περισσότερο στις μάζες, διατηρώντας παράλληλα και ενισχύοντας τον εγκληματικό χαρακτήρα της, με τα τάγματα εφόδου της. Στη χώρα μας, η Χρυσή Αυγή είχε πάντοτε τέτοια προστασία και στήριξη και από τον κρατικό μηχανισμό και από ισχυρούς καπιταλιστές».

Η σχέση της με κρατικές υπηρεσίες

Συγκεκριμένα, για τη σχέση της με την Αστυνομία αναφέρθηκε στην απόρρητη έκθεση της Κρατικής Ασφάλειας για τη Χρυσή Αυγή με ημερομηνία 10-12-1999, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (17-4-2004), όπου διαπιστώνεται μεταξύ άλλων: «Η οργάνωση διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και επαφές με εν ενεργεία αξιωματικούς και μόνιμους υπαξιωματικούς του στρατού, αλλά και με αποστράτους. Διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και επαφές με εν ενεργεία και απόστρατους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ. αλλά και απλούς αστυνομικούς». «Πώς να μη λέει μετά από όλα αυτά ο Ρουπακιάς στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν, «δικός σας είμαι, της Χρυσής Αυγής», απορώντας για τη σύλληψή του και ζητώντας ουσιαστικά με τη φράση αυτή ευνοϊκή μεταχείριση;» τόνισε.

«Αλλά και η αντιμετώπιση από τις εισαγγελικές αρχές ήταν τουλάχιστον ανεκτική ως προς τη δράση της Χρυσής Αυγής (δεκάδες ποινικές υποθέσεις που την αφορούσαν στα συρτάρια)», σημείωσε.

Μάλιστα, ο συνήγορος αναφέρθηκε και στη σχετική κατάθεση στη δίκη τού καθηγητή της Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας Γ. Μαργαρίτη, που τόνισε ότι η Χρυσή Αυγή «ακολουθεί την πεπατημένη της ναζιστικής πολιτικής που έχει να προσφέρει στο σύστημα το βαρύ χέρι, τη βία», προσθέτοντας ότι αξιοποιείται ιδιαίτερα σε καιρούς κρίσης, όταν το σύστημα, εκτός των άλλων, χρειάζεται ένα βαρύ χέρι για να απειλεί, αλλά και να μεταφέρει την ενοχή από τους πραγματικούς ενόχους στα θύματα, δαιμονοποιώντας κάποια από αυτά (π.χ. τους μετανάστες). Και επισήμανε ότι στην κρίση η Χρυσή Αυγή πήρε τα πάνω της. «Γίνονται βίαιοι, ανοιχτά βίαιοι, στρατιωτικά βίαιοι, οργανωμένα βίαιοι. Αυτό ωφελεί τους κατόχους της εξουσίας του πλούτου, δίνει ένα πολιτικό εργαλείο για κάθε χρήση σε κοινωνικές ομάδες, στρώματα, οικονομικά συμφέροντα».

«Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Βρετανός μελετητής του ναζιστικού και φασιστικού φαινομένου Πάλμε Ντατ», πρόσθεσε ο συνήγορος, «στο βιβλίο του «Φασισμός και κοινωνική επανάσταση«, μελετώντας την ιστορική πείρα από την εκδήλωσή του την περίοδο του Μεσοπολέμου «ο φασισμός κατάφερε να αυξήσει την ισχύ του στη βάση αυτών των προβλημάτων και να δημιουργήσει τους ένοπλους σχηματισμούς του, μόνο διότι είχε προστασία και βοήθεια από τα πάνω, από την κρατική μηχανή, από την αστυνομία και το στρατό, το δικαστικό σώμα και τους ισχυρούς καπιταλιστές, έως ότου κατέλαβε τελικά την εξουσία»».

«Στη χώρα μας η Χρυσή Αυγή είχε πάντοτε τέτοια προστασία και στήριξη και από τον κρατικό μηχανισμό και από ισχυρούς καπιταλιστές», σημείωσε.

«Αλλά μήπως και η φασιστική – ναζιστική ιδεολογία είναι κάποια πρωτότυπη αντισυστημική ιδεολογία; Ο Ντατ εξηγεί και πάλι στο βιβλίο του «Δεν υπάρχει τίποτα αυθεντικό ή δημιουργικό στο φασισμό. Ούτε μια δημιουργική ιδέα ή κατόρθωμα δεν βρίσκει κανείς στο φασισμό (…) Αντιθέτως, ο φασισμός δεν έχει δημιουργήσει τίποτα και ούτε έχει αυτήν τη δυνατότητα, διότι ο φασισμός δεν αποτελεί παρά μόνο έκφραση της αρρώστιας και του θανάτου»», συμπλήρωσε.

Κανείς δεν δικαιούται να σιωπά

Εν κατακλείδι στην αγόρευσή του ο Αντ. Αντανασιώτης, τόνισε: «Μετά από αυτή τη δίκη, με τόσα συντριπτικά στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε, ότι κανένας πια δεν δικαιούται να είναι ανυποψίαστος, τι σημαίνει Χρυσή Αυγή, τι σημαίνει ναζισμός και φασισμός. Και κανένας δεν δικαιούται να σιωπά!».

«Τα εκτελεστικά αποσπάσματα, οι χαφιέδες, οι μαυραγορίτες, οι δοσίλογοι, οι βασανιστές, οι συνεργάτες των ναζί, ανήκουν στις πιο ντροπιαστικές σελίδες της Ιστορίας του τόπου μας. Ετσι και σήμερα. Οσα αποκαλύφθηκαν στο πλαίσιο της δίκης αυτής, το πλούσιο και αποδεικτικό υλικό που ξεδιπλώθηκε, θα μείνει ένα υπομνηστικό αποτύπωμα της Ιστορίας, στην οποία όλοι λογοδοτούμε. Κανείς δεν ξεφεύγει από την αμείλικτη κριτική της! Εμείς έχουμε κάνει συνειδητή επιλογή, για την οποία είμαστε περήφανοι και δεν φοβόμαστε την κρίση. Συμβαίνει, βέβαια, το εξής παράδοξο σε αυτήν τη δίκη, που ίσως θα ξένισε κάποιους: 100 χρόνια Ιστορίας και ανείπωτων διωγμών, στην πάλη για την απελευθέρωση της κοινωνίας από τα δεσμά της εκμετάλλευσης, οι κομμουνιστές δικηγόροι έχουμε συνηθίσει να καθόμαστε στα απέναντι έδρανα, αυτά των συνηγόρων υπεράσπισης. Μας γνωρίζετε να υπερασπιζόμαστε αγωνιζόμενους εργάτες, φοιτητές, βιοπαλαιστές, κατατρεγμένους πρόσφυγες, ταλαίπωρους μετανάστες, όταν διώκονται άδικα από την τρομοκρατία της εργοδοσίας, την καταστολή και αυθαιρεσία κρατικών μηχανισμών. Σε αυτήν τη δίκη, όμως, βρεθήκαμε στα έδρανα της Πολιτικής Αγωγής. Αλλά αν το καλοσκεφτεί κανείς, ίσως και να συμβαίνει και πάλι το ίδιο, στα ίδια έδρανα καθόμαστε, όσο κι αν φαίνεται αυτό οξύμωρο. Φρόντισε, άλλωστε, η κ. εισαγγελέας της έδρας, με την πρότασή της, να μας το θυμίσει. Είμαστε και σε αυτήν τη δίκη υπερασπιστές, των ίδιων ανθρώπων, των ίδιων αξιών, των ίδιων ιδανικών», τόνισε.

«Είμαστε υπερασπιστές των αγωνιστών, όλων αυτών που ξέρουμε ότι δεν συμφωνούν σε όλα μαζί μας, αλλά βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο. Οσοι αγανακτούν με την αδικία, αμφισβητούν τη βαρβαρότητα, αφιερώνουν την καλλιτεχνική τους δημιουργία και το ταλέντο τους για την εκδήλωση της ανθρώπινης ομορφιάς, την αποκάλυψη της αλήθειας και την καταδίκη του φασισμού. Ο Παύλος Φύσσας ήταν ένας αγωνιστής, αντιφασίστας, καλλιτέχνης. Δολοφονήθηκε από τους φασίστες (…) Είμαστε υπερασπιστές των εργατών όπου Γης, αυτών που στύβουν την πέτρα και βγάζουν νερό και τροφή, αυτών που δέχονται την πιο σκληρή και βάναυση εκμετάλλευση, των πιο κατατρεγμένων, που αναγκάζονται να ξεσπιτωθούν από τις χώρες τους για να ξεφύγουν από το θάνατο και τις βόμβες, των ξεριζωμένων προσφύγων που βλέπουν τα παιδιά τους να πνίγονται σε θαλάσσιους φράχτες. Αυτών που ξορκίζουν τους εφιάλτες τους και περιμένουν το χάραμα για να πιάσουν δουλειά, όταν κάποια ανεγκέφαλα ανθρωποειδή τούς επιτίθενται ξαφνικά μέσα στον ύπνο τους για να τους σκοτώσουν επειδή δεν είναι Έλληνες! (…)», πρόσθεσε.

Ζητάμε από το δικαστήριό σας, είπε, «να σεβαστείτε την αλήθεια, που κατάφερε να περάσει μέσα από χίλια μύρια κύματα και «συμπληγάδες πέτρες», προκειμένου να αναδυθεί μέσα από τη δικαστική αίθουσα. Το δικαστήριό σας, αυτήν την αλήθεια έχει χρέος να την διασώσει ολόκληρη, να προφυλάξει την ακεραιότητά της από ακρωτηριασμούς, στο βωμό σκοπιμοτήτων και επικίνδυνων ισορροπιών. Γιατί η Ιστορία δεν συγχωρεί».

Εκλεισε την αγόρευσή του με τους στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη, μελοποιημένους από τον Μάνο Λοΐζο «δε θα περάσει ο φασισμός». «Αλλά για να συμβεί αυτό, χρειάζεται οι εργαζόμενοι, οι νέοι άνθρωποι, να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση, να έχουν πάντα ανοιχτά και άγρυπνα τα μάτια της ψυχής τους και, το κυριότερο, να αντιμετωπίσουν τη ρίζα του κακού, το εκκολαπτήριο που επωάζει το αυγό του φιδιού, το ίδιο το σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο», υπογράμμισε.

Κύρια ιδεολογική και επιχειρησιακή έκφραση του ναζισμού στην Ελλάδα

Ο συνήγορος Αγγελος Βρεττός στην αγόρευσή του τόνισε μεταξύ άλλων: «Το πολιτικό μόρφωμα των κατηγορουμένων, η εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, είναι ναζιστική – φασιστική οργάνωση που εγγράφεται στη γενεαλογία του εθνικοσοσιαλισμού, του οποίου οι απαρχές εντοπίζονται στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, όπως ο ναζισμός στηριζόμενος στη φασιστική θεωρία του Μουσολίνι, στην πράξη εξελίχθηκε από τον Αδόλφο Χίτλερ σε μια τεράστια εγκληματική μηχανή που ξεπέρασε σε βαρβαρότητα και εγκληματική χυδαιότητα όλες τις απάνθρωπες πράξεις μέσα στην παγκόσμια Ιστορία, μέχρι τη στιγμή που οι αγώνες του λαού, που άφησαν πίσω εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, καταστροφές, πόνο, θλίψη (και στη χώρα μας σε Δίστομο, Καλάβρυτα, Κάνδανο κ.λπ.) έφεραν τη νίκη και ο Κόκκινος Στρατός έμπηξε την κόκκινη σημαία στην καρδιά του τέρατος στο Βερολίνο στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου».

«Από την άποψη αυτή, η Χρυσή Αυγή αποτέλεσε την κύρια ιδεολογική και επιχειρησιακή έκφραση του ναζισμού στην Ελλάδα από την επταετία της δικτατορίας και μετέπειτα μέχρι σήμερα», πρόσθεσε.

Οπως είπε χαρακτηριστικά, «στα παραπάνω πλαίσια αναδείχθηκε ότι ο ναζισμός – φασισμός δεν γεννιέται μόνος του και αυθόρμητα, έξω από το εκμεταλλευτικό οικονομικό σύστημα που ζούμε, τον καπιταλισμό. Είναι η Χρυσή Αυγή και τ’ άλλα ναζιστικά μορφώματα παιδιά του παραπάνω συστήματος, το μακρύ χέρι του κεφαλαίου, το οποίο τα χρησιμοποιεί ανάλογα με τους σκοπούς του». «Διαχρονικό δίδαγμα από τα χρόνια του Μεσοπολέμου ήταν και είναι ότι η καπιταλιστική κρίση σε χώρες με ιστορική, πολιτική και πολιτιστική υστέρηση έχει και εφεδρεία της τον εθνικοσοσιαλισμό και τον φασισμό», τόνισε.

«Επιπρόσθετα, συνδεόμενη η ΧΑ με το αστικό κράτος και τους μηχανισμούς του, αξιοποιείται, όπως στην εξεταζόμενη υπόθεση της Ζώνης, από την αστική τάξη και το κεφάλαιο σε κρίσιμες στιγμές της λαϊκής πάλης», πρόσθεσε.

Για τα περί ανάληψης πολιτικής ευθύνης από τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής, ο Αγγ. Βρεττός τόνισε: «Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η ομολογία Μιχαλολιάκου σε ραδιοφωνική συνέντευξη ότι αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία επιβεβαιώνει τον εγκληματικό χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής, που απορρέει από τη ναζιστική της ιδεολογία. Η ομολογία αυτή όχι μόνο δεν απαλλάσσει την ηγεσία της Χρυσής Αυγής από τις ποινικές της ευθύνες για τη δολοφονία Φύσσα, τις δολοφονικές επιθέσεις κατά των Αιγύπτιων ψαράδων και των κομμουνιστών και συνδικαλιστών στο Πέραμα, για δεκάδες άλλες δολοφονικές επιθέσεις, αλλά και ενισχύει τις ποινικές της ευθύνες», υπογράμμισε ο συνήγορος.

Για τη δολοφονική επίθεση στους κομμουνιστές και συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ υπογράμμισε ότι «ο Σωτήρης Πουλικόγιαννης και οι άλλοι που με καθαρό μέτωπο, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, τιμιότητα και ήθος που ταιριάζει και αρμόζει στην ταξική εργατική τους θέση και ιδιότητα, σας εξέθεσαν όλα τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που έλαβαν χώρα το βράδυ της εις βάρος τους επίθεσης, καθώς και τα κίνητρα και τους σκοπούς της προσχεδιασμένης επίθεσης. Είναι τίμιοι αγωνιστές που δεν αρνούνται την ιδεολογία τους, που δεν λυγίζουν, δεν φοβούνται, δεν εξαγοράζονται, που έχουν σύντροφο την 100χρονη Ιστορία του ΚΚΕ, αγώνες, διώξεις, εκτελέσεις τίμιων αγωνιστών».

Δημιουργία αντιπερισπασμού και εντυπώσεων

Για την προσπάθεια, από πλευράς της Χρυσής Αυγής, της δημιουργίας αντιπερισπασμού και εντυπώσεων με αναφορές στους ταξικούς αγώνες και τους πρωτοπόρους αγωνιστές, από την αρχή της δίκης, με ανιστόρητες, αβάσιμες, άχρηστες συγκρίσεις και συμψηφισμούς, ο συνήγορος υπογράμμισε:

«Η φασιστική βία που ασκεί η Χρυσή Αυγή σε καμία περίπτωση, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, δεν μπορεί να συγκριθεί, να αντιπαραβληθεί, να συμψηφιστεί και να εξομοιωθεί με την έμπρακτη περιφρούρηση των αγώνων και των εκδηλώσεων στην οποία προβαίνει το οργανωμένο εργατικό – λαϊκό κίνημα. Η βία των φασιστικών οργανώσεων στοχεύει τους κομμουνιστές, τους ριζοσπάστες, τους αγωνιζόμενους, τους μετανάστες, τους εργαζόμενους, τους νεολαίους. Ακριβώς στον αντίποδα, το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα περιφρουρεί το περιεχόμενο και την πάλη του τόσο απέναντι στην κρατική καταστολή και προβοκάτσια, όσο και απέναντι στην εργοδοτική τρομοκρατία στους χώρους εργασίας.

Το εργατικό – λαϊκό κίνημα εκφράζει τα συμφέροντα των εργαζομένων, της νεολαίας, των γυναικών και των κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται από την κυρίαρχη πολιτική. Η δράση του ανυψώνει την κοινωνική πλειοψηφία γιατί προάγει τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα και την πολιτιστική ανάπτυξη, ανοίγοντας το δρόμο για μια άλλη κοινωνία, όπου δεν θα επικρατεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Οι φασιστικές και ναζιστικές οργανώσεις στόχο έχουν την εγκαθίδρυση της πιο στυγνής φασιστικής δικτατορίας μιας μειοψηφίας και γι’ αυτό εκ των πραγμάτων η δράση τους έχει στον πυρήνα της τη βία και στρέφεται κατά της κοινωνικής πλειοψηφίας – είναι βαθιά αντικοινωνική. Δεν είναι απλά ένα λάθος, μια αδύνατη πλευρά ή το μοντέλο κάποιων προσώπων, ή κάποιου κόμματος ή οργάνωσης. Είναι η ίδια η εγκληματική θεωρία που τους οδήγησε σε αυτήν την πρακτική. Η ναζιστική – φασιστική βία που σε πρώτο χρόνο στοχοποιεί τους αδύναμους και τους απόκληρους, ασκείται προκειμένου να τρομοκρατηθούν οι εργαζόμενοι και ο λαός, ούτως ώστε να φοβούνται και να μην παλεύουν για τα δικαιώματά τους. Οσο αυτές οι οργανώσεις δεν απομονώνονται και παίρνουν δύναμη τόσο θα γενικεύουν τη χρήση βίας εις βάρος όλο και περισσότερων ανθρώπων με στόχο την υποδούλωση και την καθυπόταξη όλων των εργαζομένων, κάθε τίμιου ανθρώπου, την κατάπνιξη κάθε αντίστασης», ανέφερε.

«Το εργατικό – λαϊκό κίνημα στηρίζει τη σχέση του με τις μάζες πάνω στην πειθώ και στις διαδικασίες της εργατικής, της λαϊκής δημοκρατίας. Η φασιστική – ναζιστική βία της ΧΑ αντλεί δύναμη από ορισμένους εκμεταλλευτές, από συγκεκριμένους θύλακες μέσα στο κράτος και από λειτουργίες του οργανωμένου εγκλήματος. Η γενικευμένη άσκηση βίας είναι ενδημική και εγγενής στη φασιστική ιδεολογία, γιατί πρόκειται για μια ιδεολογία που στηρίζεται στην πλήρη επικράτηση του φόβου, του τρόμου, της καταπίεσης και αθλιότητας. Η πολιτική κυριαρχία την οποία επιδιώκει ο φασισμός – ναζισμός στηρίζεται στην κατάργηση των από αιώνες κατακτήσεων και επιτευγμάτων της ανθρωπότητας. Πρόκειται για την κυριαρχία της κτηνωδίας και της βαρβαρότητας, που οδηγεί στον γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για να γίνουν οι λαοί κρέας για τα κανόνια.

Το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα περιφρουρεί τις εκδηλώσεις του και τον κόσμο που συμμετέχει σε αυτές από κάθε είδους προβοκάτσια και άνανδρη επίθεση και διασφαλίζει τη σωματική ακεραιότητα των χιλιάδων κόσμου, ανδρών, γυναικών και νέων που συμμετέχουν σε αυτές», πρόσθεσε.

Επιπρόσθετα σημείωσε: «Η προσπάθεια της ΧΑ να εξισώσει την περιφρούρηση των διαδηλώσεων του οργανωμένου εργατικού κινήματος και του ΠΑΜΕ με τη βία που η ίδια ασκεί σε εργαζόμενους φανερώνει τον πανικό της από την αποκάλυψη των εγκλημάτων της και αποτελεί ακόμα μια εκδήλωση του βαθέος ναζιστικού – φασιστικού μίσους που την διακατέχει για τους ανθρώπους που αγωνίζονται και για το οργανωμένο εργατικό κίνημα, το ΠΑΜΕ και τους κομμουνιστές. Πρόκειται για μια ακόμη μαύρη σελίδα στο στυγνό και εγκληματικό αντεργατικό και αντιλαϊκό έργο που εδώ και δεκαετίες γράφει ο φασισμός – ναζισμός».

Ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του ο συνήγορος ανέφερε: «Γνωρίζουμε όλοι ότι η υπόθεση της ΧΑ και των ναζιστικών μορφωμάτων δεν θα τελειώσει με την απόφασή σας. Τόσο η υπόθεση όσο και η απόφασή σας θα απασχολήσουν την ελληνική κοινωνία αλλά και τη διεθνή, για πολλά χρόνια μετά. Θα είναι αντικείμενο μελέτης και συζήτησης για τις τωρινές και επόμενες γενιές. Την παρακολούθησαν με ενδιαφέρον τόσο η ελληνική κοινωνία, οι εργαζόμενοι, διεθνείς αντιπροσωπείες και φορείς, μεταξύ των οποίων και η Επιτροπή Νομικών της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας με παρουσία στο δικαστήριό σας».

«Εμείς πιστεύουμε ότι η απόκρουση και το τσάκισμα του φασισμού – ναζισμού που εκφράζει η ΧΑ είναι υπόθεση πρώτα από όλα του λαού και της νεολαίας, ιδιαίτερα του ταξικού εργατικού και λαϊκού κινήματος. Πιστεύουμε και πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι ο φασισμός – ναζισμός και τα διαχρονικά εγκλήματά του είναι προϊόν του ίδιου του σάπιου εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο τον γεννά και τον εκτρέφει. Οσο η πάλη θα κατευθύνεται στην ανατροπή της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας που δεν θα βασίζεται στο κέρδος από την απόσπαση πλούτου εις βάρος της εργασίας των πολλών, τόσο θα στενεύουν τα περιθώρια για την αναπαραγωγή του ναζιστικού – φασιστικού φαινομένου», είπε.

«Συνάμα όμως και χωρίς αυταπάτες πιστεύουμε ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει το χρέος της, να αναστοχαστεί τα όσα έχουν υποστεί ο λαός και η χώρα μας από τον εθνικοσοσιαλισμό, να αναδείξει την αλήθεια που αναδείχθηκε σε αυτήν την αίθουσα», κατέληξε.

  • Από τον «Ριζοσπάστη» του Σαββατο-Κύριακου 1516/2/2020