ΑΠΟΨΕΙΣ – ΣΧΟΛΙΑ : Για το ρόλο της Τέχνης στις εξελίξεις που έρχονται

Η εμφάνιση της πανδημίας, οι συνέπειές της, η επιτάχυνση που προκάλεσε στην επερχόμενη νέα καπιταλιστική κρίση, σηματοδοτούν την έναρξη μιας εποχής όπου οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι αντιθέσεις που γεννά, θα τον φέρνουν όλο και περισσότερο αντιμέτωπο με τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες, οι οποίες θα γίνεται όλο και ποιό δύσκολο να ικανοποιηθούν στα πλαίσιά του.

Η ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, του σοσιαλισμού – κομμουνισμού,  φαντάζει ήδη και θα φαντάζει τα επόμενα χρόνια όλο και πιο επιτακτική. Το ίδιο επιτακτική φαντάζει σήμερα η οικοδόμηση της Κοινωνικής Συμμαχίας ως μορφής οργάνωσης απέναντι σε ό,τι είναι μπροστά μας. Το δυνάμωμα και το άπλωμά της στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς, ως ο μόνος τρόπος τα λαϊκά στρώματα να συγκρουστούν αποτελεσματικά με τη βαρβαρότητα, τον πόλεμο, την προσφυγιά, την ανικανότητα μιας παγκόσμιας οικονομίας που παράγει αμύθητο πλούτο να περιθάλψει τους κατατρεγμένους και τους πονεμένους του πλανήτη. Να ταΐσει τους πεινασμένους της. Να φροντίσει τους ασθενείς της.

Κάθε αναβολή απ’ αυτό τον στόχο, κάθε καθυστέρηση, θα αφήνει τα λαϊκά στρώματα βορά στα νύχια των σαρκοφάγων μονοπωλίων που θα ζητήσουν περισσότερο αίμα, περισσότερες θυσίες για να περισώσουν τα κέρδη τους στην κρίση που είναι προ των πυλών. Είμαστε σε πόλεμο, και ο εχθρός και ορατός είναι, και συγκεκριμένος. Είναι αυτό το σύστημα και οι υπηρέτες του, που έχει ως ύψιστη αξία το εμπόρευμα. Που μπροστά σ’ αυτό του το «φετίχ» θυσιάζει χωρίς καν να βλεφαρίσει τις ζωές των λαών του πλανήτη.

Ποιό ρόλο λοιπόν έχει κρατημένο αυτή  η πραγματικότητα για την τέχνη;

Η απάντηση βέβαια δεν περιμένουμε να δοθεί μέσα από τούτες τις γραμμές. Έχει ήδη δοθεί από την ιστορία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και διεθνώς. Έχει δοθεί από τους εκτυφλωτικούς φάρους της καλλιτεχνικής δημιουργίας του 20ού αιώνα, μέσα από τη φωτιά και το ατσάλι των αγώνων των λαών.

Γράφει ο Γιάννης Ρίτσος το 1965 στον πρόλογο των σπουδαίων μεταφράσεών του στον Μαγιακόβσκη: «Το ιδεολογικό υπόβαθρο της τέχνης, το κοινωνικό και ηθικό, αν δεν είναι ο πρώτος λόγος της αξίας της, είναι ωστόσο ο τελικός. Γιατί, απόνα σημείο και πέρα, όταν η τέχνη ξεπεράσει τα πρώτα στάδια της ατομικής εξομολόγησης και απολύτρωσης του καλλιτέχνη, της αυτοθεραπείας του, γίνεται αναγκαστικά καθολική έκφραση της ανάγκης όλων των ανθρώπων για δικαιοσύνη, ελευθερία, ευτυχία, για κατάλυση της ασφυκτικής μόνωσης, για κατανίκηση ή τουλάχιστον υπερσυμψηφισμό της στέρησης, της φθοράς, του θανάτου, οπότε το αισθητικό συναντάται με το ηθικό και συχνά ταυτίζεται δυσδιάκριτα μ’ αυτό».

Για να συναντηθεί λοιπόν το αισθητικό με το ηθικό, για να ταυτιστεί μαζί του, θα πρέπει πρώτα να διαλυθούν τα σκοτάδια που το καλύπτουν. Και το αισθητικό και το ηθικό.  Ολόκληρες στρατιές διανοητών, καλλιτεχνών, δημιουργών, έχουν στρατολογηθεί σ’ εκείνη την πλευρά της ταξικής πάλης που θέλει να κρύψει το πραγματικά ηθικό πίσω από αξεδιάλυτα πέπλα ομίχλης. Που θέλει να παρουσιάσει το αισθητικό πέρα και πάνω από την ταξική πάλη. Σαν κάτι κοινό για τον εκμεταλλευτή και τον εκμεταλλευόμενο.

Άλλοι απ’ αυτούς στρατολογούνται συνειδητά. Άλλοι γιατί δεν μπόρεσαν να δούνε πίσω απ’ τα σκοτάδια. Αυτούς, τους δεύτερους, πρέπει να τους κερδίσουμε! Να τους αποσπάσουμε απ’ το στρατόπεδο του ταξικού εχθρού.

Έτσι πρωταρχικό καθήκον του δημιουργού – καλλιτέχνη σήμερα, είναι να ρίξει φως στις αιτίες. Δεν είναι κακή η ατομική εξομολόγηση. Δεν είναι κακή η κραυγή απόγνωσης. Δεν είναι κακή η δήλωση αποστροφής, η απαξίωση του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος.

Δεν φτάνουν όμως αυτά για να δείξεις πως η αιτία που ένας άνθρωπος κρυώνει δεν είναι το κρύο.

Δεν φτάνουν όμως αυτά για να δείξεις πως η αιτία που ένας άνθρωπος πεθαίνει αβοήθητος δεν είναι μια πανδημία.

Δεν φτάνουν όμως αυτά για να δείξεις πως αιτία της δυστυχίας που φέρνει η φτώχεια δεν είναι η ανικανότητα των πολλών να κερδίσουν χρήματα.

Θέλει θάρρος να ξετυλίξεις το κουβάρι. Να φτάσεις στη καρδιά των αιτιών. Να ανακαλύψεις πως πίσω από κάθε πόνο, πίσω από κάθε άδικο βρίσκεται ένας τόσος δα μικρός κόκκος ρυζιού.

Ρύζι έχει κει κάτω κοντά στο ποτάμι

Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι.

Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες

θ’ ακριβύνει το ρύζι γι’ αυτούς εκεί πάνω.

Οι μαούνες του ρυζιού θα ‘χουν λιγότερο ρύζι

και το ρύζι φτηνότερο θα ‘ναι για μένα.

Τι είναι στ’ αλήθεια το ρύζι

πού να ξέρω το ρύζι τι είναι

ποιός να το ξέρει τάχα.

Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι

ξέρω την τιμή του μονάχα.

(Μπέρτολτ Μπρέχτ από τη μπαλάντα του έμπορα)

Θέλει ακόμα περισσότερο θάρρος όταν φωτίσεις πια τις αιτίες να δείξεις το δρόμο. Να φωτίσεις το δύσκολο μονοπάτι της σύγκρουσης ως τη μόνη πραγματικά ηθική λύση. Να δείξεις το δίκιο των πολλών, των αδικημένων, των καταπιεσμένων ως το μόνο δίκιο που πρέπει να βρει δικαίωση.

Θέλει πραγματικό θάρρος να θέλεις για ακροατήριο τους κολασμένους και όχι τα χορτάτα ανδρείκελα με το ποτήρι της σαμπάνιας στο χέρι, όταν έξω απ’ τη βιτρίνα μαίνεται  ο πόλεμος.

Πού να βρει λοιπόν κανείς το θάρρος για ολ’ αυτά; Ιδιαίτερα στις μέρες που διανύουμε όπου το μέλλον φαντάζει ζοφερό και η ελπίδα είναι καλά κρυμένη πίσω από την ομίχλη.  Όταν η τέχνη που προβάλεται και στηρίζεται από κείνα τα ανδρείκελα που περιγράψαμε νωρίτερα παίρνει στις πλάτες της την προπαγάνδα για την ατομική ευθύνη απέναντι στην πανδημία… Όταν βάζει πλάτη να κρυφτούν οι αιτίες… Ούτε κουβέντα για ‘κείνο τον μικρό αλλά τόσο δυνατό κόκο ρυζιού του Μπρέχτ. Ούτε κουβέντα για το εμπόρευμα. Καμία συγκίνηση  μπροστά στο ξεπούλημα τόσων ανθρώπινων ζωών.

Το θάρρος το βρίσκεις στο δίκιο. Στο δίκιο των πολλών. Στο πραγματικά ηθικό. Εκεί που το βρίσκουν όσοι καλλιτέχνες δημιουργοί συμπορεύονται με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ. Εκεί που το βρήκαν στο παρελθόν εκατοντάδες καλλιτέχνες δημιουργοί που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν στις κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης.  Εκεί που το βρίσκουν σήμερα όσοι καλλιτέχνες ενώνουν τη φωνή τους με το ΚΚΕ γιατί η διεκδίκηση δεν μπαίνει σε καραντίνα.

Ας γίνει λοιπόν η διεκδίκηση δημιουργία. Ας φωτίσουμε όλοι τις αιτίες με το πιο εκτυφλωτικό φως. Για να κερδίσουμε όχι μόνο το μυαλό, αλλά και την καρδιά του εργάτη.

Βέβαια, αυτή η στάση απέναντι στην πραγματικότητα πρέπει να είναι η κατάληξη της πορείας του κάθε δημιουργού ξεχωριστά. Συνειδητή επιλογή του. Πρέπει να προκύπτει σαν ανάγκη του. Σαν μια ανάγκη του που συναντιέται με τις ανάγκες όλων των υπολοίπων. Και ο τρόπος επίσης δεν υποδεικνύεται. Ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει τη μορφή που θα ντύσει το περιεχόμενό του. Είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο του. Το έχει εξ’ άλλου η τέχνη τόσο ανάγκη. Την ατομικότητα του καθενός μέσα στο συλλογικό μας δίκιο…

Σοφιανός Γ.