ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1944 ΚΡΙΣΙΜΗ ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ : «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα – ΕΑΜ»

Αθήνα 4 Δεκέμβρη 1944. Χιλιάδες λαού στην κηδεία των θυμάτων της προηγούμενης μέρας. Ανάμεσά τους τα μαυροφορεμένα κορίτσια, κρατώντας το πανό που έγραφε: «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα – ΕΑΜ»

Η ένοπλη ταξική σύγκρουση του Δεκέμβρη 1944, των δυνάμεων του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ που μάχονταν ενάντια στα βρετανικά στρατεύματα και τις εγχώριες αστικές δυνάμεις, υπήρξε μια αντικειμενική και αναπόφευκτη, κρίσιμη και κορυφαία έκφραση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, σε συνθήκες που εκ των πραγμάτων είχε τεθεί επί τάπητος το «ποιος – ποιον», δηλαδή, το ζήτημα της εξουσίας.

Η ένοπλη ταξική σύγκρουση του Δεκέμβρη 1944, των δυνάμεων του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ που μάχονταν ενάντια στα βρετανικά στρατεύματα και τις εγχώριες αστικές δυνάμεις, υπήρξε μια αντικειμενική και αναπόφευκτη, κρίσιμη και κορυφαία έκφραση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, σε συνθήκες που εκ των πραγμάτων είχε τεθεί επί τάπητος το «ποιος – ποιον», δηλαδή, το ζήτημα της εξουσίας.

Μετά από μάχες 33 ημερών στην Αθήνα και τον Πειραιά, οι δυνάμεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ νικήθηκαν, αν και μπορούσαν να είχαν νικήσει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Στην αρνητική έκβαση της σύγκρουσης συντέλεσαν μια σειρά από παράγοντες σε στρατιωτικό επίπεδο, όπως η μη έγκαιρη συγκέντρωση δυνάμεων στην πρωτεύουσα (το επίκεντρο των μαχών), η μη γενίκευση των μαχών στην υπόλοιπη Ελλάδα, η καθυστερημένη εμπλοκή του ΕΛΑΣ με τα βρετανικά στρατεύματα, η αξιοποίηση των κύριων και πλέον αξιόμαχων μονάδων του ΕΛΑΣ, υπό τον Αρη Βελουχιώτη, σε δευτερεύουσας σημασίας στόχους (εναντίον του Ζέρβα στην Ηπειρο), κ.ά.

Τα βαθύτερα όμως αίτια της αρνητικής έκβασης της σύγκρουσης (που είχαν αντανάκλαση και σε στρατιωτικό επίπεδο) είχαν τις ρίζες τους στη στρατηγική του Κόμματος. Αντί από τις πρώτες κιόλας μέρες της απελευθέρωσης να θέσει στην ημερήσια διάταξη την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας, έθεσε σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης ως στόχο τη συμβολή του στη λεγόμενη «ομαλή δημοκρατική εξέλιξη». Και αυτό, παρά το γεγονός ότι ο υπάρχων συσχετισμός δυνάμεων ήταν σαφώς υπέρ του ΕΑΜικού κινήματος και σε βάρος των αστικών πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων.

Κυριακή 3 Δεκέμβρη 1944. Συνολικά η αστυνομία σκότωσε 23 και τραυμάτισε 140, ανάμεσά τους και πολλές γυναίκες

Είχαν προηγηθεί οι απαράδεκτες Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, με τις οποίες το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν συναινέσει και εφαρμόσει την ολέθρια γραμμή της αντιφασιστικής εθνικής ενότητας. Το αποτέλεσμα ήταν η συμμετοχή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Παπανδρέου, με έξι υπουργούς και υφυπουργούς. Ανάμεσα σε αυτά που είχαν συμφωνηθεί περιλαμβανόταν και η διάλυση όλων των αντάρτικων ένοπλων οργανώσεων και άλλων στρατιωτικών σχηματισμών, στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός «εθνικού στρατού».

Κατά παράβαση των συμφωνιών, η διαταγή διάλυσης των στρατιωτικών σχηματισμών δεν περιελάμβανε την Ορεινή Ταξιαρχία και τον Ιερό Λόχο, συνολικής δύναμης 4.500 ανδρών, που γίνονταν πολύ περισσότεροι με την πρόσθεση της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας κι άλλων ένοπλων αστικών δυνάμεων. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε την αιτία των γεγονότων που ακολούθησαν.

Η μάχη του Δεκέμβρη έλαβε το χαρακτήρα της άμυνας απέναντι στην αστική επιθετικότητα. Η ένοπλη λαϊκή δύναμη χρησιμοποιήθηκε τελικά μόνο ως μέσο πίεσης για έναν «έντιμο συμβιβασμό».

Προανάκρουσμα

Στις 30 Νοέμβρη ο πρωθυπουργός Παπανδρέου και ο Βρετανός στρατηγός Σκόμπι απαίτησαν τελεσιγραφικά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής.

Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ αρνήθηκαν να υποκύψουν στους αστικούς εκβιασμούς. Οπως τόνισε ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Γ. Σιάντος απευθυνόμενος στην ΚΕ του ΕΑΜ την 1η Δεκέμβρη: «Αν τώρα τολμήσουν δυναμικές λύσεις, φανταστείτε τι θα τολμήσουν μεθαύριο, στην περίπτωση που θ’ αποστρατευόταν ο ΕΛΑΣ…». Την ίδια μέρα οι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενώ ο ΕΛΑΣ τέθηκε σε επιφυλακή.

Από την άλλη μεριά, ο ταξικός αντίπαλος είχε ήδη αρχίσει να κινείται, με την Ορεινή Ταξιαρχία να ακροβολίζεται στους λόφους του Υμηττού, νέες βρετανικές δυνάμεις να αποβιβάζονται στο Φάληρο και τον Ζέρβα να μεταβαίνει στην Ηπειρο όπου βρισκόταν ο κύριος όγκος του ΕΔΕΣ. Στις 2 Δεκέμβρη το υπουργικό συμβούλιο – δίχως πλέον τους αντιπροσώπους του ΕΑΜ – υπέγραψε τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και κήρυξε γενική επιστράτευση.

Στις 3 Δεκέμβρη μια πραγματική λαοθάλασσα κατέκλυσε το Σύνταγμα σε διαμαρτυρία, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του ΕΑΜ. Δυνάμεις της αστυνομίας υπό τον Α. Εβερτ άνοιξαν πυρ αιματοκυλώντας το άοπλο πλήθος: 21 νεκροί, 140 τραυματίες. Η δολοφονική επίθεση επαναλήφθηκε και την επόμενη μέρα, στην κηδεία των θυμάτων, με αποτέλεσμα το θάνατο 40 και τον τραυματισμό 70 ακόμη αγωνιστών. Ο ΕΛΑΣ κινητοποιήθηκε για τον αφοπλισμό της αστυνομίας και της χωροφυλακής, μην προχωρώντας όμως σε αποφασιστικό χτύπημα των αστικών δυνάμεων στην πρωτεύουσα και αποφεύγοντας προσωρινά την εμπλοκή με τους Βρετανούς.

Βρετανικά άρματα καταλαμβάνουν τα γραφεία του ΕΑΜ
Οι αντίπαλες δυνάμεις

Στην αρχική φάση των μαχών σε Αθήνα και Πειραιά ο ΕΛΑΣ παρέταξε το Α’ Σώμα Στρατού (την 1η και 2η Ταξιαρχία Αθηνών με 4 Συντάγματα, το 5ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Περιχώρων και το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Πειραιά), καθώς και τη 2η Μεραρχία (Αττικοβοιωτίας). Σύνολο: 10.350 μαχητές. Στην πορεία οι δυνάμεις αυτές ενισχύθηκαν με μονάδες του ΕΛΑΣ που κινητοποιήθηκαν από τις γύρω περιοχές ξεπερνώντας τις 16.000. Ο οπλισμός τους ήταν περιορισμένος, ελαφρύς και προερχόταν κυρίως από «λάφυρα» του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Οι αστικές δυνάμεις αποτελούνταν αρχικά από την Ορεινή Ταξιαρχία, τη Χωροφυλακή, την Αστυνομία Πόλεων, τα Τάγματα Εθνοφυλακής, την «Χ», τον ΕΔΕΣ Αθήνας και τους ταγματασφαλίτες που στρατωνίζονταν στου Γουδή. Σύνολο: 11.000 άνδρες. Σε αυτούς προστέθηκαν στη συνέχεια άλλοι 12.000 ταγματασφαλίτες (που η κυβέρνηση συγκέντρωσε στην πρωτεύουσα από διάφορα σημεία της χώρας και τους επανεξόπλισε) καθώς και σημαντικές βρετανικές δυνάμεις, που σταδιακά έφτασαν τις 60.000 άνδρες. Η αστική πλευρά διέθετε άφθονο και βαρύ οπλισμό, συνεπικουρούμενο από πυροβολικό, άρματα μάχης, αεροπορία και τη δύναμη πυρός του βρετανικού στόλου.

Χάρτης από έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, που απεικονίζει τα 28 κατειλημμένα από το μαχόμενο λαό αστυνομικά τμήματα (σημειωμένα σε κόκκινο κύκλο)
Η εξέλιξη των μαχών

Παρά τις όποιες ταλαντεύσεις και την απώλεια του αξιόμαχου 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (παραδόθηκε στους Βρετανούς από τον ίδιο τον διοικητή του, Μ. Παπαζήση), το ένοπλο λαϊκό κίνημα εξουδετέρωσε γρήγορα όλες τις εστίες του ταξικού αντιπάλου, περιορίζοντάς τον στο κέντρο της Αθήνας και σε δύο σημεία στον Πειραιά (μέγαρο Βάττη και Σχολή Δοκίμων). Στη γοργή και σχεδόν καθολική αυτή επικράτηση του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα συνέβαλε καταλυτικά η πολιτική, ηθική και πολύμορφη στήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των λαϊκών μαζών.

Από τις σημαντικότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ κατά τον Δεκέμβρη του 1944 ξεχωρίζουν: Η συντριβή των Χιτών στο Θησείο (4/12). Η μάχη κατά του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη (από τις 6/12), που γλίτωσε μόνο χάρη στην επέμβαση των βρετανικών τανκς. Η μάχη της Καισαριανής (ξεκίνησε στις 6/12 και το μέτωπό της κράτησε 25 μέρες) – το «Στάλινγκραντ της Ελλάδας» όπως τη χαρακτήρισε ο «Ριζοσπάστης».Η άλωση της Σχολής Ευελπίδων (11/12). Η νικηφόρα επίθεση κατά των βρετανικών εγκαταστάσεων στα «Παραπήγματα» (12/12). Η κατάληψη του Αρχηγείου της Βρετανικής Αεροπορίας στην Κηφισιά (19/12), κ.ά.

Απαράμιλλος υπήρξε ο ηρωισμός: Των μαχητών του λόχου Σπουδαστών «Λόρδος Βύρων» στη μάχη του Πολυτεχνείου (5 – 6/12) και των Εξαρχείων (1 – 2/1/1945). Της διμοιρίας των ανταρτοΕΠΟΝιτών, που με δυναμική έφοδο κατέλαβε τον άρτια οχυρωμένο και πολλαπλάσια υπερασπιζόμενο λόφο του Αράπη (12/12). Των 15 ΕΛΑΣιτών, που με επικεφαλής τον Καπετάνιο του Τάγματος Καισαριανής Ορέστη και τον Διοικητή του 3ου Λόχου Βουτυρά, πολέμησαν περικυκλωμένοι μέχρι την τελευταία σφαίρα (13/12). Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, το πτώμα του Καπετάν Ορέστη είχε 50 χτυπήματα από μαχαίρι στο στήθος και το κεφάλι. Των 30 ΕΛΑΣιτών υπερασπιστών της Καστέλλας, που έπεσαν όλοι μαχόμενοι επί ώρες σώμα με σώμα (16/12). Των ΕΛΑΣιτών υπερασπιστών του εργοστασίου ΦΙΞ, που χρειάστηκε να εμβολιστεί με άρματα μάχης, για να καμφθεί η αντίστασή τους (17/12). Των ΕΛΑΣιτών μαχητών της Ομόνοιας, που προτίμησαν να θαφτούν στα χαλάσματα των βομβαρδισμών, παρά να παραδοθούν (2/1/1945). Τα παραδείγματα είναι πράγματι πολλά.

Δίπλα στον ένοπλο λαό στάθηκαν οι άοπλες λαϊκές μάζες, που ρίχτηκαν με αυτοθυσία και ηρωισμό στη μάχη των οδοφραγμάτων (μόνο στον Πειραιά στις 5 – 6 Δεκέμβρη υψώθηκαν σχεδόν 2.000 οδοφράγματα), στη στελέχωση των λαϊκών οργανώσεων, στη στήριξη των Λαϊκών Επιτροπών, των δικτύων – δομών Υγείας κ.λπ. Οι Λαϊκές Επιτροπές συγκρότησαν ένα αξιοθαύμαστο δίκτυο καταγραφής, συγκέντρωσης και διανομής των διαθέσιμων αποθεμάτων της πρωτεύουσας. Χιλιάδες τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης μοιράστηκαν στις λαϊκές συνοικίες, εκατοντάδες συσσίτια οργανώθηκαν για τα παιδιά, τους απόρους, τους πρόσφυγες των βομβαρδισμών κ.λπ.

Ακόμη, καθώς ο αριθμός των τραυματιών μεταξύ των μαχητών αλλά και των αμάχων αυξανόταν συνεχώς, οργανώθηκαν δεκάδες νοσοκομειακές μονάδες από τις πρώτες κιόλας μέρες των μαχών, στις οποίες συμμετείχαν εθελοντικά εκατοντάδες γιατροί, νοσοκόμοι και νοσοκόμες καθώς και ανειδίκευτοι πολίτες, που αυτόκλητα έσπευδαν να βοηθήσουν την υπόθεση του αγώνα, όπως μπορούσε ο καθένας, μέρα και νύχτα. Γύρω τους εκτεινόταν ένα ευρύ και καλά οργανωμένο δίκτυο τραυματιοφορέων, που με κίνδυνο της ζωής τους και πενιχρά – συχνά αυτοσχέδια – μέσα έφεραν σε πέρας το έργο της διακομιδής των τραυματισμένων. Ο εξοπλισμός των μονάδων γινόταν με ευθύνη των λαϊκών οργανώσεων, ενώ τα πάντα προέρχονταν από προσφορές. Η καθαριότητα και λειτουργία τους υπήρξε υποδειγματική.

Τόσο στις λαϊκές μαζικές οργανώσεις όσο και στα μάχιμα τμήματα του ΕΛΑΣ διακρίθηκαν το Δεκέμβρη πολλές γυναίκες, που ήδη από την περίοδο της Κατοχής είχαν ενταχθεί μαζικά στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ.

Ενδεικτικό της δυναμικής του ένοπλου λαϊκού κινήματος ήταν το γεγονός ότι οι Βρετανοί εξέταζαν σοβαρά ακόμη και το ενδεχόμενο αποχώρησης των δυνάμεών τους από την Αθήνα και σύμπτυξής τους στο Φάληρο και το αεροδρόμιο του Χασανίου (Ελληνικό), μέχρι τουλάχιστον να συγκεντρωθούν οι ενισχύσεις που απαιτούνταν για την επικράτησή τους επί του ΕΛΑΣ. Ο Σκόμπι παρουσίασε τα παραπάνω στο πολεμικό συμβούλιο που συνήλθε στις 11/12 με τη συμμετοχή και του Διοικητή της Ορεινής Ταξιαρχίας Θρ. Τσακαλώτου, ο οποίος αντέδρασε έντονα και ειδοποίησε σχετικά τον Γ. Παπανδρέου. Εντονα όμως αντέδρασε και το Λονδίνο, που διέταξε τον Σκόμπι να κρατήσει πάση θυσία τις θέσεις του μέχρι να καταφθάσουν οι ενισχύσεις που ήδη ήταν καθ’ οδόν. Η απόσπαση βρετανικών στρατευμάτων από το μέτωπο της Ιταλίας (κατά των Γερμανών) στο μέτωπο της Αθήνας (κατά του ένοπλου λαϊκού κινήματος) είναι χαρακτηριστικό των προτεραιοτήτων των αστικών δυνάμεων (εγχώριων και διεθνών).

Από τις 20 Δεκέμβρη, η πλάστιγγα της σύγκρουσης άρχισε να γέρνει σαφώς προς την πλευρά των αστικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, στις περιοχές που καταλαμβάνονταν από τον ταξικό αντίπαλο, εκατοντάδες άνθρωποι συλλαμβάνονταν, φυλακίζονταν, κλείνονταν σε στρατόπεδα, βασανίζονταν, μόνο και με την υποψία της συνεργασίας τους με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Η πείνα αποτέλεσε επίσης βασικό όπλο των αστικών δυνάμεων: Ηδη από τις 4/12 η UNRRA είχε διακόψει τη διανομή τροφίμων στην πρωτεύουσα, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός παρεμποδιζόταν, ενώ βρετανικά αεροπλάνα στόχευαν σκοπίμως τα συσσίτια των Λαϊκών Επιτροπών.

Στις 25 Δεκέμβρη κατέφθασε στην Αθήνα ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ου. Τσόρτσιλ και στις 26 – 27 πραγματοποιήθηκε διάσκεψη στο υπουργείο Εξωτερικών με τη συμμετοχή εκπροσώπων του αστικού πολιτικού συστήματος και του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Οταν ο Γ. Σιάντος ρώτησε τον προεδρεύοντα αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό για το αντικείμενο της διάσκεψης, εκείνος του είπε: «Για να παραδώσετε τα όπλα». Για να λάβει την απάντηση: «Αν μας καλέσατε γι’ αυτό, ελάτε να τα πάρετε. Νέο Λίβανο δεν πρόκειται να ‘χουμε».Η διάσκεψη έληξε χωρίς αποτέλεσμα και οι μάχες συνεχίστηκαν.

Τα μεσάνυχτα της 4 προς 5 Γενάρη, η ΚΕ του ΕΛΑΣ, αξιολογώντας τις εξελίξεις στα πεδία των μαχών (τη συντριπτική υπεροπλία του αντιπάλου, τη μη δυνατότητα άμεσης ενίσχυσης του ΕΛΑΣ και τον κίνδυνο υπερφαλάγγισης των δυνάμεών του στην πρωτεύουσα), εξέδωσε διαταγή για γενική σύμπτυξη προς Πεντέλη – Πάρνηθα. Η σύμπτυξη του ΕΛΑΣ πραγματοποιήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας έως το πρωί, με απόλυτη πειθαρχία και συνοχή. Χιλιάδες άοπλοι πολίτες, μέλη των μαζικών λαϊκών οργανώσεων, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ακολούθησαν τον ΕΛΑΣ σε αυτήν την πορεία. Στις 11 Γενάρη υπογράφτηκε ανακωχή, σύμφωνα με την οποία ο ΕΛΑΣ υποχρεωνόταν να αποσυρθεί από την Αττική και από μια σειρά άλλες περιοχές.

Η βρωμερή προπαγάνδα της πτωματολογίας

Μετά την ανακωχή, η αντικομμουνιστική προπαγάνδα κορυφώθηκε σε σημείο παροξυσμού. Μία από τις πολλές – μυθιστορηματικές όσο και ψεύτικες – περιγραφές του «μακελειού της Αθήνας» από την κυβερνητική εφημερίδα «Η ΕΛΛΑΣ» στις 18/1/1945, με την «αρχηγίνα της ΟΠΛΑ» να «χοροπηδά πάνω σε μισοπεθαμένους πατριώτες από τα μαρτύρια (…) αφρίζοντας: – Σκοτώστε και αυτόν. Και κείνον (…) Βγάλτε τους και τα μάτια. Και τη γλώσσα!», είναι χαρακτηριστική.

Οι «αποκαλύψεις» ομαδικών τάφων και άλλων «ανείπωτων εγκλημάτων» των κομμουνιστών ήταν καθημερινές. Δεκάδες πτώματα ξεθάβονταν από τα νεκροταφεία, παραμορφώνονταν και στοιβάζονταν σε σωρούς. Σε αυτά προσθέτονταν και δεκάδες άλλα, βασανισθέντων από τους ταγματασφαλίτες, Χίτες κ.λπ., δολοφονηθέντων από τους βρετανικούς βομβαρδισμούς των λαϊκών συνοικισμών κ.ο.κ. Κόσμος συγκεντρωνόταν με τη βία για να γίνει «μάρτυρας» των δήθεν αποτελεσμάτων της «κόκκινης τρομοκρατίας», ενώ συχνά καλούνταν και ξένοι δημοσιογράφοι, προκειμένου να προσδώσουν διεθνή διάσταση (και «πιστοποίηση») σε όλο αυτό το μακάβριο θέατρο.

Οι προβοκάτσιες ήταν τόσο κακότεχνα στημένες, που εμφανίζονταν ως «εκτελεσθέντες από την ΟΠΛΑ» ακόμα και άτομα που βρίσκονταν εν ζωή. «Η εφημερίδα «Εθνος»», π.χ., «έγραψε στις 14/2/45 και ότι η σύζυγος του Ταγματάρχη Γεωργίου Παρασκευή και η κόρη του Πόπη εξετελέσθησαν υπό της ΟΠΛΑ. Φαίνεται όμως ότι κι αυτές «ανέστησαν εκ νεκρών», αλλιώς δεν εξηγείται πως σήμερα ζουν και βασιλεύουν!» («Ριζοσπάστης», 3/3/1945).

Στους στημένους «ομαδικούς τάφους» του Περιστερίου, του Γαλατσίου, της Κυψέλης κ.λπ., βρέθηκαν ακόμη και πτώματα ΕΛΑΣιτών – κομμουνιστών! Οπως π.χ. της Μαρίας Πανά, εθελόντριας στο νοσοκομείο του ΕΛΑΣ Νέας Σμύρνης και κατόπιν στο συνεργείο του ΕΛΑΣ Υμηττού, η οποία παρουσιάστηκε στις 26/5/1945 από τις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Ασύρματος» ως «συλληφθείσα υπό των ελασιτών» και κατόπιν «κακοποιηθείσα»«βιασθείσα» και «εκτελεσθείσα». ‘Η της 18χρονης Χρυσούλας Κωτσάκη, μέλους του ΚΚΕ, που ενώ δολοφονήθηκε από Χίτες, το πτώμα της ξεθάφτηκε και μεταφέρθηκε σε «έκθεση πτωμάτων» δήθεν δολοφονηθέντων του ΕΛΑΣ το Μάρτη του 1945 (Φιλιώ Τόλια, «Γυναίκες – Από την Αντίσταση στο Δεκέμβρη», στο «Δεκέμβρης του ’44 – Κρίσιμη ταξική σύγκρουση», επ. Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014, σελ. 166 – 167).

Κατά τη «συνήθη» πρακτική, η πτωματολογία υπήρξε αυθαίρετη και ως προς τους αριθμούς. Ετσι, εκτός από τους 1.800 εκτελεσθέντες που δήλωσε η Ιατροδικαστική Υπηρεσία έως τον Απρίλη του 1945 (δίχως η ίδια να αναφέρει από ποιους), άλλες αστικές εκτιμήσεις εκτείνονται από 4.000 έως 6.000 (Στ. Καλύβας, «Καθημερινή», 7/12/2014) φτάνοντας ακόμη και τις 65.000 («Δημοκρατία», 4/12/2013).

Ανάλογη υπήρξε η αστική σπέκουλα και προπαγάνδα σχετικά με τους αιχμαλώτους – ομήρους του ΕΛΑΣ. Στις 14/1/1945 η εφημερίδα «Η ΕΛΛΑΣ» έκανε λόγο για 40.000 ομήρους του ΕΛΑΣ, για γυναικόπαιδα που «δέρονται ανηλεώς ή θανατώνονται», για ομαδικές εκτελέσεις εν ψυχρώ κ.λπ. Στον ίδιο τόνο, 7 δεκαετίες αργότερα, σχετικό αφιέρωμα της «Καθημερινής» (7/12/2014) μιλούσε για «παραλογισμό» και «θηριωδία»που «άφησαν το ΚΚΕ με ένα στίγμα το οποίο οι ηγέτες του προσπαθούν να σβήσουν μέχρι σήμερα»!

Ολη η παραπάνω αστική προπαγάνδα της πτωματολογίας εξυπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς:

— Την ηθικοπολιτική απαξίωση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, την αμαύρωση του ρόλου και του κύρους τους στη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (με προεκτάσεις βεβαίως και στο σήμερα).

— Τον εξαγνισμό των αστικών δυνάμεων, είτε αυτών που συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις Κατοχής, είτε εκείνων που παρέμειναν στην απραξία εντός και εκτός Ελλάδας, φιλογερμανικών και φιλοβρετανικών, «δεξιών» και «κεντρώων».

— Την αντιστροφή της πραγματικότητας, «εξαφανίζοντας» τις ωμότητες και φρικαλεότητες της αστικής πλευράς και εμφανίζοντάς τις ως «έργα και ημέρες» του εξεγερμένου λαϊκού κινήματος, του ΚΚΕ. Οι βομβαρδισμοί και οι μαζικές δολοφονίες αμάχων δεν υπήρξαν ποτέ στην πρακτική/λογική των ΕΑΜ – ΚΚΕ. Ηταν όμως ξεκάθαρα στην πρακτική/λογική των αστικών δυνάμεων, όπως καταμαρτυρεί ο ίδιος ο Θρ. Τσακαλώτος, προτείνοντας τον βομβαρδισμό «Καισαριανής και Κοκκινιάς, όπου ήσαν συγκεντρωμέναι αι οικογένειαι των κομμουνιστών», με σκοπό να «πονέσουν δι’ απώλειαν περιουσιών και προσφιλών προσώπων» (Θρασύβουλος Τσακαλώτος, «40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος», εκδ. «Ακρόπολις», Αθήνα, 1960, σελ. 618).

— Τον ξορκισμό της επαναστατικής – ταξικής βίας και τη νομιμοποίηση της αστικής – ταξικής βίας. Η άσκηση λαϊκής βίας απέναντι σε μια μειοψηφία – δυνάστη της πλειοψηφίας του πληθυσμού θεωρείται καταστροφική, αλόγιστη, άσκοπη, δόλια, πραξικοπηματική κ.ο.κ. Αντιθέτως, η άσκηση βίας από τη μεριά της αστικής τάξης, του κράτους και των συμμάχων της, θεωρείται λελογισμένη, θεμιτή, δικαιολογημένη.

Βεβαίως, σε μια ένοπλη σύγκρουση, όπου μάλιστα ο αντίπαλος είναι ο βασανιστής, ο χαφιές, ο μαυραγορίτης, ο κάθε στυλοβάτης μιας σειράς δεινών που έπληξαν το λαό μας επί 4 χρόνια, είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν σωρευμένη λαϊκή οργή και υπερβασίες, δίχως ωστόσο να είναι αυτές που χαρακτήριζαν τον ένοπλο λαϊκό αγώνα και δίχως να απαλείφουν το κύριο ζήτημα:

— Ότι το ΚΚΕ και το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ εκπροσωπούσαν το λαϊκό δίκιο. Οι όποιες – υπαρκτές – υπερβασίες συνέβησαν ως εξαιρέσεις (αυθόρμητα ή άλλες ως προβοκάτσιες) και όχι ως αποτέλεσμα κάποιας συλλογικής – γενικής κατεύθυνσης ή πρακτικής. Οπως χαρακτηριστικά τόνισε ο Ν. Ζαχαριάδης στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1945): «Οι πράξεις που κάνουν τα μέλη του Κόμματος δημιουργούν ευθύνες και για το ίδιο. Μα μια που το ΚΚΕ δεν έδωσε τέτοια γραμμή (…) δεν δημιουργείται ζήτημα ηθικής τάξης για το ΚΚΕ. Γιατί το Κόμμα μας έχει το θάρρος να διακηρύξει ότι τέτοιες περιπτώσεις, όπως του Κορώνη (καθηγητής Πολυτεχνείου), είτε της ηθοποιού Παπαδάκη δεν μπορούν να βρουν δικαίωση και πρέπει να καταδικαστούν ανοιχτά» (Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ – Εγγραφο 585133).

Ειδικά, όσον αφορά τους αιχμαλώτους, ήδη από τις 5 Δεκέμβρη το Α’ ΣΣ του ΕΛΑΣ είχε εκδώσει διαταγή για «τα αναγκαία μέτρα διά την ασφάλειαν της ζωής των συλλαμβανομένων αιχμαλώτων (αστυνομικών, χωροφυλάκων κ.λπ.)», τονίζοντας, μεταξύ άλλων, πως «απαγορεύεται η κακομεταχείρισις και η αφαίρεσις της ζωής αυτών».

Επιπλέον, αποκρύπτεται σκοπίμως, πως ο ΕΛΑΣ άρχισε να χρησιμοποιεί το μέτρο της «ομηρίας», μόλις μετά τις 18 Δεκέμβρη και μόνο αφού είχε ήδη επιστρατευτεί από τον αντίπαλο μαζικά πολύ νωρίτερα, ως ύστατο μέτρο ασφαλείας και αντιστάθμισμα στους χιλιάδες ΕΑΜίτες ομήρους που κρατούσαν οι Βρετανοί και ο Ζέρβας. Βεβαίως, η απάντηση του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην ομηρία της αστικής πλευράς όφειλε να είναι περισσότερο μελετημένη και στοχευμένη.

Όλα «τα παραπάνω βρίσκονται στον αντίποδα της πτωματολογίας και της προβοκάτσιας, ακόμα και όταν γίνονταν υπερβασίες, που παρουσιάζονται σε όλους τους μεγάλους ξεσηκωμούς. Οταν έχουν προηγηθεί χρόνια θανάτων από την πείνα, την ώρα που λίγοι θησαύριζαν, όταν έχουν εκτελεστεί χιλιάδες, όταν πολλοί και πολλές έχουν βασανιστεί και φυλακιστεί, όταν αμέτρητοι έχουν ξεσπιτωθεί, η σωρευμένη αγανάκτηση και το μίσος ξεπηδούν αυθόρμητα, γίνονται υλική δύναμη άσκησης μιας δίκαιης τρομοκρατίας που μαζί με τα ξερά συμπαρασύρει και χλωρά» (Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1939 – 1949, Β1 Τόμος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 420 – 421).

Οπως πολύ χαρακτηριστικά έγραψε ο Μ. Γκόρκι στις αναμνήσεις του για τον Λένιν: «Συχνά μου τύχαινε να μιλώ με τον Λένιν για τη σκληρότητα της επαναστατικής τακτικής και πράξης.

– Τι θέλετε σεις; -έκπληκτος και με θυμό με ρωτούσε-. Είναι δυνατό να επικρατήσει ανθρωπισμός σε μια τέτοια πρωτοφανέρωτη άγρια συμπλοκή; Πού να υπάρχει θέση ευσπλαχνίας και μεγαλοψυχίας εδώ; (…) Σαν αρκούδα ορμάει η αντεπανάσταση και μεις -τι λοιπόν; Δεν είμαστε υποχρεωμένοι, δεν έχουμε δικαίωμα να αγωνισθούμε, να αντισταθούμε; Μα, συγχωράτε μας, δεν είμαστε βλάκες. Εμείς ξέρουμε: Κείνο που το θέλουμε εμείς, κανένας δεν μπορεί να το κάνει, εκτός από μας. (…) -Με ποιο μέτρο μετράτε σεις την ποσότητα των απαραίτητων ή των περίσσιων χτυπημάτων στη σύγκρουση; -με ρώτησε αυτός μια φορά ύστερα από φλογερή συζήτηση. Σ’ αυτό το απλό ερώτημα μπόρεσα να απαντήσω μόνο με λυρισμό. Νομίζω ότι άλλη απάντηση από το όχι, δεν υπάρχει».

Η στάση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να μην υποχωρήσουν στην αξίωση της ντόπιας αστικής τάξης και των διεθνών συμμάχων της για αφοπλισμό του λαϊκού κινήματος ήταν σωστή και επιβεβλημένη. Μια τέτοια υποχώρηση θα σήμαινε την απόλυτη πολιτική και ηθική απαξίωση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, ενώ θα τσάκιζε το εργατικό – λαϊκό κίνημα. Τουναντίον, η ενεργός, ένοπλη απάντηση στους αστικούς εκβιασμούς έδειξε πως το ΚΚΕ και το εργατικό – λαϊκό κίνημα διέθεταν ταξικά αντανακλαστικά και εφεδρείες, επιλέγοντας τα όπλα και όχι τις αλυσίδες, τόσο το Δεκέμβρη του 1944, όσο και αργότερα, κατά την τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

«Πίσω από κάθε μαχητή παραμόνευε και ένας άμαχος για να πάρει τη θέση του. Το Σύνταγμα των Ανατολικών Συνοικιών, που είχε τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη 1.300 μαχητές, είχε απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες οκτακόσιους! Και στην τελευταία μέρα του Δεκέμβρη βρέθηκε με δύναμη 1.800! Εκείνο που δημιουργούσε έναν τεχνικό διαχωρισμό ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και το λαό ήταν η έλλειψη όπλων. Αν υπήρχαν όσα όπλα ζητούσε ο λαός, τότε το ΙΙ Σύνταγμα θα μεταβαλλότανε σε Στρατιά!». Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι Ανατολικές Συνοικίες» το Δεκέμβρη του ’44.