ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Οι νέες στρατιές των φτωχών συνταξιούχων είναι εδώ

Δουλεύουν μέχρι τα βαθιά γεράματα, μαγειρεύουν ακόμη και από τα σκουπίδια των σούπερ μάρκετ!

Κατά 10% έχει αυξηθεί μέσα σε ένα χρόνο ο αριθμός των ανθρώπων που προμηθεύονται τακτικά τρόφιμα από τις περίπου 950 «φιλανθρωπικές τράπεζες τροφίμων» στη Γερμανία, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό στα 1,65 εκατ. Και φέτος η αύξηση όσων εξαρτώνται από τις «τράπεζες τροφίμων» είναι ιδιαίτερη στους ηλικιωμένους: 1 στους 5 (20%) που λαμβάνουν σύνταξη ή προνοιακή σύνταξη (Grundsicherung – επίδομα «Χαρτζ 4» για συνταξιούχους) επισκέπτονται σε τακτική βάση μια «τράπεζα τροφίμων».

Η λεγόμενη «φτώχεια στα γηρατειά» οξύνθηκε στην ισχυρή ευρωπαϊκή καπιταλιστική χώρα τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας των αντιασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων, της νομοθετικής προώθησης της μερικής και ελαστικής εργασίας και των μαζικών περικοπών σε κοινωνικά και προνοιακά επιδόματα (διαβόητη «Ατζέντα 2010» του Γκ. Σρέντερ και μέτρα «Χαρτζ 4»). Αυτά τα μέτρα μετέτρεψαν την καπιταλιστική οικονομία της Γερμανίας από «ασθενή» σε «ατμομηχανή» της Ευρώπης, οι συνέπειές τους όμως για τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους είναι και θα συνεχίσουν να είναι συντριπτικές. Καθόλου τυχαία, οι όροι «φτωχοί εργαζόμενοι» και «φτωχοί συνταξιούχοι» κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια έρευνες, αναλύσεις και ρεπορτάζ στη Γερμανία.

Οι νέες κοινωνικές φιγούρες της φτώχειας

Πρόσφατα, η γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» διεξήγαγε μια μεγάλη έρευνα για τη λεγόμενη «φτώχεια στα γηρατειά», εστιάζοντας στις γυναίκες συνταξιούχους, που βρίσκονται σε πιο δεινή θέση επειδή αμείβονται με ακόμη λιγότερα και συνήθως ημιαπασχολούνται. Μετά από εκτεταμένες συζητήσεις με 50 γυναίκες ηλικίας 65 – 80 χρονών που ζουν σε μεγάλα αστικά κέντρα της Γερμανίας, οι εικόνες που μεταφέρονται σοκάρουν:

Μια 70χρονη γυναίκα δουλεύει σε τηλεφωνικό κέντρο, αφού μετά από 40 χρόνια δουλειάς σε ασφαλιστική εταιρεία, τα 1.000 ευρώ σύνταξη – λίγο πάνω από το επίσημο όριο της φτώχειας – δεν αρκούν για να ζήσει. Μια 80χρονη διηγείται πως τα χειμωνιάτικα παπούτσια της είναι χαλασμένα και δεν έχει χρήματα να τα επιδιορθώσει. Μια 69χρονη χαρακτηρίζει ως «πολυτέλεια» ακόμη και να συναντηθεί με τις φίλες της. Λέει ότι περιμένει απλά το χρόνο να κυλήσει μέχρι να φύγει από τη ζωή…

Οι περισσότερες επιβιώνουν μόνο με πολύ αυστηρή λιτότητα: Ζεσταίνουν μόνο ένα δωμάτιο του σπιτιού, σταμάτησαν να αγοράζουν εφημερίδα ή να συμμετέχουν σε ένα σύλλογο, δεν χρησιμοποιούν πλέον τις δημόσιες συγκοινωνίες. Ολη μέρα αναζητούν πολύ φτηνά τρόφιμα, μαγειρεύουν ακόμη και φύλλα καλαμποκιού, που βρίσκουν στα σκουπίδια των σούπερ μάρκετ, υπομένουν τον πονόδοντο γιατί δεν μπορούν να πληρώσουν για οδοντίατρο και θεραπεία.

«Η ανασφάλεια κυριαρχεί στη μεσαία τάξη. Το κόστος ζωής – ιδιαίτερα στις πόλεις – είναι πολύ υψηλό. Οι συνταξιούχοι που δουλεύουν γεμίζοντας τα ράφια των σούπερ μάρκετ ή συλλέγουν μπουκάλια θεωρούνται οι νέες κοινωνικές φιγούρες της φτώχειας», υπογραμμίζεται στο ρεπορτάζ.

Μέση σύνταξη 1.200 ευρώ και κάτω

Η φτώχεια των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε από το 2005 έως το 2016 περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα, μια τάση που συνεχίζεται. Σχεδόν 1 στους 6 σε ηλικία συνταξιοδότησης ζει σε σχετική εισοδηματική φτώχεια, η οποία ορίζεται στο 60% του μέσου εισοδήματος όλων των νοικοκυριών της χώρας και σήμερα είναι περίπου στα 950 ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Ασφάλισης Συντάξεων Γερμανίας, οι μακροχρόνια ασφαλισμένοι στα δυτικά γερμανικά κρατίδια έλαβαν κατά μέσο όρο 1.200 ευρώ σύνταξη το 2016 και 1.100 ευρώ στα ανατολικά κρατίδια.

Η μέση σύνταξη για μακροχρόνια ασφαλισμένες γυναίκες στα δυτικά κρατίδια ήταν στα 700 ευρώ. Στα ανατολικά κρατίδια ήταν περίπου 100 ευρώ υψηλότερα, επειδή οι γυναίκες στη σοσιαλιστική κοινωνία της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας δεν διέκοπταν τον εργασιακό τους βίο για την ανατροφή των παιδιών, είχαν εκτεταμένα εργασιακά δικαιώματα και ένα ολοκληρωμένο, δημόσιο και δωρεάν δίκτυο βρεφονηπιακών σταθμών για όλα τα παιδιά. Αντίθετα, τόσο στην άλλοτε Δυτική Γερμανία όσο και στη σημερινή, ενιαία πλέον, Γερμανία, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο οι γυναίκες να εγκαταλείπουν τη δουλειά τους, να τη σταματούν για πολλά χρόνια, ενώ όσες εργάζονται είναι κατά κύριο λόγο με μερική απασχόληση.

«Οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στη φτώχεια στα γηρατειά, καθώς κερδίζουν λιγότερο από τους άνδρες σε όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής. Ηταν πάντα και εξακολουθούν να είναι αυτές που κάνουν θυσίες για την ανατροφή των παιδιών και για τη φροντίδα των ηλικιωμένων. Ενδεικτικά, σε εύπορα κρατίδια, όπως η Βαυαρία, πάνω από το 80% των γυναικών με παιδιά εργάζονται με μερική απασχόληση, καθώς οι βρεφονηπιακοί σταθμοί δεν επαρκούν», αναφέρει το ρεπορτάζ της «Die Zeit».

Αυτήν τη στιγμή, το 4,6% των ηλικιωμένων στη Γερμανία συνταξιοδοτούνται από την υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας, επειδή η σύνταξή τους είναι κάτω από το επίπεδο διαβίωσης. Το ποσοστό των νέων συνταξιούχων που λαμβάνουν αυτήν τη λεγόμενη «προνοιακή σύνταξη» (Grundsicherung) έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2005 (που άρχισε η εφαρμογή της «Ατζέντας Σρέντερ») και όλες οι εκθέσεις φτώχειας συμφωνούν: Ο αριθμός των άπορων συνταξιούχων είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερος, καθώς πολλοί δεν κάνουν καν αίτηση για την προνοιακή σύνταξη εξαιτίας της γραφειοκρατίας και του ασφυκτικού, εξευτελιστικού κρατικού ελέγχου ή και από ντροπή.

Μέτρα – κοροϊδία από τον «μεγάλο συνασπισμό»

Στη Γερμανία ισχύουν οι τρεις πυλώνες στο σύστημα συνταξιοδότησης (κρατική – επαγγελματική – ιδιωτική), που προωθείται και στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ειδικά οι νεότεροι συνταξιούχοι στη Γερμανία πλήττονται από τη φτώχεια, οφείλεται και στο ολοένα και χαμηλότερο επίπεδο της σύνταξης που χορηγείται από το κράτος. Το 1990 ήταν 55,1% του μέσου ετήσιου εισοδήματος (προ φόρων) και το 2016 (μέχρι και σήμερα) έχει κατέβει στο 48%, και μάλιστα τη στιγμή που μειώνεται και το μέσο ετήσιο εισόδημα της χώρας.

Το ζήτημα της «φτώχειας στα γηρατειά» και οι συντάξεις έχουν πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε τα κόμματα αναγκάστηκαν να τα εντάξουν ως από τα κυρίαρχα στην προεκλογική περίοδο του 2017. Στην κυβερνητική συμφωνία του «μεγάλου συνασπισμού» Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) περιλαμβάνονται ορισμένα μέτρα για τους «φτωχούς συνταξιούχους», σκέτη κοροϊδία: Οι συντάξεις θα πρέπει να διατηρηθούν στο επίπεδο του 48% του μέσου εισοδήματος, ενώ το SPD εισηγείται τη θέσπιση της «βασικής σύνταξης» (Grundrente). Δηλαδή «άνθρωποι που εργάστηκαν (ασφαλισμένοι) για δεκαετίες, ανέθρεψαν παιδιά, φρόντισαν συγγενείς», θα δικαιούνται «10% πάνω από την προνοιακή σύνταξη (Grundsicherung) μετά από 35 χρόνια εισφορών».

Εν ολίγοις δεσμεύονται για τα σημερινά εξευτελιστικά επίπεδα των κρατικών συντάξεων και ακόμη για συντάξεις στο όριο της φτώχειας μετά από 35 χρόνια δουλειάς. Κατά μέσο όρο το επίπεδο της προνοιακής σύνταξης το 2015 ήταν στα 785 ευρώ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρκεί για να εξασφαλίσει στους συνταξιούχους μια αξιοπρεπή ζωή στη Γερμανία, αναλογικά με το κόστος ζωής. Μια άλλη κυβερνητική «πρόταση» είναι η ατομική πρόβλεψη για τα γηρατειά, η ενίσχυση του πυλώνα της ιδιωτικής ασφάλισης. Στην πράξη, ούτε καν όλοι οι πλήρως εργαζόμενοι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μια ιδιωτική ασφάλιση, πόσο μάλλον οι εκατομμύρια ημιαπασχολούμενοι, οι «mini jobbers», οι εργαζόμενοι με «μπλοκάκι», οι χαμηλόμισθοι.

Εξώσεις, έλεγχοι, γκετοποίηση

Η καθημερινότητα των χαμηλοσυνταξιούχων περιλαμβάνει φόβους και αγωνίες που δεν θα επιλυθούν με 10% αύξηση των προνοιακών συντάξεων, αν κι αυτό εφαρμοστεί τελικά. Μια από τις βασικότερες απειλές είναι να τους πετάξουν έξω από το σπίτι τους εξαιτίας μιας αύξησης στο ενοίκιο ή στα «κοινόχρηστα» (Ενέργεια, φόρος για σκουπίδια κ.ά.). Εξάλλου, αν αυξηθεί το ενοίκιο, η υπηρεσία Πρόνοιας αρνείται να καταβάλει το επίδομα ενοικίου και ζητούν από ηλικιωμένους ανθρώπους να μετακομίσουν σε φτηνότερο σπίτι, ακόμη και σε άλλη πόλη μακριά από οικογένεια και φίλους. Επιπλέον, τα φτηνά, επιδοτούμενα από την Πρόνοια διαμερίσματα είναι δυσεύρετα, ενώ δημιουργούνται γκέτο σε συγκροτήματα παλιών και φτηνών πολυκατοικιών, όπου μένουν αποκλειστικά οικογένειες εργαζομένων ή συνταξιούχων που λαμβάνουν προνοιακά επιδόματα.

Μια συνταξιούχος, πρώην νοσηλεύτρια σε κλινική φροντίδας ηλικιωμένων, αναζητά ένα επιδοτούμενο διαμέρισμα, λέει στη «Die Zeit». Εδώ και δυο χρόνια κοιμάται «προσωρινά» σε ένα ράντζο στο διάδρομο του διαμερίσματος της κόρης της: «Για πάνω από 40 χρόνια δούλευα φροντίζοντας ηλικιωμένους και στα γηρατειά μου δεν μπορώ ούτε να νοικιάσω ένα σπίτι…».

Εκτός από τα υψηλά ενοίκια, το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης είναι δυσβάσταχτο, αφού δεν δικαιολογούνται όλα τα φάρμακα και τα ιατρικά βοηθήματα από τα Ταμεία.

Τέλος, και για τη «βασική σύνταξη» προβλέπονται οι ίδιες και χειρότερες απάνθρωπες, εξευτελιστικές γραφειοκρατικές «δοκιμασίες», με αναγκαστική παρουσία των συνταξιούχων στις υπηρεσίες, ταπεινωτικοί έλεγχοι από τους υπαλλήλους και ταλαιπωρία. Ήδη σήμερα, οι άποροι, οι συνταξιούχοι και οι εργαζόμενοι που λαμβάνουν τα επιδόματα «Χαρτζ 4» ελέγχονται ξανά και ξανά, για να αποδείξουν τη φτώχεια τους και δίνουν λογαριασμό για κάθε πτυχή της ζωής τους. Όπως μια συνταξιούχος που έπρεπε να δικαιολογήσει στην υπηρεσία Πρόνοιας γιατί ξόδεψε χρήματα για να επισκεφτεί την αδερφή της σε άλλη πόλη «σπαταλώντας» κρατικό χρήμα, όπως δήλωσε στην «Die Zeit».

Ε. Μ.

  • Από τον «Ριζοσπάστη» της Παρασκευής 11/10/2019